Nobody died from contradictions

The

death of a social machine

has never been heralded                                     by a disharmony or a

dysfunction; on the contrary, social m

achines make a habit of feeding on

the contradictions               they give                 rise to,                                              

on the crises                                   they provoke, on the anxieties

they engender,

and on the infernal oper

ations they regenerate.

       Capitalism has

         learned this,

           and has

 

 

ceased      doubting itself, while

even

 

socialists have abandoned                                          belief in                     the possibility of                                     capitalism’s                            natural

death by attrition.    No one has ever

died from contradictions. And the

                   more it breaks down,

the more it schizophrenizes,

the better it works, the

                                       American way.

Deleuze and Guattari: Savages, barbarians, civilized men

20150528_001857

Advertisements

Το καλοκαίρι είναι πάντα Ανδρέας Εμπειρίκος (2)

Λόγο της επικαιρότητας του, αναδημοσιεύω (με μικρές, επίκαιρες αλλαγές) την ανάρτηση της 1/6/2014 εδώ:

Και του χρόνου με υγεία, καλό καλοκαίρι!

Λένινγκραντ, 26/12/1962 Το θεατρικό έργο του Γκριμπογιέντωφ είναι θαυμάσιο και παίζεται αριστοτεχνικά. Το χειροκρότησα με ενθουσιασμό, όπως όλοι. Κρίμα που δεν το είδε ούτε ο Θεοτοκάς, ούτε ο Σωσός, ούτε ο Τσαντανάσης, ο οποίος με μέθυσε το απόγευμα στον Οίκο των Συγγραφέων και δεν μπόρεσε να έλθη ύστερα από τον έμετo που έκαμε. Το πρωί πήγαμε στο Ινστιτούτο Σμόλνυ, το παλαιό οικοτροφείο των κοριτσιών της ρωσσικής αριστοκρατίας, από το οποίο ξεκίνησε η επανάστασις του 1917, και όπου έμενε και ηργάζετο τότε ο Λένιν. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης μου, ο Σωσός μου είπε: “σκέψου τι μουνί θα υπήρχε άλλοτε εδώ μέσα!” Εγώ του απάντησα: “Ναι, ναι, το σκέφτηκα κι εγώ προ ολίγου. Όλος ο αφρός και μάλιστα ο αφρός του αφρού!” Και λέγοντας γέμισε το στόμα μου σάλια…

(Aνδρέας Εμπειρίκος -Ταξίδι στη Ρωσσία, ημερολόγια και φωτογραφίες, Δεκέμβριος 1962, Εκδόσεις Άγρα)

(και δύο εξαιρετικά ντοκυμαντέρ(ς)):

 assets_LARGE_t_420_54229326  pegasus_LARGE_t_209761_106045611

_MG_1369

Απόπειρες συναρμολόγησης θραυσμάτων

20150501_045733

Ο Αριστοτέλης μιλούσε για τη συνήθεια (την ‘έξη’) και τη δύναμη της στη ζωή του ανθρώπου – το παρελθόν μας είναι παντού. Κυρίως είναι πάνω μας, το φέρουμε στις κινήσεις μας, στους τρόπους μας, στις συνήθειες μας. Πόσο εύκολα αλήθεια αποβάλλεται κάτι;

Ο Σπινόζα μιλούσε για την επιθυμία. Η επιθυμία είναι το βασικό χαρακτηριστικό που καθορίζει τη ζωή του ανθρώπου. Η επιθυμία ως δυνητικότητα είναι η κινητήρια δύναμη του ανθρώπου και η προοπτική του να τα αλλάξει όλα.

(Ο Φρόυντ, και μετά από αυτόν ο Μαρκούζε, μιλούσαν για το θάνατο και τον έρωτα, ως βασικές κινητήριες δυνάμεις της ζωής: θάνατος: η εντροπία, η ματαίωση/ έρωτας: η επιθυμία, η ευχαρίστηση, η υπόσχεση)

Ο Κρόποτκιν στα εκπληκτικά του απομνημονεύματα (το αγαπημένο βιβλίο του Φραντς Κάφκα, ένα βιβλίο που εκτιμούσαν οι Τολστόι και Όσκαρ Ουάιλντ μεταξύ άλλων -ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσουν όλοι οι ριζοσπάστες, επαναστάτες και μη, κοινωνικά ευαισθητοποιημένοι κτλ άνθρωποι), μιλάει και για την εμπειρία της φυλακής (από εκεί έρχεται η παραπάνω σελίδα). Η φυλακή τσακίζει τη θέληση. Αν η θέληση είναι αδούλευτη, τότε εκμηδενίζεται. Αποτέλεσμα, η παθητικοποίηση, η αποχαύνωση.

Σε κάποιο μπλογκ διάβαζα ότι η ανθρωπότητα σήμερα βρίσκεται ιστορικά σε μια κατάσταση άρνησης της δουλείας της, ενώ σε άλλες εποχές υπήρχε τουλάχιστο η συνείδηση της δουλείας (και μέσα από αυτή τη συνείδηση, η προοπτική της εξέγερσης και της επανάστασης ίσως).

Τα όσα γράφει ο Κροπότκιν,αφορούν και την προσωπική δουλειά που πρέπει κανείς να κάνει. Πέρα από τις ναρκισσιστικές ανοησίες της ‘αυτοβοήθειας’ που αφορούν τους στόχους που θέτει η αγορά και οι νόρμες της (επιτυχία κτλ, πως θα γίνετε λεπτός, ποθητός, πως θα αποκτήσετε αυτοπεποίθηση, πως θα πουλάτε καλύτερα ό,τι έχετε να πουλήσετε κτλ κτλ κτλ), ο Κροπότκιν μιλάει για ένα άλλο ήθος, αγωνιστικό, τίμιο, με παρρησία και καθαρή αντίληψη της ιστορικής κατάστασης. Αυτές οι ποιότητες θα θέσουν τα αναχώματα απέναντι στον εκμηδενισμό που φέρνει η κάθε είδους φυλακή και καταπίεση, σε ατομικό αρχικά επίπεδο, για να πιάσει έπειτα το συλλογικό. Ενάντια στα νεοφιλελεύθερα κελέσματα της ατομικής ενδυνάμωσης, ας θυμάται κανείς ότι η συντριπτική πλειοψηφία δεν ξεφεύγει την ιστορική συνθήκη που ορίζει την περίοδο της ζωής της.

Fin de Copenhague

20150314_161349

 Κοπεγχάγη. «Ο ορίζοντας» La fin de Copenhague1 Eξόριστος πολλά χρόνια. Όταν τότε ήταν επιλογή. Μια επιλογή που κλείνει στη συνήθεια μα και σε γεγονότα εκτός ελέγχου. Μια επιλογή που γίνεται δυσκολότερη: το να φύγω. Κάποτε υπήρξαμε εδώ. Αλλάξαμε εδώ. Συναντηθήκαμε εδώ. Αποχαιρετιστήκαμε εδώ. Ξανανταμώσαμε εδώ. Τραβήξαμε γι’ αλλού, από εδώ. Συνεχίζουμε, εδώ, έστω και αν άλλοι φεύγουν. Έστω και να σε στοιχειώνουν όλα τα χρώματα και οι σκιές που θυμίζουν τη Φθινοπωρινή Σονάτα2 και τα έργα του Μunch, και πάνω από όλα, η ασήκωτη, απατηλή, θλιμμένη ομορφιά των τόπων αυτών: η κριτική πρέπει να γίνει από επιλογή, αλλιώτικα ποτέ δεν θα ξεφύγεις. Πρέπει να θέσεις τα σωστά ερωτήματα, για να σηκωθείς ξανά. «Τι κάνω εδώ;» Η ερώτηση που επιστρέφει μονίμως, διαλύοντας το παρελθόν το ίδιο, που αποδεικνύεται σαθρό και ανεύθυνο, σα να βρέθηκε επιτέλους το μέτρο για την κρίση των πραγμάτων και την αποτίμηση της ζωής έως τώρα με σκοπό την χάραξη πλεύσης, ξανά. Άνθρωποι έξω τριγυρνούν στο χιόνι, βιαστικοί, κάθε πρωί όλοι τρέχουν. Παρά τις εντάσεις των αυξημένων απαιτήσεων, μια ηρεμία βασιλεύει εξωτερικά και οι άνθρωποι γνωρίζουν να λύνουν τις διαφορές τους συζητώντας λογικά. Έτσι θέλουν να ζήσουν, λένε και δεν καταλαβαίνουν τα αίματα που είναι έτοιμα να χυθούν κάπου αλλού, στο όνομα της αδικίας. Ο θάνατος είναι η μόνη παράδοξη σιγουριά, γιατί να τον επισπεύσουμε; Γιατί να μην ζήσουμε; Γιατί, ενώ υπάρχει χώρος για όλους; Κι ενώ ξεκινούν με τις σωστές ερωτήσεις, γυρνούν έπειτα αδιάφορα την πλάτη, βέβαιοι πως οι άλλοι έκαναν λάθος, πως οι άλλοι ήταν λάθος εξ αρχής. Δεν μπορούν να δουν ότι η ευμάρεια τους βασίζεται στον πόνο κάποιων άλλων, όταν οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να είναι καταναλωτές, σκλάβοι, ή κάτοικοι μιας έρημης γης – για χάρη χωρών σαν και αυτής. Εδώ όσοι βρίσκονται στην κορυφή γι’ αντάλλαγμα τους επέτρεψαν στο πλήθος καλούς μισθούς και καλές συνθήκες, ώστε ν’ αναπτυχθούν ατομικότητες. Εκλεπτυσμένη βαρβαρότητα: εδώ αποστειρώνουν, ενώ στην Ελλάδα γκρεμίζουν. Το σπίτι στην γειτονιά –κέντρο απόκεντρο, ένα δωμάτιο, μια κάμαρη, άδειο, τόσο άδειο που δεν μπορούσε κανείς να κρύψει τίποτα. Πέντε χρόνια ακίνητα, γλιστρούν στους γύψινους διακόσμους, ξανά και ξανά, απρόβλεπτα, προβλέψιμα, ξανά και ξανά. Που να βρίσκεται τώρα εκείνη η ζωή, ένα κομμάτι, ένα ακόμα τέλος, δεν έχει τόσο σημασία, δεν χρειάζεται φόρτιση και κανένας επικήδειος, κανένα κύκνειο άσμα, απλά να φύγεις και να κλείσεις την πόρτα ανοίγοντας μια άλλη. Δεν υπάρχουν φαντάσματα, ο δρόμος είχε γνωρίσει πολλούς ενοίκους, πολλούς ακόμα περαστικούς, στα εκατό και τόσο χρόνια ύπαρξης του και μαζί με αυτούς ήταν κι εκείνος ξανά, ενώνονταν μαζί τους, με την ανυπαρξία τους, ντυμένη από αυτόν σε μια μορφής ματαιόδοξη συνείδηση που τάχα τους αναγνώριζε με οδηγία το υστερόγραφο του ιδανικού αυτόχειρα ποιητή: «Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!!»3 Η πόλη είχε συχνά αποκαλυφθεί σε σημείο αποκρουστικό, χώρια δε αφιλόξενο. H πόλη αυτοκτονούσε κάθε βράδυ πνιγμένη στα αβαθή αδιέξοδα της, ανοίγοντας δρόμο για συμφορές, σε όλους τους απροετοίμαστους, την ιστορική πλειοψηφία της εποχής. Πέθαινε στους μικρούς ανεπαίσθητους θανάτους που βίωναν οι κάτοικοι της καθένας ξεχωριστά, όπως το συνηθίζουν στον παγερό Βορρά. Και πραγματικά, παρά την τάξη, παρά τις ομορφιές, δεν υπήρξε ούτε ένας άνθρωπος εκεί που να συνάντησε και να του έκανε την εντύπωση που του έκανε η πόλη και ο μύθος που έσερνε στα πέρατα μακριά της. Δεν είχε ανθρώπους αντάξιους της που να ζουν εκεί και έπλεε σαν καράβι των μετρίων, λες και τα ιδεατά που πάσχισαν να φτιάξουν –και που πραγματικά κατάφεραν καλύτερα από οπουδήποτε αλλού- ήταν συνάμα καταδίκη. Άνθρωποι πνίγονταν στις πολλές επιλογές που άφηνε η πόλη, στις πολλές επιλογές εδώ στο τέλος του ορίζοντα, όλων όσων υπόσχονταν η εποχή μας, η ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός της ιστορικής μας στιγμής. Εδώ οι άνθρωποι δεν είχαν τόσο ισχυρά δεσίματα, προπαγάνδιζαν, εδώ οι γέροι κλείνονταν σε οίκους ευγηρίας, εδώ οι νέοι ταξίδευαν, εδώ ο έρωτας ήταν εύκολος. Στις πόλεις εδώ στον ορίζοντα, οι άνθρωποι δεν κλείνονταν στις σχέσεις, δεν του τυραννούσαν οι κατάρες και τα πάθη των γέρων τους. Εδώ είχαν στυλ σε κάθε στιγμή, εδώ το μάτι ήταν προπονημένο στις λεπτομέρειες. Εδώ τα είχαν καταλάβει «όλα». Εδώ όλα ήταν εύκολα. Εδώ οι άνθρωποι δεν έμεναν στάσιμοι, εδώ τίποτα δεν έμενε στάσιμο. Κι όμως εδώ οι «επιλογές» για τη ζωή και το διαρκές κυνήγι τους, σε βύθιζαν στην αναποφασιστικότητα, στον εφησυχασμό, στην κοινωνική φοβία. Εδώ οι «επιλογές» δεν σου άφηναν χώρο να τελειώσεις κάτι ή να καταπιαστείς, να ταυτιστείς και να αφοσιωθείς με κάτι (πέραν του ασαφούς πεδίου του «εαυτού»). Εδώ οι επιλογές «για όλους» έκαναν όλους δορυφόρους σε ελλειπτικές, προσωπικές τροχιές που σπάνια συναντιούνταν. Παρά τις καλές προθέσεις, εδώ έγινε μια πόλη που για πάντα θα σε θεωρεί ξένο και που πάντα θα σε μετράει, αυτό ήταν το τίμημα όλων αυτού του είδους των επιλογών. Γιατί αυτού του είδους οι επιλογές δεν ήταν οι μόνες. Ήταν μόνο οι επιλογές εκείνου του ορίζοντα. Πίσω από τα χαμόγελα, πίσω από την προθυμία, υπάρχει η αδυσώπητη εμμονή του ελέγχου, η δικτατορία της υπεροχής, το κυνήγι μικρών, ασήμαντων ανταγωνισμών που μαστίζουν πάντα εκείνους που έχουν, τα πλουσιόπαιδα του σχολείου κάποτε, μαζεμένα, ξαναγυρνούν σε μια αιώνια παρατεταμένη εποχή, την εποχή του εαυτού, την εποχή του νάρκισσου, εδώ, πίσω, παντού τοίχοι, και λίγοι διέξοδοι, προπάντων, λίγοι τρόποι για να μάθεις ότι είσαι ξένος. Βαδίζοντας ανάμεσα σε ψευδαισθήσεις ανεκτικότητας, ανάμεσα σε εκείνους που σε θέλουν πίσω τους για να μην υψωθεί ποτέ το επίπεδο, το δικό σου, το δικό τους, θα σου κρύβουν πάντα αυτό που είναι μπροστά στα μάτια σου, κάθε φορά που γυρνάς μόνος, κάθε φορά που συνειδητοποιείς ότι ζεις όπως όλοι οι ξένοι ανέκαθεν, κάθε φορά που γυρνάς μόνος [ο καλλιτέχνης από εκεί εξάλλου είχε πει, όταν ρωτήθηκε τι σημαίνει να δημιουργείς στην πόλη αυτή: «η Κοπεγχάγη σήμερα βρίσκεται σε μια αντεπαναστατική κατάσταση»]. Τα όμορφα κορίτσια που με τα γυμνά τους πόδια σε μύρια ποδήλατα, κάθε πρωί, σε κάθε γωνιά, ξανά και ξανά, κάθε βράδυ και κάθε απόγευμα, σου τσαλάκωναν την ψυχή, τα κορίτσια που εναπόθεσες τις ελπίδες σου, θα μαραθούν και θα αναγεννηθούν, ξανά και ξανά, και θα τα κυνηγήσουν αγόρια από όλα τα μήκη και τα πλάτη κάθε φορά σαν την πρώτη φορά και θα κάνουν έρωτα στα κορίτσια όπως έκανες κι εσύ, αχόρταγα, αβυσσαλέα, δίχως σταματημό, δίχως να χορτάσουν, θα ελπίσεις, όπως δεν χόρτασες κι εσύ. Ίσως ακόμα να είναι η καλύτερη δυνατή πόλη σε μια εποχή με τόσο χαμηλό ορίζοντα μέτρου σύγκρισης, σε μια εποχή όπου δεν υπάρχει συλλογικό όραμα συλλογικής προόδου, πέραν από ευχολόγια, και λέξεις δίχως αναφορές. Αλίμονο σε όσους δεν βρουν τρόπους, ιδίως σε τέτοια μέρη, που όλοι έχουν εργαλεία και που από μικρή ηλικία μαθαίνουν να ακονίζουν τα μαχαίρια τους, σε τέτοια μέρη που πυκνώνουν μέχρι εκεί που ξεκίνησες, αλίμονο σου. Είναι διαταγή να είσαι χαρούμενος, και αν δεν σου αρέσει πρέπει να φύγεις, μα η ευθύνη πάντα δική σου. (Αλήθεια; Αντιστάσου στις βολικές αφηγήσεις, έστω και αν βρήκες βήμα. Σε γερνάνε. Σε κλείνουν) Στα παλιατζίδικα, βιβλία, κούτες βιβλίων από τα ωραία σπίτια τους όπως φαντάζουν πίσω από τα μεγάλα παράθυρα δίχως πατζούρια, βιβλία ανακατεμένα από πολλούς θανάτους αγνώστων, βιβλία στα αζήτητα, σαν τους αγνώστους των κτηρίων, στις όμορφες γειτονιές με τα ποδήλατα, στις γειτονιές που στροβιλίζουν στο κεφάλι σου βιώνοντας τες στο ποδήλατο, ξανά και ξανά στην αιώνια εποχή μια νιότης. Στο Χαξλεϊκό σύμπαν του λειτουργισμού, της χαράς, του κανιβαλισμού, της τελειότητας, της νιότης. Και της λήξης. Η πόλη έχει γίνει μια φυλακή. Πρέπει να δίνω λόγο για κάθε τι που αφορά την παρουσία μου και τα κίνητρα μου, συνεχώς, σε όλους. Είμαι μονίμως υπόλογος σε κάθε συναναστροφή, στις ίδιες κοινότοπες κι επιτηδευμένες ερωτήσεις, στις ίδιες εξονυχιστικές παρατηρήσεις, για ζητήματα που ποτέ δεν θεώρησα ουσιαστικά – σε ζητήματα ηλίθια, τα οποία ανάγονται στις προκαταλήψεις εκείνων που ρωτάνε, που όλοι τους είναι τόσο αφόρητα ίδιοι. Και δυστυχώς κατάντησαν όλοι αυτοί, οι γνωστοί και οι άγνωστοι, οι μεθυσμένοι φωνακλάδες που καμώνονται τους κοινωνικούς, ή εκείνοι οι γνωστοί που υποδύονται τους φίλους και τους κοσμοπολίτες, να αποτελούν μια γενικευμένη μάζα, μέσα στην ομοιότητα των συμπεριφορών και των λόγων τους, μέσα στην ομοιότητα της άρνησης τους να δουν την πορεία της πόλης τους και των ζωών τους. Η Κοπεγχάγη, αυτή η θλιμμένη μούσα πρώιμων ονείρων, αυτή η κομψή βόρεια θεότητα έγινε ένας αδιέξοδος τόπος, όπου ελάχιστα μπορεί να περιμένει κανείς σαν εμένα. Η Κοπεγχάγη έγινε μια πόλη για λίγους, για εκείνους που καταφέρνουν να θέτουν τα κριτήρια –τα οποία τουλάχιστο στην εποχή που διανύουμε, ευθυγραμμίζονται με τις κυρίαρχες τάσεις της εποχής [στις πιο δύσκολες στιγμές κάποτε έτσι σκεφτόμουν]. Είναι η αλήθεια ότι η πόλη αυτή, που χανόταν κρυμμένη στις ομίχλες, στις βαθιές χειμωνιάτικες νύχτες, που γυμνώνονταν στα μακρά απελευθερωμένα ηλιόλουστα μερόνυχτα του καλοκαιριού και του Μάη, πίεζε για αισιοδοξία. Στα αμέτρητα, όμορφα, πρόσωπα. Πίεζε για μια αισιοδοξία, η οποία όμως δεν είχε κάτι από το ’60 αλλά σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, έδειχνε την προοπτική για κάτι άλλο. Έστω και αν είναι από τις λίγες πόλεις που βρίσκονται σε μια, κινηματογραφική διάθεση που είχε κάτι από nouvelle vague: στυλ, αναζήτηση του έρωτα και του εαυτού (αν και εις μάτην!), αμφιβολία. Τελειότητα. Έστω, επιφανειακά, αλλά καλύτερα από αλλού, έλεγα για να δικαιολογήσω την ύπαρξη μου εκεί και να δώσω ευκαιρίες λες και τάχα έφταιξα μόνο εγώ. Ήταν η αποθέωση της ατομικότητας σε ένα εναλλακτικό του Αμερικάνικου, μοντέλο. Οικολογικό, καλαίσθητο. Με μια βία διαφορετική, ευτυχώς όχι φυσική. Αλλού τα δύο είδη βίας συνυπάρχουν. Εδώ η έντονη αίσθηση του ατόμου προστατεύει από τη φυσική βία, ίσως από φόβο για τις προσωπικές συνέπειες ενός διαξιφισμού. Ίσως να ήρθε η ώρα να το δεχτώ: ηττήθηκα, εισχώρησα στη χώρα των μύθων και δεν μου άρεσε η πεζή της όψη. Κι όμως, σε έναν κόσμο που καταρρέει, οι μύθοι εκείνοι δεν θα είχαν κανένα μέλλον, παρά θα ήταν μια καθαρή πια αντίδραση, ένας αναχρονισμός, μια συντήρηση του κόσμου που μας έφερε ως εδώ, στο χείλος του γκρεμού. Το ερώτημα είναι, τώρα τι; Ένα ερώτημα που δεν τίθεται από όλους. Αλήθεια; Και ο Peter, o Karl, o Rasmus, η Pia, η Sarah, η Marie, και πόσα άλλα παιδιά από εκεί, που ήταν όσο ανθρώπινα είσαι κι εσύ, ή όσο άνθρωπος θα ήθελες να είσαι, ήταν άραγε και όλοι αυτοί το ίδιο, έτσι που τσουβαλιάζεις τα πάντα και τους πάντες, όπως κάνουν όσοι σε κατηγόρησαν κάποτε για όσα δεν ευθύνεσαι, για όσα αγνοούν; Εκεί υπήρξε κι ένας Άσγκερ Γιορν που έστειλε πίσω το βραβείο του Γκουγκενχάιμ το 1964, ένα βραβείο που ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ- γράφοντας σε τηλεγράφημα: GO TO HELL WITH YOUR MONEY BASTARDSTOPREFUSE PRIZESTOPNEVER ASKED FOR ITSTOPAGAINST ALL DECENCY MIX ARTIST AGAINST HIS WILL IN YOUR PUBLICITYSTOPI WANT PUBLIC CONFIRMATION NOT TO HAVE PARTICIPATED IN YOUR RIDICULOUS GAME. Σε έκανε η πίκρα και η ματαίωση μνησίκακο. Ό,τι και αν έγινε, κάνε την εξέγερση σου ξανά, ενάντια στις σταθερές σου, ανοίξου, δεν έφταιγαν μόνο εκείνοι, δεν είναι και τόσο διαφορετικοί, αυτός είναι ο ορίζοντας, παντού.

1 Asger Jorn – Guy Debord
2 Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
3 Κωνσταντίνος Καρυωτάκης To παραπάνω κείμενο μαζί με άλλα (κειμενα για πόλεις, φωτογραφικά κολάζ και ποίηματα του Μάνου Νικολάου) εκδόθηκε στο βιβλίο ‘η πόλις φεύγει’ (Εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη, Απρίλης 2013).

Στη γεννέθλια πόλη στο κατώφλι της ελπίδας

IMG_3682

Κατέβαινε ο ουρανός με φόρα – ανταμώσαμε στο Γεντί Κουλέ

(στο ‘συνήθη τόπο’)

Οι μικροί τύρρανοι ήταν τυχαία  σα να περίμεναν πάντα       εγκλωβισμένοι

πάχαιναν

IMG_3691

oι δρόμοι ως την παραλία στρωμένοι με φλούδες μανταρίνι νεράτζια και κάστανα σε όλο το δρόμο ίχνη οι παλιές πολυκατοικίες του 20 και του 30 σε μια πόλη χτισμένη μετά το 1950 αφημένη λήθη στην ανάπτυξη

γνώριζες διαδρομές αποφυγής για πάντα, κάποια στενά μόνο μπλοκαρισμένα       είχαν τώρα υποπέσει σε αχρηστία

έσκιζες τις τσέπες κι έριχνες σημειώματα φτερά πουλιών σα σφαίρες γραμματόσημα παλιών φουτουριστών

έραβε η μάνα σου τις τσέπες ύστερα

χαρακιές τα ξίφη του Ολύμπου που γνωρίσαμε μιας νεκρής θαλάσσης απόσταση

τι κρύο!

IMG_3686

και μια νέα γενιά να διψά για άλλους τόπους, δε φαντάζονται άλλα, μόνο

Στο μαύρο πανοφόρι το παλιωμένο έδειχνε με αυτό που είχε αφεθεί στο σπίτι που πια δεν υπάρχει

και κάποιοι ανταγωνισμοί άνευ σημασίας, να διαρκούν δίχως να γράφονται στον ορίζοντα που σκληρός έσπαζε στον ερχομό του ακόμα και τους περισσότερους με γράμματα που δεν ήξεραν να διαβάζουν με γράμματα που αναδιπλώνονταν και άλλαζαν

ολοένα και πιο κοντά, ένα με τη σιωπή, ένα με τη θλίψη, ένα με τις ημέρες

οι μέρες

μάζευαν τα λόγια και τα έπνιγαν, πετώντας τα στη θάλασσα, νεκρή στο πλήθος των μουγκών

IMG_3702

καβαλάρης διέσχιζε τα καλντερίμια της Άνω Πόλης με όνειρο αγάλματα

ο περιστερώνας, δύο παιδιά, ένας παλιός φούρνος, μια τούβλινη αυλή με τρανζίστορ, το Μαράκι, παιδία

IMG_3695

κακοτράχαλα σκαλοπάτια, ήρεμα σαν άγνοια, επιδεικτικά, σβησμένα στα ξεπλυμένα βήματα, αδιάφορα σα καθεστώς κακομούτσουνα σα νύχια με γέρους, δόντια κολλημένα ανεπανόρθωτα γη αδιόρθωτη που άδειαζε κουφάλες μεροληπτικών αγίων

-αλλού όμως είχαν σβηστεί πλήρως οι ενοχλητικές σφήνες μνήμης εδώ όμως το παρόν δεν τέλειωσε

IMG_3697

είδε σε ανύποπτα σκαλάκια τα θραύσματα της άλλης πόλης, την τρομερή ιστορία που πέραν μνημείων απλώνονταν, κι έφτιαχνε τέρατα

ήταν κατάρα

καταραμένοι όσοι ήξεραν                                                                                                  να μη μπορούν να τα πουν να μην μπορούν να εισακουστούν!

με κόπο έφτιαχνες φράσεις                                                                                               τις πετούσαν μετά του τις έκλεβαν

χαμένοι τότε στις βοές και στη σιωπή τους, μιλούσαν με νεκρούς ποιητές, με στίχους, παλια με εαυτούς άφηναν σημειώματα άλλα σημειώματα σημειώματα

Σίσυφοι δεν έφταναν ποτέ

οι σκάλες από τους τάφους των Εβραίων, ξανά και ξανά, αναίσχυντα, χρησιμοθηρικά βαλμένες μαρτυρούσαν το μη τέλος

IMG_3694

και γέμιζαν τα τέρατα τριγύρω, γέμιζαν κάλπες, αίμα ακαθαρσία το μέλλον

σελίδες, λόγοι στιγμές κόντρα σ’ ευφραδείς νίκες στην ισχυρογνωμοσύνη, η κριτική ανάλυση, η μνησίκακη δικαιοσύνη δίχως τακτική, η αναμονή ανίσχυρη σε παιχνίδια εντυπώσεων. Η γύμνια όμως της εποχής, των τελευταίων χρόνων, η αργυρώνητη γύμνια ατσαλώνει την κριτική έστω κι αν η αδιαφορία ζητωκραυγάζει θρίαμβος πετώντας πέτρες πέτρες σε αργοκίνητα καράβια

IMG_3704

Οι τηλεοράσεις ανοιχτές παντού, δράματα τεράτων, κοινοτοπίες τεράτων, κραυγές από τα ίδια κάθε παράθυρο. Και συγχρόνως να ερχέται έλεγαν η ελπίδα

αυτή τη χρονιά

 

πέντε χρόνια συλλογικής ήττας, θα μεινουν άραγε αυτοί οι δρόμοι ήσυχοι, πεδία συλλογισμών, στα χρόνια της ανάτασης;

 

 

 

 

 

 

λάιτινδεντάρκνες-ελαφρύς(ή φως)στο σκότος

IMG_3384

Από το φως στο σκοτάδι και πίσω/το φως που καμιά φορά στο σκοτάδι

20141219_105702[1]IMG_3647

IMG_3459IMG_3443

 

όσα περνάει ένας άνθρωπος στο τσακισμένο ανθεκτικό ακυβέρνητο δυνατό σώμα που δε λακίζει

σαν την αιώνια πτήση του Γκαγκάριν/σε τόπους τοξικούς σε αναπόδραστες ιστορικές συνθήκες

τέρατα:

‘για μας’

IMG_3072

IMG_3409IMG_3414

ποιον ορίζοντα ποιο ξημέρωμα που;

IMG_3408

20141206_162005[1]20141206_161736[1](εξον από) λίγες μορφές, ο πιο έντιμος άνθρωπος (ο Πέτρος Κροπότκιν)

ο Νίκος Ρωμανός

IMG_3642    IMG_358920141218_120625[1]20141218_153928[1] 

Ο Άιζενστάιν ξαφνικά στο δρόμο ένα βράδυ τόσο κοντά! το ίδιο ερείπιο στο τέλος του δρόμο στην αρχή κάθε ιστορίας κάθε επιστροφής

στους φίλους

20141124_153838[1]

сканирование0001IMG_3643

Άλλοι τόποι #1: Καλοκαίρια

Η βασική ιδέα είναι δέσω σε ενότητες κάποια κείμενα γύρω από ένα κοινό θεματικό άξονα και να δημιουργήσω booklets σε ψηφιακή αρχικά μορφή, που ίσως κάποτε να εκδώσω κιόλας σε τεύχη.

Το πρώτο που βγάζω ψηφιακά, περιλαμβάνει κείμενα που δημοσιεύτηκαν εδώ, και κάποια μέρη του δεύτερου βιβλίου μου, “ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής”.

Κοινός άξονας: το καλοκαίρι. Παραφράζοντας τον Καμύ, το ανίκητο καλοκαίρι που κρατάμε μέσα μας.

Κατεβάστε το εδώ:

Markos Karayannos, kalokairia