Ξεκινούσε η τελευταία μικρή εποχή

IMG_0035

Στο μακρύ ξημέρωμα
ήθελα να τρέξω
κυβόλιθοι έτριζαν λαμαρίνες
απαλό φώς καθώς ανέβαινε στη μεγάλη νύχτα
το έφερνες μέσα σου
ξενέρωτοι μας είχαν χαλάσει τη διάθεση
ψυχάκηδες όλοι, δεν έβλεπαν δύο χρόνια
κι εξακολουθούσαν, δεν ήξεραν άλλο, τους άρεσε έτσι
έμοιαζε να σε χρησιμοποιούσαν γλυκερά
σκαλωμένοι όλοι
– κλαψούριζε η άλλη και το απολάμβανε, τα είχε όλα λυμένα, ακριβή
με σκυλάδικο τρόπο, έδειχνε πως πάντα ένιωθε
πιο ευάλωτη παρά ποτέ

“Η μοναξιά δεν έχει το θλιμένο χρώμα στα μάτια της συννεφένιας γκόμενας. Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών και στα παγωμένα μουσεία” [1]

Εκείνη όμως δεν το ζήτησε ποτέ.
Σκαρφάλωσες το βράδυ ξανά, ακολουθώντας τους ίδιους δρόμους, με άλλους συντρόφους τώρα
κανείς δεν ήξερε το μονοπάτι καλύτερα, έστω κι αν είχες χάσει τον προορισμό
οι πρωτοπόροι εξάλλου, είναι πάντα αδέξιοι
-εσύ θα δώσεις το τέλος, μην περιμένεις άλλους, εδώ είσαι μόνος.

κι εκείνη η σιλουέτα, η αγγελική
στα μάτια σου, στα καλύτερα της
-τουλάχιστο έγινε τώρα φανερό (και στον τελευταίο αρνητή)
δεν την έπιασες να χορέψετε, κοίταζες μοναχά σα πάντα
έπλασες το παραμύθι κι έπεσες μέσα
δεν ήταν “σε φάση”
“είσαι εγωιστής”
-αταίριαστοι, πια.
Δεν το ζήτησε ποτέ, εξάλλου.
δεν γίνονται όλα με τα λόγια μόνο.
πας να το υπερασπιστείς, λες και δεν είχες να πιαστείς
τι σου έλλειψε ακριβώς;
-Κατάλαβα.
Αλλού
τόσοι ήταν, τόση ήταν, τόσος ήσουν

Ξεκινούσε μια ακόμα εποχή όλο ελευθερία
είχε πετύχει μέχρι και στα βασικά: μήνας Απρίλης, ήλιοι
είναι άραγε αυτό το μεσοδιάστημα, η εποχή των τεράτων;
(Αφορά τον Γκράμσι αυτό το συμβάν;)
όπως είχε ρωτήσει κι εκείνη: είμαι μήπως μίζερη;
όχι, δεν είναι προσωπικό αυτό το ζήτημα, για να απαντηθεί με τέτοιους τρόπους

[1] Κατερίνα Γώγου, η μοναξιά

Η Ρόζα

“Those who do not move, do not notice their chains.”

Αυτοί που κινούνται, καταλαβαίνουν τις αλυσίδες τους

And now red Rosa has disappeared,
Where she lies nobody knows.
To the poor the truth she taught
The rich hunted and out of this world she was brought.

Brecht, 1919, ‘The ballad of red Rosa’.

“Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: «Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».
Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!
Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.”

(Νίκος Καζαντζάκης)

 

Κείμενα φίλων: ορφανά παιδιά μιας άυπνης νύχτας, ματαιώσεις – επιστροφή

Είναι τραγικό να ζούμε για μια αναλαμπή. Δεν αρκεί. Να συρόμαστε από την ελπίδα. Να μας ματαιώνουν. Να δίνουμε συνεχείς υποσχέσεις στον εαυτό μας ότι θα τα καταφέρουμε. Να κάνουμε ασκήσεις αντοχής. Να μπαζώνουμε την αγάπη με σκουπίδια και μετά να την ψάχνουμε ανάμεσά τους. Να ζούμε εφήμεροι. Να αναζητούμε λάμψεις τη νύχτα. Τα άστρα είναι μακριά. Μόνο η νύχτα μένει. Η νύχτα δεν τελειώνει.

Επιστροφή στο μαντρί του εγώ. Μετρήσαμε απώλειες, κέρματα έπεσαν από τις τσέπες, λόγια, στίχοι, τραγούδια, μια πραμάτεια πεταμένη, χαμένη στο δρόμο. Αφήνουμε το συνωστισμό και το θόρυβο από τις φωνές, πίσω στο σκοτεινό υπόγειο, στο εργαστήρι, να συμπληρώσουμε το χάρτη των ανθρώπων με όσα νέα μάθαμε, να απλώσουμε τις ασχήμιες στον καμβά, να υφάνουμε τον καινούριο μύθο, απορροφημένοι στο εργόχειρο. Το σκονισμένο παράθυρο μισάνοιχτο τρίζει, περιμένει τον άνεμο να το βροντήξει να κλείσει. Δεν υψώνουμε το βλέμμα. Δε φαίνεται τίποτε από εδώ, μόνο πατημασιές.

(Του Π.Κ., ή Σ.Μ.)

Ιστορίες από τη Γκουέρνικα

Όταν ο Γερμανός απέναντι από τη Γκουέρνικα, ρώτησε (όλο υποκρισία και αθωότητα) τον Πικάσο “εσείς το κάνατε αυτό;” εκείνος του απάντησε “όχι, εσείς το κάνατε αυτό”.

Historia-Guernica-Hitler-Francisco-Franco_CLAIMA20120426_0042_1940-12-17/35

Η πρώτη φορά που την είδα, ήμουν παιδί. Ένα πρασινωπό αντίγραφο της στο “εργαστήρι”. Με τρόμαζε, γιατί ήταν κάτι που δεν είχα ξαναδεί. Η λάμπα εκείνη ήταν τόσο οικεία, σα καρικατούρα, αταίριαστη με το υπόλοιπο σύνολο. Έδειχνε κάτι που θα προτιμούσα να μην γνωρίζω, όμως φαινόταν αληθινό, σα να είχα ήδη ψυλλιαστεί την συντριπτική όψη του θανάτου. Ο Γιώργος ήταν εξοικειωμένος, οι γονείς του την είχαν κρεμάσει, στο σπίτι τους στην Ερμού, η πολυκατοικία στη θέση των κτιρίων που χτίστηκαν μετά τη φωτιά, που τώρα δεν υπάρχουν, ένα δρόμο κάτω από εκεί που μεγάλωσα, απέναντι ακριβώς από τη δουλειά του πατέρα μου.

427319_308511252580271_1643330179_n 293510_10150305671336951_1484855697_n

Αργότερα, κρέμασα στα Γιάννενα μια αφίσα που μάζεψα από την πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου, είχε την Γκουέρνικα κοκκινωπή, με λόγια φοιτητικών οργανώσεων ενάντια στον τότε πόλεμο. Η Μαρία μόλις γύρισε από το ιντερέηλ της στην Ισπανία, μου έφερε κι ένα μεγάλο καρτ ποστάλ της Γκουέρνικα. Την είχε δει, είπε.

Την ίδια χρονιά, στη Νορβηγία, στο διαμέρισμα της Λινν στο κεντρικό Όσλο, η Γκουέρνικα επίσης εκεί. Την είδες; τη ρώτησα. “Its big” μου απάντησε εκείνη, κοιτώντας με στα μάτια με έναν τρόπο πόθου και αμφιβολίας, που ποτέ δεν κατάλαβα τι σήμαινε στις γυναίκες, ή πως να το χρησιμοποιήσω. Έβραζαν τα πλούσια της στήθη, υπέφεραν στη φειδωλή κι ενοχική ματιά της.

Αρχές Μάρτη πολλά χρόνια αργότερα, είδα επιτέλους ιδίοις όμμασι τη Γκουέρνικα, μια Κυριακή πρωί στη Μαδρίτη. Μαζί και πολλά άλλα σχετικά, μακέτα από το Ισπανικό περίπτερο του 1937 στο Παρίσι, σπουδές, φωτογραφίες. Άλλοι πόλεμοι είχαν γίνει και μαίνονταν, όχι μόνο από το 1937, αλλά και από τη χρονιά που πρωτοκρέμασα τη Γκουέρνικα στο φοιτητικό μου δωμάτιο.  Η Γκουέρνικα έστεκε εκεί, με όσες δυνάμεις της απόμεναν. Ύπουλος πόλεμος σήμερα, επενδύει στις τέχνες, η αξία τους ανεβαίνει με το χρόνο (λένε οι οικονομιστές), ιδανική επένδυση σε συνθήκες κρίσης.

picasso & francoise by robert capa 195110am84

Κάποιοι φίλοι Ισπανοί επίσης, κάποτε μου είπαν ότι νέος ο Πικάσο, είχε πάει σε ένα χωριό να ζωγραφίζει. Εκεί άρχισε να γαμάει όλες τις γυναίκες του χωριού. Τις γάμαγε όλες. “Όλε” θα φώναζε σε κάθε μια που καβάλαγε, όλε! για κάθε μια που πελεκούσε, “όλε!” για κάθε μια που κάρφωνε στον πέλεκυ του, σα μαινόμενος ταύρος, σα μινώταυρος.

PicassoMinotaurart,drawing-9ec13253e567e0ee63fd5fed6de993a3_h

Θα είχαν ξετρελαθεί οι χωριατοπούλες, ένας ζωγράφος διονυσιακός έσπαγε την επαρχιώτική και καθολική ανία. Οι άντρες λοιπόν του χωριού του είπαν να φύγει, αλλιώς θα τον σκότωναν. Έφυγε τότε ο Πικάσο, και συνέχισε αλλού.

van-goghs-ear

Επηρεασμένος από την παραπάνω ιστορία, “Πικάσο”, έλεγα στην Τερέσα, “Βαν Κογκ” απαντούσε εκείνη, η Καθολική επαρχιώτισσα, γεμάτη από τα κόμπλεξ του “πρώην ανατολικού μπλοκ” και της “Ευρώπης”.

 

Σημειώσεις:

1. Συλλογή τεράτων -a monsters’ exhibition, η κοινοτοπία του κακού: “the European Union”! (μια που αναφερθήκαμε στην ανέραστη και εμετική Ευρώπη του σήμερα).

017881-angela-merkel-nicolas-sarkozy

boris10

2. Κουίζ: βρείτε τις διαφορές μεταξύ των παραπάνω εικόνων (αν υπάρχουν)

3. Κι εμείς οι Δον Κιχώτες, πρέπει να τραβήξουμε τα νήματα του Πικάσο (και άλλων), στην επανάσταση, στον έρωτα, στη ζωή.

PicassoDonQuixoteSancho

4. Από την εθνική πινακοθήκη στην Αθήνα, μόλις άρχισε η “κρίση” να ριζώνει, κάποιοι έκλεψαν μεταξύ άλλων και έναν Πικάσο, τον οποίο μάλιστα είχε δωρίσει ο ίδιος ο Πικάσο στον Ελληνικό λαό, για την Αντίσταση του στο φασισμό. Πέραν της χυδαιότητας της συγκεκριμένης κλοπής, που είναι εφάμιλλη του δόλου και της κερδοσκοπίας των χρηματιστών, υπάρχει κι ένας συμβολισμός που μπορεί να γίνει: είναι ο ελληνικός λαός ανάξιος να διατηρεί το δώρο για την παλιά αντίσταση του, γιατί εκείνος ο λαός αποχώρησε από την ιστορία. Ας γίνει ο νέος λαός άξιος μνείας για την αντίσταση του, από νέους απανταχού Πικάσο.

 

Μια πανστρατιά, μια επίθεσις δόξης!

Στη Μόσχα, αδελφέ μου, στη Μόσχα!

Μια θέση για όλους
(φτιαγμένοι από χάχανα είμαστε, γενιά του Σκαρίμπα)

Μεγάλη Δευτέρα με βροχή και αι γενεαί πάσαι προσέρχονταν νωρίς, με βροχή, να ακούσουν τον Ντέιβιντ Χάρβεϋ
Προσμένοντας αναστάσεις ατομικές αλλά σιμά ξανά και την Επανάσταση
Καθώς πύκνωναν τα κακά μαντάτα
στη χώρα τους

Για την ώρα κυρίως ο παππούς το έλεγε καθαρά: και γι’ αυτό πήγαιναν να τον ακούσουν
Μας απαγόρευσαν την είσοδο, είναι πλήρης είπαν, εμείς όμως βρήκαμε τρόπο, ο αδέξιος σύντροφος από τη Σουηδία άνοιξε την πόρτα, οι σύντροφοι από τη Σουηδία ήταν πάντα σύντροφοι, πάντα κρατούσαν τους μπάτσους απασχολημένους, στη Γαλλία και αλλού, είχαν γεννηθεί επί Ούλοφ Πάλμε και δε σταματούσαν εκεί.

Γιατί δε λένε τι σημαίνει ανάπτυξη; Ας το πουν καθαρά ότι σημαίνει περισσότερος πλούτος και περισσότερη εξουσία για το κεφάλαιο.
Ας το πουν έτσι όπως είναι.

Ακούστε εμάς. Δε θα το πουν ποτέ αυτοί.

Εμπρός για μηδενική ανάπτυξη, το πραγματικό αίτημα των καιρών, επιτέλους, ρεαλισμός

Ελληνικό: ένα όραμα για μια νέα ζωή: η ακίνητη ζωή ως θέαμα, ή ένας fun ολοκληρωτισμός

Η εικόνα πουλάει. Οι εικόνες με τα οράματα και την αισθητική εκείνων που τις έστηναν, μας εμπότισαν με φαντασιώσεις για την Αμερική, την Ευρώπη και το τι πρέπει να γίνουμε. Στην εποχή της κρίσης, οι εικόνες επιστρατεύονται για να κερδίσουν τις εντυπώσεις και να εξάψουν τη φαντασία του κοινού, ώστε να πάρει στα χέρια του και να νομιμοποιήσει καταστάσεις που κρύβουν συμφέροντα για πολλά λεφτά.
Όλα παρουσιάζονται με αναφορές στο συλλογικό, αποκρύπτοντας τις βαθιές και ριζικές αντιθέσεις και ανισότητες που εμπεριέχουν οι αποστειρωμένες, animated μακέτες, σε μια χώρα που αδειάζει από τον τωρινό της πληθυσμό με χίλιους δύο τρόπους: η μετανάστευση για τους τυχερούς, ο θάνατος, ή η ανθρωποφύλαξη για τους πιο άτυχους.

Η κίβδηλη και πληκτική αρμονία που υπόσχονται οι μακέτες για ένα μέλλον με ουρανοξύστες, chill out ζώνες με shushi και με cafe latte, προορίζεται μόνο για το προσαρμοσμένο είδος των homo economicus, που προσωρινά θα έχει επικρατήσει στον αδυσώπητο και μόνιμο πόλεμο που θα μαίνεται στον πυθμένα της ζωής, προορισμένο για τις μάζες, όσο λίγες δεκάδες ονομάτων στην κορυφή θα μονοπωλούν τα φρούτα του μόχθου όλων, καθώς και τα κοινά, όσα στην πραγματικότητα φτάνουν για όλους, σε ήπιους και ειρηνικούς γι’ αυτούς χρόνους. Ο ανταγωνισμός είναι για τις μάζες των ατόμων κάτω χαμηλά και στα μεσοστρώματα που το κεφάλι τους πατιέται από τα ανώτερα που θέλουν να στέκονται σταθερά, με ειρήνη για τους λίγους στην κορυφή. Οι υποσχέσεις των μακετών, οι οποίες και ελκύουν ακόμα κι εκείνους που κατά τα άλλα είναι κριτικοί σε αρκετά πράγματα γύρω μας – μα και που κι ίσως να θέλουν να έχουν τα μάτια κλειστά, χρειάζονται γνώσεις πολιτικής οικονομίας και τη δυνατότητα κριτικής, στ’ αλήθεια γιατί όλα τα άλλα είναι αφομοιώσιμα – θα διασφαλίζουν την αναπαραγωγή αυτής της περιβόητης ελεύθερης αγοράς -αυτού του τεράστιου ψέματος που χτίζεται με άπειρο κράτος, βία και καταστολή- που οι φονταμενταλιστές φανατικοί πιστοί της κηρύσσουν με κάθε δυνατό τρόπο, σε κάθε κατεύθυνση, επιστρατεύοντας όλα τα μέσα.

Η ζωή σε μια γυάλα, προβλέψιμη, αστόχαστη.