“Εκεί τον φτάσανε τον Έλληνα” (2 -συμβάντα)

Κάποια στιγμή ακούστηκε ότι ο Άδωνης Γεωργιάδης είχε περάσει από τα μέρη μας για λίγες ημέρες. Ευτυχώς δεν τον πέτυχα πουθενά. Βέβαια ένας τέτοιος αχρείος δε θα σύχναζε στα μέρη που σύχναζα εγώ. Αν υπάρχει ένα καλό που ζούμε εδώ πάνω, είναι που γλυτώσαμε από τέτοιους κοπρίτες σαν τον Γεωργιάδη που αφθονούν εκεί, δεν είναι δυνατό να τους ανεχτούμε ξανά κοντά μας.

Ο Χ. που τον συνάντησε (λόγο δουλειάς) ήταν ευχαριστημένος (ίσως και αισιόδοξος). “Για εμένα” είπε “είναι ο καλύτερος που πέρασε από εδώ”. “Δεν με ενδιαφέρουν τα πολιτικά” είπε “Κοκκινιά μεγάλωσα, είχαμε την ΚΝΕ και το Μπλόκο, αλλά δεν ασχολούμαι με τα πολιτικά”.

Ένα τσογλάνι είναι” του είπε ο άλλος. “Ναι αλλά όταν είχαν έρθει άλλοι υπουργοί εδώ, δεν γυρνούσαν καν να με χαιρετήσουν όταν τους οδηγούσα στο αεροδρόμιο. Ο μόνος που μου είπε, κάτσε αδελφέ, ήταν αυτός. Κι αυτός ήταν και ο μόνος που πήγε διαβασμένος στις συναντήσεις και ακολούθησε πιστά το πρόγραμμα. Έκανε κι ερωτήσεις και συμμετείχε στις συζητήσεις. Όχι σα τους άλλους”. “Και ποια ήταν η δουλειά που έκανε; Τι παρήγαγε;” “Έχει βουνά η Ελλάδα, έχει νησιά, χάνεται χρήμα τζάμπα. Έχει νοσοκομεία που δεν πατάει ασθενής. Να κόψει τα περιττά θέλει ο άνθρωπος” απάντησε ο Χ (να κάνει τη δουλειά, όπως θα έλεγε και η Άννα Νταλάρα).

Τον έπεισε παριστάνοντας τον φίλο, και κάνοντας παράσταση/προσομοίωση δουλειάς -άσχετο αν παρήγαγε καταστροφή. Ήταν χαμηλό όμως το επίπεδο, αποκρουστικά τα πολιτικά, άθλιοι και οι άλλοι πριν τον Άδωνη, άνοιξαν το δρόμο στο γκεμπελίσκο που κεφαλαιοποίησε την αθλιότητα τους. Ήταν κι αυτός (ο Χ.) ένα αθώο, αγράμματο παιδί από τον Πειραιά.

*

Ένα πρωί έλαβα ένα μήνυμα από αγνώστους στο κάουτσσέρφινγκ. “Γεια σου! Σε παρακαλούμε, φιλοξένησε μας, δεν θα σε ενοχλήσουμε, είσαι Έλληνας, θα μας νιώσεις! Είμαστε και από την ίδια πόλη” Δεν διευκρίνιζαν πόσο ήθελαν να μείνουν. Ήταν όμως προφανές ότι ετοιμάζονταν να μετακομίσουν. Στο προφίλ τους δεν είχαν πολλά, μόλις το είχαν μάλλον ανοίξει. Δε μπορούσε κανείς να καταλάβει και τόσα γι’ αυτούς. Τους απάντησα αρνητικά. Σε ένα δωμάτιο έμενα. Δεν γίνονται έτσι αυτά, σκέφτηκα. Μου έφεραν αμηχανία. Λίγο στο χαβαλέ, λίγο στην απελπισία, λίγο με μια εκβιασμένη οικειότητα, μη γνωρίζοντας κι οι ίδιοι που ακριβώς βρίσκονται και που ετοιμάζονται να πάνε. Άνθρωποι της εποχής τους, δεν μπορούσαν να δουν κάπως σφαιρικά τα πράγματα, λίγο πιο πέρα από αυτήν. Θα χτυπούσε άραγε κανείς μια πόρτα στην Ελλάδα να ζητήσει φιλοξενία;

“Ρώτα αν μπορεί κάποιος φίλος σου να μας φιλοξενήσει. Πως μπορούμε να βρούμε δουλειά εκεί; Κάθε πληροφορία είναι πολύτιμη” απάντησαν αργότερα στεγνά και κάπως επιτακτικά, ρίχνοντας άδεια μάλλον, και ότι πιάσουν.

Μου θύμισαν μια παλιά ιστορία 20 χρόνια πριν,  και μια ταινία που είχα δει δέκα χρόνια πριν, με τίτλο “Έλληνες τουρίστες” (κατά το ρατσιστικό ανέκδοτο “Αλβανοί τουρίστες” που έκανε θραύση στα 1990′ς, ως το πιο σύντομο ανέκδοτο) μια ιστορική αντιστροφή της τότε πραγματικότητας: οι Έλληνες μετανάστευαν μαζικά στην Αλβανία αντί για τους Αλβανούς στην Ελλάδα, λόγο ότι τάχα στον Εμφύλιο νίκησαν οι κομμουνιστές και είχε μπει η χώρα στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Το 1991 έπεσε ο σοσιαλισμός από την Ελλάδα με κινητοποιήσεις του κόσμου, η ταινία έδειχνε και συνεντεύξεις εκείνων που είχαν ρίξει το άγαλμα του Ζαχαριάδη από το Χημείο κι έλεγαν “ποτέ ξανά”. Έλληνες έφυγαν μαζικά για μια καλύτερη ζωή στον καπιταλισμό, σε πλούσιες χώρες σαν την Αλβανία. Εκεί τους μεταχειρίζονταν σα τα ζώα και τους εκμεταλλεύονταν παντού. Ένας βενζινάς έλεγε σ’ έναν Έλληνα που είχε στη δούλεψη του και τον έτρεχε “τι νόμιζες ρε, Ελλάδα είναι εδώ;”

Η ιστορία που μου θύμησαν, συμπεριλαμβάνεται στο παρακάτω κείμενο:

Aύγουστος 27, 2011

Ένας άνθρωπος.

Αποκομμένος. Γνωρίζει οργανικά τις αφηγήσεις της ζωής του. Τις γνωρίζει τόσο καλά που δεν μπορεί καν να τις αρθρώσει. Οι άλλοι δεν βλέπουν καμία αναφορά.

Εκείνος δεν μπορεί να εξηγήσει. Εκείνοι θα μπορούσαν να καταλάβουν, στα μέτρα του ανθρώπινου, την αντιστοιχία. Δε θέλουν όμως. Κλείνουν τα αυτιά.

Για να μπορούν να βρίζουν. Για να μπορούν να εκτονώνονται. Για να μπορούν να δικαιολογούν.

Για να μπορούν να μην κάνουν τίποτα. Για να μπορούν να κατηγορούν. Για να μπορούν να εκμεταλλεύονται. Τον άνθρωπο. Που έρχεται από μακριά. Που έρχεται από παντού. Ο άνθρωπος πρέπει να μιλήσει. Κάποιοι θα καταλάβουν. Κάποιοι, όχι.

Άνθρωποι από παντού τριγυρνούν στα πέρατα της οικουμένης, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Όλος ο πλανήτης είναι η Αμερική (από μια άποψη). Άνθρωποι τριγυρνάνε πασχίζοντας να φτιάξουν νέες ρίζες. Να αναγνωριστεί η αφήγηση τους.

Για την ώρα, τα σημεία αναφοράς τους είναι σβησμένα από την όψη τους, στα μάτια των ξένων, ξένοι σε ξένους, όλοι έγιναν ξένοι.

Όλο και περισσότεροι ωθούνται στο να φύγουν. Ανάγκη και επιθυμίες μπλέκονται. Κοινός παρανομαστής, η έλλειψη: η έλλειψη αυτογνωσίας που θα κρίνει τις ανάγκες, που θα κρίνει τους τόπους, που θα κρίνει τις επιθυμίες. Η έλλειψη του μέτρου που θα σβήσει και κάτι από όλα αυτά.

*

Στο κεμπαμπτζίδικο, στη γωνία των οδών Nørrebrogade και Blågårdsgade (εκεί που πιο παλιά ήταν ποδηλατάδικο) μια παρέα νέων, εναλλακτικών, τρώγανε πίτες όρθιοι, απ’ έξω. Από μακριά, για κάποιον που ήξερε φαινόταν φίλοι, με την ίδια οικειότητα που πρόδιδε σε αυτή την μικρή λεπτομέρεια την αφέλεια και τους τρόπους που έφερναν από εκεί που μόλις είχαν έρθει. Όλα διαφορετικά.

Μπορούσα να φανταστώ μέρος της αφήγησης τους. Υπάρχουν κοινοί τόποι.

Πιο κοντινοί τόποι.

Ανυποψίαστοι, σε αυτή τη χώρα που όλα τα μετράει. Ανήξεροι, με το θράσος του πρωτάρη, με το καλώς εννοούμενο θράσος του νέου που του φαίνονται όλα εύκολα και κατανοητά. Ήρθαν για καλύτεροι ζωή; Ήρθαν για να ξεφύγουν την θλίψη της Ελλάδας; Ήρθαν για να τραβήξουν το όραμα που τους κληροδότησαν οι γονείς τους; Θα ξεφύγουν άραγε από όλα αυτά;

Θυμάμαι τους πρώτους ανθρώπους που από την Αλβανία έφταναν στην Θεσσαλονίκη, κάποιο πρωί την άνοιξη του 1991, πηγαίνοντας σχολείο, να κάθονται έξω από της Αγιά-Σοφιάς τον περίβολο, ξένοι, κουρασμένοι μα με θάρρος.

Τους προσπέρασα ανταλλάζοντας βλέμματα, σα να ανταλλάζαμε κάποιο πρωτόγνωρο θέαμα, εγώ για αυτούς, εκείνοι για εμένα, οι κατατρεγμένοι και ο πολιτισμένος, νόμισα, το δείγμα μια ευνομούμενης, ευρωπαϊκής χώρας, σε κίνηση στην εύρυθμη ρουτίνα της. Τότε ακόμα, τις πρώτες εκείνες εβδομάδες, οι εφημερίδες τους παρουσίαζαν σα θύματα του κομμουνισμού, και με μια άποψη προκαλούσαν τότε στις αρχές την ανέξοδη και αυτάρεσκη «ανθρωπιά» των τηλεθεατών. Ήταν το άλλοθι που έλεγε το πόσο καλά είμαστε εμείς εδώ και πόσο ευχαριστημένοι πρέπει να είμαστε κτλ. Λίγο αργότερα, οι Αλβανοί έγιναν ανέκδοτο, εγκληματίες. «Αλβανός σκότωσε Βορειοηπειρώτη» ήταν ένας συνήθης τίτλος εκείνη την εποχή. Ήταν και η περίπτωση εκείνου του ζευγαριού που είχε φέρει ο παπάς στην εκκλησία, στο προαύλιο της οποίας –ελλείψη ελεύθερων χώρων στο πνιγμένο κέντρο της πόλης- που έπαιζε ο αδελφός μου. Εκείνο το ζευγάρι λοιπόν ζητούσε μανιωδώς βοήθεια, γιατί δεν υπήρχε τίποτα γι’ αυτούς στην πόλη εκείνη.

Έπιασαν το λοιπόν τα παιδία, τον αδελφό μου και ένα φιλαράκι του, με το οποίο έπαιζαν μαζί στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Ζήτησαν από τα μικρά παιδία βοήθεια, να τους πάνε στα σπίτια τους, και δεν τα άφηναν. Έτσι σε λίγο πήραν το δρόμο για το σπίτι μας, δύο τετράγωνα μόνο απόσταση. Η μάνα μας μέσα θα μαγείρευε. Ανοίγοντας ανυποψίαστη την πόρτα και βλέποντας τον μικρό στην αθωότητα του μαζί με δύο ξένους, τον τράβηξε από μητρικό ίσως ένστικτο μέσα και πρόφτασε να τους κλείσει την πόρτα. Αυτοί από έξω χτυπούσαν. Δεν μπορώ να σας φιλοξενήσω έτσι, αποκρίνονταν η μάνα. Θα κοιμηθούμε στη σκάλα, έλεγαν αυτοί, έξω. Και το τροπάριο αυτό το αδιέξοδο τραβούσε για ώρα. Κάποια στιγμή βγήκε ο «δίπλα». Εκ των υστέρων μάθαμε ότι κοντοστεκόταν όπως συνήθιζε, πίσω από την πόρτα, στην ασφαλή μεριά του εσωτερικού του σπιτιού του και άκουγε τι γινόταν. Έκανε έξοδο σα δράκος, με βρυχηθμούς και φωνές για «αστυνομία!». Έντρομοι εκείνοι έφυγαν αμέσως, αφήνοντας κατά μέρος κάθε διαπραγμάτευση. Ο γείτονας τότε γύρισε στην μάνα μου: «τι τους κρατάς» ρώτησε αγριεμένος σα προϊστάμενος της, ή σα δάσκαλος. Κάτι πήγε να πει εκείνη ότι δεν ήξερε, ότι δεν είχε ξανατύχει, ότι φοβήθηκε. «Έχουμε και παιδιά!» ξεφώνησε εκείνος τότε αποφασιστικά, «έχουμε περιουσίες!» Έπειτα έκλεισε την πόρτα πίσω του, επιστρέφοντας στο ασφαλές βασίλειο που διοικούσε.

Όσο για εκείνους τους -ποιός να ξέρει τι ήταν ακριβώς- εκείνους τους απελπισμένους, δεν ξανακούσαμε. Ούτε ο αδελφός μου τους ξαναείδε εκεί που έπαιζε, στο προαύλιο της εκκλησίας.

Κανείς δεν έμαθε την αφήγηση τους. Μόνο μέρος της.

Μια στιγμή στις χειρότερες τους.

Αυτοί βέβαια που τώρα έφτασαν εδώ, δεν είναι σαν εκείνους. Δεν είναι απελπισμένοι, δεν έφτασαν με τα πόδια δίχως χαρτιά, δεν τους κυριεύει ο πανικός μιας μεγαλούπολης όπου όλα είναι ακατανόητα, όπου οι άνθρωποι έχουν χάσει τη σημασία τους, όπου δεν υπάρχουν σημεία τομείς με τους άλλους. Οι γονείς τους μπορούν και πληρώνουν, ενώ οι ίδιοι έχουν απαιτήσεις, νομίζουν ότι τους δέχονται ισότιμα σαν Ευρωπαίους εδώ πάνω. Χρειάζονται ακόμα χρόνια για να φύγουμε όπως έφευγαν οι παππούδες. Είναι και εκείνοι κάτω, κάποιοι, που δεν έχουν τη δυνατότητα να φύγουν. Κάποιοι που φοβούνται να φύγουν επίσης. Ίσως εκεί να πηγαίνουμε κι εμείς. Αν προλάβουμε να φτάσουμε βέβαια, τώρα που άνοιξαν οι ασκοί των Αιολών.

Είμαστε μόνο στην αρχή. Κάτι που δεν μπορούμε να συλλάβουμε πλήρως.

υ.γ. Προσπάθησα να θέσω τις πραγματικές διαστάσεις της κοινότοπης φράσης που χρησιμοποίησα για τίτλο. Η φράση είναι εξάλλου λάθος -το εξηγώ παρακάτω αυτό. Πως κατάντησε ο άνθρωπος είναι ο σωστότερος τίτλος, αν θέλουμε να μιλήσουμε για επίπεδο.

 υ.γ. 2. Η τελευταία εξιστόρηση δημοσιεύτηκε στα “ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής”.  

Advertisements

“Έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα” (1 -η θεωρία).

Aφηγηματικά σχήματα σε κρίση: “Έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα” (μαζί με άλλες χοντρές κουβέντες, υποκριτικές σαχλαμάρες).

Μια τάχα γεμάτη φράση, που υποτίθεται ότι εκφράζει κάποια γενική αγανάκτηση των καιρών. Με τρόπο όμως φαύλο και σκοταδιστικό. Έτσι που να θυμίζει όλα τα κακώς κείμενα της προ κρίσης εποχής – που πια φαντάζει ιδεατή ενώ ποτέ δεν ήταν. Μια φράση σκαλωμένη. Υπενθυμίζει μόνο σε κάποιους την πνευματική φτώχεια που φέρει (βασικό) μερίδιο ευθύνης για τα δεινά που μαστίζουν τους ανθρώπους. Τη φτώχεια που κάνει τους ανθρώπους να τρομοκρατούνται από τις κινδυνολογίες και τις κούφιες απειλές της εξουσίας. Τη φτώχεια που κάνει τους ανθρώπους να δέχονται αμαχητί τις θανατικές καταδίκες που τους παραδίδονται γραφειοκρατικά. Ή την πνευματική φτώχεια των πολλών που ξεπλένει τέρατα σαν τον Άδωνη Γεωργιάδη, καθιστώντας τα ρυθμιστές του δημόσιου λόγου, επιφορτισμένα με το έργο της διάνοιξης του δρόμου για την εγκαθίδρυση των τύραννων. Την πνευματική φτώχεια που εμποδίζει τους ανθρώπους να διακρίνουν τα τέρατα, που μαζί με κάποια δόση υλικής εξαχρείωσης, κάνει ανθρώπους να ταυτίζονται με ανθρωπόμορφα κτήνη, αιμοδιψή, εγωπαθή.

Πως “έτσι” δηλαδή; Δεν διευκρινίζεται, εννοείται. Θα μας πουν με στόμφο: “τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται”. Επίσης, ποιοί “τον καταντήσανε”; Κι αυτό υποτίθεται ότι “εννοείται”. Και τι τελικά σημαίνει κατάντημα; «Προφανώς» εννοείται. Ή και, ποιός είναι “ο Έλληνας”; Κι αυτό είναι, υποτίθεται, πασιφανές (στους “Έλληνες”). Μια περιεκτική φράση που ξεχειλίζει από λεβεντοχωριατιά, κομπορρημοσύνη και πρωτόλειο καημό, τον σάπιο καημό που αναβλύζει στις ταβέρνες της επικράτειας.

Είναι μια φράση συναινετική. Ενώνει όλους “τους Έλληνες”. Δεν εξηγεί, καταφάσκει. Επιβεβαιώνει, ανεξαρτήτως –φαινομενικά- τοποθετήσεων. Είναι μια φράση -συμπέρασμα που μπλοκάρει τόσο τη σκέψη όσο και τη δράση. Είναι μια από τις φράσεις που επιμένουν να καλλιεργούν την αδυναμία, τη διάλυση της σκέψης, του στοχασμού πάνω στα κοινά, τα οποία έχουν σήμερα γίνει αναπόσπαστο μέρος της ιδιωτικότητας, με τις εξατομικεύσεις που η εξουσία επιχειρεί όσο κατασκευάζει τις (κτηνώδεις) νέες θεσμίσεις για την μετά-κρίση κανονικότητα.

Στη φράση “έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα” συμπυκνώνονται όλες oι αντιφάσεις που περιέχουν προτάσεις που θέλουν να κλείσουν ερωτήματα, παρά να τα ανοίξουν. Έστω κι αν η εποχή είναι κατάλληλη για ερωτήσεις εφ όλης της ύλης, έστω και αν όλα τα θέματα έχουν ανοίξει – σε πείσμα όσων αρνούνται τις πιθανότητες των καιρών – επιμένοντας σε μονόδρομους που επενδύουν με ιατρικούς και θεολογικούς δογματισμούς. Έστω κι αν ισχυρίζονται ότι τις στείρες αρνήσεις τις εκφράζουν όσοι καταφάσκουν στη ζωή και αρνούνται την καταστροφή που επιβάλλουν με θρησκευτική πίστη, έστω κι αν Αδώνιδες ψευδολογούν ότι τη στείρα άρνηση την εκφράζουν όσοι αναγνωρίζουν κι αποστρέφονται την αποκρουστικότητα της πραγματικότητας που οι δογματισμοί του κεφαλαίου παράγουν. Οι μηδενιστές και οι στείροι αρνητές, είναι όσοι υποστηρίζουν με κάθε δύναμη τα μέτρα που οργανώνουν την έλευση του θανάτου, πίσω από τους εξορθολογισμούς που χρειάζεται η κρίση τους. Την τυραννία που κρυφά προκρίνει το θάνατο, ως τη μόνη διέξοδο για τους πολλούς.

Αυτοί που αρθρώνουν φράσεις όπως η προηγούμενη, μπορούν επίσης να ισχυριστούν τα πάντα, εν είδη ποιητικής αδείας: η κενότητα περιεχομένου μπορεί να συνδέσει πράγματα αντιφατικά. Μπορεί για παράδειγμα να ισχυριστεί κανείς ότι έτσι τον κατάντησαν τον Έλληνα “οι πολιτικοί”, “η Τρόικα”, “τα λαμόγια”, “η αριστερά και οι ελληνόφωνοι που υποστηρίζουν τους μετανάστες”, “η λέσχη (μπόντι) μπίλντερμπεργκ”, “ο Σόρος”, “οι αναρχοσυριζαίοι”, “οι τεμπέληδες δημόσιοι υπάλληλοι”, μαζί. Μπορούν επίσης να πουν ότι αν δούλευε ο Έλληνας τώρα “δε θα ήταν εδώ”, αλλά “τον έμαθαν να μη δουλεύει και να ζει με δανεικά”, να “κοροϊδεύει την Ευρώπη” κτλ. Η αποσύνδεση του λόγου από το νόημα και η αδυναμία στοχασμού πάνω στην εμπειρική πραγματικότητα που φέρει η άρνηση των αντιφάσεων της πραγματικότητας (μιας τέτοιας πραγματικότητας μάλιστα όπως η σημερινή), ανοίγει το δρόμο στην ασυδοσία ενός πληθωρικού μα φτωχού, μη-λόγου που μόνο εντείνει τη σύγχιση.

Οι κενού περιεχομένου, γεμάτες στερεότυπα ερμηνείες της κρίσης, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρων στον δημόσιο λόγο της κρίσης και των ευθυνών της, ευθύνες οι οποίες χρεώθηκαν στους πολλούς με τα λίγα. Μέσα σε αυτό το στενό και φτηνό πλαίσιο ερμηνείας της κρίσης και της εποχής μας, η διέξοδος που δόθηκε στους πολλούς με τα λιγότερα, ήταν αυτή του μνησίκακου και κενολόγου εθνικισμού, μέρους του οποίου είναι και φράσεις/συμπεράσματα του στυλ “έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα”, ανθρώπων που γυρνούν την πλάτη, “με τον τρόπο των ανθρώπων που θέλουν να μείνουν μόνοι με το γέλιο τους” (Φρανς Κάφκα, παράτα τα!).

Νίκες (;)

Μόνο

ένα βαρύ χτύπημα ανάμεσα στα ημίτονα

μόνος πήγαινα καμπάνες σα φύλλα στον αέρα

χτυπούσαν, χτυπούσες

το βράδυ πίσω η από πάνω χτυπούσε

καταριόταν μέδουσες χτυπιόταν σα μέδουσα

εσύ κρυβόσουν στα φύλλα του Λουντ

στο αύριο εγώ να μη μου λείπεις

ενώ μια ατέλειωτη ουρά ανθρώπων περιπλανιόταν Ιουδαίοι, αυριανοί Musselmanner

μέχρι τη χώρα μου η από πάνω χτυπιόταν

σε πείσμα των καιρών εσύ αρνιόσουν εκείνη χτυπιόταν

παρά το πείσμα των καιρών δε σηκώνονταν οι πέτρες

να τη χτυπήσουν

*

Κατέβαιναν οι φτερούγες ταχύτατα

με το σφυρί και το δρεπάνι της δικαιοσύνης

στα χέρια της Νίκης

μόνο τα παιδιά το είδαν

ένα παιδί έδειξε στον ουρανό

εκεί φέρεται, είπε

το άλλο μίλησε στον καρπό του στον Κιττ

επέστρεφαν

για πάντα επέστρεφαν

(ποτέ δεν είχαν φύγει)

*

Σε βρήκα ξανά πετώντας

“έρχεσαι έπειτα” (όπως είχε πει και η Αννούλα)

αλλά είχες άλλα

– η ζωή του ποιητή

– δεν μπορώ να γράψω για τα δέντρα

οι δρόμοι που είχαμε ξεκινήσει μαζί

δεν τέλειωσαν

πως να σε κάνω να το δεις

από δω

And what exactly is a dream and what exactly is a joke?

And what exactly is a dream and what exactly is a joke

Αναρωτήθηκε ο Syd Barrett στο «Jugband Blues», εκπαραθυρωμένος από τη μπάντα που ο ίδιος ίδρυσε, και η οποία έπαιρνε την κατεύθυνση που ήθελαν «εκείνοι οι φοιτητές αρχιτεκτονικής» (μέχρι χτες σύντροφοί του στους Floyd), δηλαδή ενδοσκοπικό, στοχαστικό, ευαίσθητο και ταυτόχρονα αυστηρά οργανωμένο, προγραμματισμένο, τεχνολογικό ροκ που κατέληξε μετά το 1980 με ξερά συνθήματα «we don’t need no education», συγκρούσεις εγωισμών και γηράσκοντα ναρκισσισμό. Και όμως, οι Floyd χωρίς Barrett υπήρξαν εξαιρετικοί στην πορεία τους, έχουν κορυφαίες στιγμές και δίσκους ολόκληρους, αλλά δε θα μιλήσουμε σήμερα για εκείνους.


Ο αποκαμωμένος Syd μετά από δύο προσωπικούς δίσκους ή καλύτερα απόπειρες για δίσκους, αφού έφυγε από τους Floyd, τα παράτησε όλα και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του σε απομόνωση, κοντά στη μητέρα του ζωγραφίζοντας, όπως μας πληροφορούν τα μουσικά περιοδικά. Έγινε μύθος («I know where Syd Barrett lives» – Television Personalities), αλλά ούτε αυτό μας αφορά πραγματικά. Για να τελειώσουμε με τα (βαρετά) βιογραφικά στοιχεία, σίγουρα δεν ήταν σε καλή κατάσταση, δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει το γκρουπ σε μαζική καταξίωση και γεμάτα στάδια όταν έφυγε από τους Floyd, όμως:
Ο Syd δεν είχε σκοπό να γίνει είδωλο ή γνωστός ή να αρέσει στα κορίτσια. Αγαπούσε ρομαντικά τα μπλουζ και την ποίηση, αυτά του έδωσαν το υλικό για μια νέα μουσική γλώσσα, με την οποία μίλησε για όσα έβλεπε γύρω του. Από την αγγλική κοινωνία σε μετάβαση μέχρι τον εαυτό του, μέχρι τα άστρα. Στην τέχνη του αποφάσισε να δοθεί ολόψυχα, ως παρανάλωμα του πυρός, με αποτέλεσμα να κατακερματίσει τον εαυτό του, με τη βοήθεια παραισθησιογόνων (που αργότερα η ιατρική απέδειξε ότι προκαλούν σχιζοφρένεια). Όσο άντεξε, άγγιξε τα πιο δύσβατα σημεία της ψυχής (τι αδόκιμη, φροϋδική λέξη, αλλά δε βρίσκω άλλη).


Μας μίλησε για το όνειρο σαν υπερρεαλιστής ποιητής, μας έφερε σε επαφή με την πιο σκοτεινή και δύσβατη πλευρά του εγώ, παίρνοντάς μας από το χέρι με το χιούμορ του, διαβεβαιώνοντάς μας ότι το ταξίδι μπορεί, αξίζει να γίνει και δεν θα είναι και τόσο επώδυνο. Μίλησε για την αγάπη κόντρα στον υλισμό όχι με κάποια πουριτανική υπερ-ιδεολογία της «ειρήνης» αλλά με όχημα ένα τραγούδι για το ποδήλατό του (Bike) – που ούτε καν του ανήκει αλλά θα ήθελε να το μοιραστεί με την αγαπημένη του, με σεξουαλική υστεροβουλία φυσικά . Η ορμή του να γράψει και να τραγουδήσει ήταν βαθιά ποιητική, ήταν ανάγκη και διαδικασία ανακάλυψης. Το χιούμορ του άμεσο, αθώο αλλά και οριακό, ακατάλληλο για δημόσιες σχέσεις, τέτοιο που θέτει σε δοκιμασία τον άλλο, δεν τον διασκεδάζει, πάντα όμως ανθρώπινο, ανυπόκριτο.
Κατά τις ηχογραφήσεις του (υποκριτικού) ύμνου προς αυτόν «shine on you crazy diamond» επισκέφθηκε τους παλιούς του μουσικά προοδευμένους φίλους που έπαθαν σοκ βλέποντάς τον ξυρισμένο γουλί (και τα φρύδια μαζί). Φυσικά, σκέφτηκαν πώς κατάντησε, ότι τρελάθηκε τελείως, τον λυπήθηκαν. Ο Waters (ξεπλένοντας τις τύψεις του με οίκτο) του έβαλε να ακούσει το κομμάτι που έγραφε για ‘κεινον. Το άκουσε προσεκτικά και μετά από δευτερόλεπτα σιωπής, του είπε “it’s a bit old”. Αυτή ήταν η άποψή του. Σύντομη, ευγενική, αστεία, ειρωνική, όπως και η εμφάνισή του, που ουσιαστικά αποσκοπούσε να τους δείξει πόσο «τρελός» ήταν, αφού εκείνοι αυτό πίστευαν, να πάει τη δική τους αντίληψη στην υπερβολή. Φυσικά, κανείς δεν κατάλαβε το αστείο ή τη συγχωρητική καλοσύνη που τους έδειξε με την επίσκεψή του.
Με θρήνους ο μουσικός τύπος αναφέρεται στην απόσυρση του Barrett (που οφείλεται και σε κλονισμένη ψυχική και σωματική υγεία, πράγματι). Αυτό που δεν γράφουν είναι ότι ο δημιουργός Barrett δεν είχε λόγο να ασχοληθεί άλλο με μια γλώσσα που ήταν ήδη νεκρή. Η «ροκ» μουσική είχε τυποποιηθεί, η μυθολογία της, το πάθος που την οδηγούσε, οι υποσχέσεις και οι ουτοπίες που ανάβλυζε, όλα. Ο χρόνος όλα τα αποξηραίνει, και η εμπορευματοποίηση βοηθάει βέβαια. Να πιάσει μια κιθάρα για να πει τι, σε ποιόν? Αντιθέτως, η ζωγραφική του παρείχε το χρόνο, την ελευθερία και την άνεση να εκφραστεί όπως ήθελε (και μπορούσε) πλέον.
Άλλωστε, τη στιγμή της έκρηξης των χρωμάτων, της επανάστασης, όταν όλα ήταν ή φάνηκαν δυνατά, o Barrett την άδραξε, για να μας πει όσα πρόλαβε και είναι αρκετά. Όταν η σκόνη καταλάγιασε και άρχισαν τα συνθήματα και η αυτοαναφορική λατρεία ήταν ήδη αργά για ‘κεινον. «Vegetable Man» ο ίδιος, σύμφωνα με την οδυνηρή αυτοκριτική του, και γύρω του όλα ξένα… δεν υπήρχε πια γέλιο, ανακάλυψη, όνειρο. Αυτά που μας λείπουν, και εκείνος.
«Wouldn’t you miss me, wouldn’t you miss me at all?»

(του Σ.Μ., ή Π.Τ.)

Neoliberal ταρίφας

wuerker_virtual

“Μιλάς τη γλώσσα όπως εγώ, από που είσαι; ” μου είπε ευθύς μόλις μπήκα στο ταξί και τον χαιρέτησα, ξημερώματα κάποιας μέρας του Οκτώβρη. “Από Ελλάδα. Εσύ;” “Από Πακιστάν.”
Σου αρέσει εδώ; Καλά είναι. Εσένα; Μου αρέσει, είπε κι αυτός. Έχει πολλούς εδώ από χώρες όπως η Ινδία, το Πακιστάν, η Ελλάδα συνέχισε. Έχετε προβλήματα στην Ελλάδα, πρόσθεσε καταφατικά. Ναι, είπα εγώ. Τι θα γίνει; ρώτησε τότε, λες και όλος ο κόσμος παρακολουθούσε τo σαδιστικό σήριαλ που μαγειρεύονταν κάτω. Περιμένουμε να πέσει η κυβέρνηση, απάντησα εγώ, μη θέλοντας να δώσω διάσταση στην ίδια κουβέντα, ξανά και ξανά.

“Χρειάζονται μυαλά είπε τότε αυτός. Όχι πολιτικοί, ειδικοί για να καθήσουν, να κάνουν συνέδρια και να δουν πως θα φτιάξει η οικονομία.”

Νομίζεις; Τον ρώτησα. “Φυσικά, οι πολιτικοί δεν είναι που τα έφεραν εδώ τα πράγματα; Χρειάζονται ειδικοί που να ξέρουν από όλο τον κόσμο για να φτιάξει η οικονομία” συνέχισε αυτός, σίγουρος για ότι έλεγε. Πως πάει η οικονομία στην Ελλάδα, ρώτησε έπειτα. Ανακάμπτει; Is the economy recovering? ρώτησε, λες και την ήξερε την οικονομία προσωπικά, ή λες και την είχε καταλάβει πως κινείται. “Όχι” του απάντησα. Θέλει λίγο χρόνο, είπε τότε αυτός. Όχι, επανέλαβα. Στο διάολο πάει η κατάσταση, χειροτερεύει με όσα κάνουν οι υποτιθέμενοι “ειδικοί”. Ήμουν αποφασισμένος να μη χρησιμοποιήσω τις ψευδογνώσεις και την ορολογία της τηλεόρασης. Είχα αρχίσει να νιώθω ότι δε λέμε τίποτα πια, ότι κάνουμε ένα small talk με μπανάλ λέξεις της τηλεόρασης. Και φάνηκε ξεκάθαρα ο αλλοτριωτικός ρόλος της τηλεόρασης γι’ ακόμη μία φορά, στους ανθρώπους της εργατικής και της μεσαίας τάξης.

Η τηλεόραση μετέτρεψε την καταστροφή που προκαλεί η οικονομία του κεφαλαίου, σε κάτι που δεν μπορείς να το αγγίξεις, κάτι για το οποίο μιλάς σα να μιλάς για τον καιρό. Οι ειδικοί ή οι Θεοί των αγορών θα αποφανθούν, αν “η οικονομία θα ανακάμψει”. Γέμισε ο χώρος με ψέμματα.

“Είναι όλα λάθος όσα κάνουν κάτω. Καταστρέφουν όσα είχαν φτιαχτεί εδώ και πολλά χρόνια. Διώχνουν τον κόσμο. Πρέπει να φορολογήσουν τους πλούσιους.” Κοίταζα να τα λέω απλά, και κατανοητά. Χοντρά ίσως. “Ναι αλλά αν φορολογήσουν τις επιχειρήσεις, θα πάνε αλλού” αντέτεινε αυτός με το πρακτικό του νου. Ας πάνε, είπα τότε. Κι εννοούσα να πάνε στο διάολο.

Έχετε πολλούς ξένους στην Ελλάδα, συνέχισε έπειτα, με ύφος που έδειχνε κατανόηση απέναντι σε ένα πρόβλημα. Παρά την έκπληξη μου, σκέφτηκα να του απαντήσω. Και του απάντησα πάλι αρνητικά για να του δείξω ότι δεν ήταν πρόβλημα, εκτός αν πήγαινε να με ψαρώσει. Δεν είναι πρόβλημα αυτό, είπα. το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν κάτι να κάνουν εκεί τόσο χάλια που είναι, και ότι δεν μπορούν να φύγουν από τη διαβολεμένη εκείνη χώρα. Δεν απάντησε σα να τον δυσαρέστησα. Ίσως να ένιωθε ο ίδιος ενσωματωμένος και να μη του άρεσαν κι αυτού οι μετανάστες. Το κάνουν αυτό οι παλιότεροι μετανάστες συχνά που έχουν εφησυχαστεί και που πάσχισαν χρόνια να γίνουν μέρος της χώρας υποδοχής. Ήταν πράγματι ένας grassroots νεοφιλελεύθερος, άφηνε την οικονομία (τον καπιταλισμό δηλαδή) να κινεί τα πάντα και τα παρακολουθούσε από την τηλεόραση του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ίσως και γιατί ο ίδιος δραπέτευσε από τα κάτεργα του καπιταλισμού στη χώρα καταγωγής του, η “οικονομία” δούλευε γι’ αυτόν καλά. Αν πάει στραβά κι εκεί κάποτε, ξέρει που θα τα ρίξει, ίσως να τα ρίξει εκεί που τα ρίχνουν οι αντίστοιχοι του στην Ελλάδα και αλλού, να του φταίνε κι αυτουνού οι μετανάστες, γιατί αυτός ήταν μεν μετανάστασης “αλλά δούλευε”, όπως λένε αρκετοί Έλληνες μετανάστες για να ξεχωρήσουν και να μην ταυτιστούν με την τάξη τους.