And in between hanging on Анто́н Че́хов, Walter Benjamin and Κωστή Παπαγιώργη; before the old Victories

20150423_175607

20150423_175756 20150423_180012

20150423_175647

Advertisements

Χωρίς το Στέλιο, το Ράμφο

Πρέπει να ομολογήσω ότι κι εγώ, όπως και άλλοι, λίγο την πατήσαμε με το Ράμφο στην αρχή. Μας μπέρδεψε. Τότε στα τέλη του 2009-2010, όταν ξεκινούσε η κρίση και λίγο μετά τα δεύτερα Δεκεμβριανά, είχαν ξεκινήσει να τον βγάζουν το Ράμφο στις τηλεοπτικές ειδήσεις τα ιδιωτικά κανάλια, να εξηγήσει τάχα τι συμβαίνει σε όσους δεν έβγαιναν στο δρόμο και κοίταζαν μόνο τις δουλίτσες τους και τις ιδιωτικές τους υποθέσεις. Υπήρχαν όμως πολλές απορίες γιατί δεν περίμενε και κανείς να δημιουργηθούν συμβάντα με μαζική απήχηση σε τόσο ατομικιστικές κοινωνίες όσο είναι οι Ευρωπαϊκές (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος, ενάντια σε αυτά που λέει ο Ράμφος) κι εμείς μάλιστα τα παρακολουθούσαμε από γεωγραφική απόσταση. Στα εξωτερικά από παλιά μιλούσανε για την Ελλάδα, τι γίνεται εκεί, γιατί είναι ‘έτσι’, και σε έκαναν να ντρέπεσαι και να απολογείσαι, έμπαινες κιόλας στη λογική του να αποδείξεις ότι δεν είσαι σαν αυτούς τους ιθαγενείς. Έπρεπε να απαρνηθείς τα παιδικά σου χρόνια για να γίνεις Ευρωπαίος, ενώ οι Ευρωπαίοι γύρευαν μόνο επιβεβαίωση, καμία απάρνηση, είχαν κερδίσει αναδρομικά, λαχνό διαρκείας στον πλανήτη. Ήξερες βέβαια καλά τα άσχημα της χώρας, είχες φάει τους μικρούς και μεγάλους φασισμούς της χώρας, παρόμοιους με εκείνους που έτρωγες και στο εξωτερικό της τάχα δημοκρατίας, τα πάλευες από άλλο βέβαια πόστο, όχι από του Ράμφου και των εξ-πατς εξ Ελλάδος, αλλά η εκρηκτική κατάσταση της κρίσης είχε δημιουργήσει συγκλίσεις και είχε ανοίξει διαύλους επικοινωνίας και ρευστότητας, όπου η αριστερά μπορούσε να μιλήσει με τη δεξιά, και οι απαντήσεις ήταν άφτιαχτες και άφηναν περιθώρια τόσο για το καλύτερο, το πιο γόνιμο, όσο και για το χειρότερο, το πιο επιφανειακό.

Μια φίλη μάλιστα μου είχε στείλει λινκς και είχε παρουσιάσει το Ράμφο σα ‘δύσκολο’, τόσα (λίγα) καταλάβαινε κι αυτή όπως αποδεικνύεται, έψαχνε ‘από μέσα’ της τις απαντήσεις και προτιμούσε την τηλεόραση και τους ψυχολογικισμούς αντί για τη συστημική ανάλυση. Σημεία των καιρών όλα αυτά βέβαια. Μου είχε κάνει τότε εντύπωση άσχημη αισθητικά το γεγονός ότι ο Ράμφος έβγαινε στα κανάλια, σε πρωινές εκπομπές, σε τηλεπαράθυρα κτλ. Κι επίσης, ότι έκανε κάτι διαλέξεις σε ιδιωτικά ιδρύματα, ας πούμε τύπου ‘Σταύρος Νιάρχος’ κι είχε απέναντι του κάτι γέρους αστούς κυρίως. Δε θύμιζε εκδηλώσεις που πήγαινα εγώ, ή διανοούμενους που ήξερα, οι οποίοι δεν θα έβγαιναν στην τηλεόραση, ούτε θα μιλούσαν εκεί όπου μιούσε ο Ράμφος. Όλα αυτά τα μέσα είχαν δεχθεί την κριτική που τους άρμοζε. Αλλά σκέφτηκα ότι κι αυτός πρέπει να βγάλει κάνα φράγκο, ή ότι κι αυτός χρησιμοποιεί κάθε βήμα για να περάσει το μήνυμα. Μου είχε κάνει εντύπωση επίσης ότι τότε, στο 2010, δεν μπορούσα να τον κατατάξω ακριβώς πολιτικά από όσα έλεγε, γιατί την κριτική στη χώρα την έκανα κι εγώ και άλλοι σαν εμένα, κι επίσης δεν τον είχα ξανακούσει πιο πριν. Δεν είχα σκεφτεί ότι ίσως να ήταν κι ένας φελλός απλά που βγήκε στην επιφάνεια καιροσκοπικά, λόγω ημιμάθειας και γενικευμένης σύγχισης 🙂

Σιγά σίγα, όσο άρχισε να ξεκαθαρίζει η κατάσταση, κι όσο αντί να μιλάει για το κεφάλαιο, την εκμετάλλευση, την υπερκατανάλωση και την απάθεια σα πλανητικά προβλήματα, μιλούσε για τον ψυχισμό “του Έλληνα” και άλλα επιφανειακά – λες και ο Έλληνας είναι ένας μόνο, εκείνο το παιδί που είχε το επίθετο Ελληνίδης στο σχολείο ίσως, δίχως να μιλάει για το σύστημα παρά για την ψυχολογία “του Έλληνα” με τρόπο αυτιστικό, κλείνοντας τα μάτια στο παγκόσμιο και στα κοινά στοιχεία της κρίσης – άρχισε το πράγμα να ξεκαθαρίζει. Ο Ράμφος μιλούσε σα τη Μέρκελ, σα τον Τζίμερο, σαν τη Σώτη Τριανταφύλλου. Εκεί άρχισε να φαίνεται η απάτη, όταν μάλιστα άρχισε να βγαίνει ο κόσμος στο δρόμο για τη ζωή του, με όποιο τρόπο ήξερε, τον ανεπαρκή έστω, αλλά δε γίνονται αλλιώς αυτά, κι όλοι αυτοί οι μέτριοι στάθηκαν απέναντι του γιατί προφανώς απειλούνταν.

Και τότε, το καλοκαίρι, ενώ μιλούσαμε για βιβλία και την κρίση, αναφέρθηκα στο Ράμφο και ο συνομιλητής μου είπε “ποιος είναι, ένας παπάς;”

Τότε πείστηκα πια τελειώς να μην ξανασχοληθώ (όχι ότι βέβαια είχα ασχοληθεί και ιδιαίτερα) με το Ράμφο στις αναζητήσεις μου για απαντήσεις, παρά να ασχοληθώ αναλυτικά ίσως και μόνο μαζί με την περίπτωση του – καθώς και με όσους του δίνουν σημασία – σαν ένα σημείο των καιρών, ένα ακόμα δείγμα του ηγεμονικού λόγου που απαιτεί την πειθάρχηση του υποκειμένου στην υποβάθμιση της ζωής του, προκειμένου να γίνει “Ευρωπαίος” ή “νεωτερικός”, κλείνοντας τα μάτια, ή ακόμα χειρότερα, συσκοτίζοντας τις τεράστιες ανισότητες που προκαλεί μια ιστορική και βαθιά πολιτική συνθήκη, και ζητώντας από τον κόσμο να σκεφτεί πως θα γίνει ακόμα πιο κομφορμιστής στις επιταγές της οικονομίας της αγοράς, γι’ ανταγωνιστικότητα και επιχειρηματικότητα, όταν οι πιθανότητες ατομικής επιτυχίες σε ένα σύστημα που έχει ως θεμέλιο τον αποκλεισμό (πως να ανταγωνιστείς αλλιώς;), είναι μηδαμινές.

Κι έτσι άφησα τον αντιδραστικό φολκορισμό που αντιπροσωπεύει ο Ράμφος με το παράδειγμα του, όσο κι αν πουλάει τον πεφωτισμένο Ευρωπαίο: ένας γέρος, συμβιβασμένος, συστημικός, θιασώτης της ελευθερης αγοράς, που περίπου ντρέπεται για τη χώρα καταγωγής του όσο θαυμάζει τα πιο επιφανειακά στοιχεία της ‘Δύσης’.

20150330_223700