O Nick Drake και τα όρια της αποτυχίας

Nick-Drake

Μια κασέτα που είχαν δώσει οι Αγγλίδες συγκάτοικοι στη Μαρία, στη Γλασκώβη. Μου είπε επίσης και για τον μοναχικό καλλιτέχνη που αυτοκτόνησε. Δεν τον ήξερε κανείς, σχεδόν. Και η από πρόθεση αυτοκτονία ποτέ δεν αποδείχτηκε επίσης. Ενδέχεται να ήταν ακούσια. Να είπε δηλαδή κοιτάζοντας τα αντικαταθλιπτικά σε μια στιγμή πνιγμένη στην απελπισία: ας τα πάρω όλα και ότι γίνει (δε γαμιέται;)

Η υπέροχη, λυρική γέφυρα του river man, του Drake στην ανάλαφρη Αγγλία των χρόνων 1968 -1974. Ένα μουσικό πέρασμα που σημαίνει φως μετά από χειμώνα που δείχνει να ανοίγονται τα πιο μεγάλα τα πιο ωραία, ένα πέρασμα που ψιθυρίζει rejoice! σε όσους μπορούν να το ακούσουν. Ενός κοσμοπολιτισμού που μπορεί να αγκαλιάσει σε κάποιες εκδοχές του, μεγάλα μέρη του κόσμου. Στα τοπία επίσης, όπως εναλλάσσονται σπαράγματα φύσης σε σπαράγματα βιομηχανίας, ομίχλη και μακριές ουρές από ομοιόμορφα σπιτάκια, σε κάθε πόλη, ομοιόμορφη, βαριά και ανιαρή κι αυτή όπως και οι άλλες.

Έπειτα πίσω στα Γιάννενα. Ο Χάιμε τον είχε ακούσει, ήταν πολύ ευαίσθητος, είπε. Μπορούσε να παίξει το day is done στην κιθάρα. Η Έφη τον ήξερε επίσης. Στα μικρά δωμάτια της σκοτεινής εστίας όπου στο υπερπέραν ηχούσαν πάντα μπίτια και ελληνικό ροκ, ακούγαμε τις απελευθερωτικές κασέτες με τα τραγούδια του Nick Drake, τα τόσο ερωτικά. Στα τραγούδια που μεταφέραμε αργότερα μακριά και υπό του ήχου τους, ιερόσυλα, κολυμπήσαμε στον έρωτα με κάποια πληθωρική, έξαλλης, απερίγραπτης ομορφιάς, που εμφανίστηκε μια στιγμή και έπειτα χάθηκε μεμιάς, στο Βορρά. Που από λάθος η κασέτα είχε κολλήσει στο way to blue, κάτι που πια ως οικείος ήχος διασώθηκε, δίχως καμία ανάμνηση από μια θολή εποχή που έμοιαζε απέραντη και στάσιμη.

Κάποτε, τρεις εβδομάδες στο Cambridge. Πολύ αργότερα έμαθα ότι ο Drake σπούδασε λογοτεχνία, κι έκανε το πρώτο από τα λίγα και άδοξα λάιβ του εκεί, σε κάποιο τωρινό αμφιθέατρο. Τρία χρόνια διακοπές, ξυπνώντας αργά, γυρνώντας στα πάρκα με την κιθάρα και τσιγάρα, σνομπάροντας με μποέμ υπεροψία τους φοιτητές που ήταν τακτικοί. Μην παρακολουθώντας τις διαλέξεις. Με τον Μπλέηκ στην τσέπη του σακακιού. Όπως εμείς τριάντα χρόνια αργότερα, αλλού.

Τώρα πια όλοι ξέρουν για τον Nick Drake και τη μουσική του. Αυτό όμως έγινε πολύ αργότερα από το θάνατο του. Ο ίδιος είχε πει στη μητέρα του: θα με ευχαριστούσε όσο τίποτα αν τα τραγούδια μου βοηθούσαν έναν άνθρωπο έστω. Σχεδόν κανείς δεν τον άκουγε όταν ζούσε. Ο ίδιος φαίνεται πως βίωνε μιάν αντίφαση: γνώριζε ότι ήταν εξαίσιος και ταλαντούχος, αλλά ίσως και να καταλάβαινε ότι δεν θα έβλεπε τα τραγούδια του, τα τόσο ζυγιασμένα, καλοπαιγμένα, γεμάτα λυρισμό, τα ευρηματικά, τα τόσο ψαγμένα, να αποκτούν τη δική τους ζωή και να γίνονται μέρη αλλονών, στιγμές στις ζωές και ήχοι στις στιγμές τους, για πάντα.

Το ακούς στους στίχους του fruit tree, σα μετά-σχόλιο αυτοβιογραφικό (πικρό βέβαια, ναι), επίλογος στην εξέλιξη του σκυθρωπού κι ευγενικού καλλιτέχνη, που ταυτίστηκε και παραδόθηκε στη μουσική του, να σέρνεται σαν ακατανόητη μα και οριστική αποτυχία. Αποσυρμένος, στο τέλος, στο σπίτι των γονιών του καθώς δεν υπήρχε άλλη ασχολία γι’ αυτόν: η μουσική ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει.

Η αγγλικότητα της μουσικής του Drake: της Κασσάνδρας, του Όργουελ. Και κάποιας ντροπαλής ευγένειας, κυρίως στην ομιλία. Ενός Λονδίνου υποσχέσεων, τα βράδια στο σημείο ακριβώς που χτυπάει η καρδιά του κόσμου.

Κατά παράδοξο τρόπο, όπως μόνο η ζωή γνωρίζει να τα φέρνει, τα τραγούδια του για πάντα 26χρονου Drake, μαθεύτηκαν, διαδόθηκαν και αγαπήθηκαν από πολλούς όμορφους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Έγιναν φεστιβάλ για χάρη του και ντοκυμαντέρ για την λιτή και μοναχική πορεία του στη ζωή. Ο Drake αναγνωρίστηκε, έστω κι αν ενώθηκε με το πλήθος των ιδανικών αυτοχείρων, ή των ιδανικών ροκ ταυτίσεων που δεν έφτασαν τα τριάντα. Ο ίδιος αισθανόταν αποτυχημένος, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των προσφιλών του προσώπων. Αποτυχημένος, παρότι σπούδασε λογοτεχνία στο Κέημπριτζ και έγραψε τρεις δίσκους, όπως του υπενθύμιζαν, έστω και αν η ποιότητα της ζωής και η γεύση του βιώματος της, δεν αρκεί να μετρηθεί ποσοτικά.

Η μουσική του πήρε τη δική της ζωή σα ρίζωμα, στη σκιά της ζωής του, μακριά από το θάνατο του.

artists_drake05

Advertisements

Φιλοξενία: Αρτέμης Χατζηστρατόγλου

Από τη Γαύδο στο Γιεσχιού:

Δέντρα δίχως ρίζες

DSCN0114

Γύρισα σπίτι μετά από έναν μεγάλο περίπατο στο δάσος. Το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι χαράζεται διακριτικά στον καθαρό ουρανό, σαν ρόζος σε κορμό δέντρου. Κουβάλησα μια αγκαλιά ξύλα από τον αχυρώνα και άναψα τη σόμπα. Η ζέστη με μαλάκωσε, μέσα κι έξω, σαν το θερμό καλοκαιρινό αεράκι της Γαύδου ή την ανάμνησή του, καθώς χάζευα κάτι σκίτσα και παλιές φωτογραφίες από το αρχείο του Πετρόπουλου. Ένιωσα μια χαρά, αυτή του να είναι περισσότερο κουρασμένο το σώμα από το πνεύμα. Πάντα εκτιμούσα με κάποιου περίεργου είδους ρομαντισμό αυτές τις στιγμές.

Έξω από το παράθυρο φαίνονταν να απλώνονται γύρω τα δάση σαν ένα πελώριο κρεβάτι όπου κοιμάται ο κόσμος τούτος, η ανθρωπότητα ολάκερη. Άγρια φύση αλλά και ευγενική. Επικίνδυνη μα και γενναιόδωρη. Είναι στ´ αλήθεια σκληρή μα κι απέραντα ευαίσθητη. Συνειδητοποίησα ότι η διαμονή μου εδώ έχει κάνει το περπάτημά μου πιο αργό, τα βήματά μου πιο βαριά και σίγουρα. Το μυαλό μου είναι βυθισμένο ακόμα στη λήθη του δάσους. Γλυστράει από το βράχο ντυμένο από βρύα και πέφτει στο ποτάμι. Χτυπά άτσαλα στις βρεγμένες πέτρες και πιάνεται σα ψάρι από τα κλαδιά των δέντρων που γέρνουν τρυφερά πάνω από την κοίτη του ποταμιού για να χαϊδέψουν τη ροή του. Πηδάει απ´το δέντρο και αρχίζει να κυλάει απ´ την κορφή του λόφου, παλεύει με τις πευκοβελόνες και σταματάει να ξαποστάσει στον κορμό ενός πεσμένου μεγάλου δρυός. Τα βρύα και οι λειχήνες έχουν πλέξει κι εκεί μια καταπράσινη μανδύα, πάνω σ´ ότι είχε απομείνει από το ριζικό του.

DSCN0102

Στην πολή νιώθω σχεδόν πάντα το σώμα λιγότερο κουρασμένο από το μυαλό, παρ´ όλες τις γρήγορες κινήσεις, τις βιαστικές ματιές, τον αλλόκοτο χαβά του άγχους, την αφασία της μάζας όπου οι άνθρωποι κυλάνε όλο και πιο γρήγορα σαν ποταμός που στενεύει. Εδώ ο χρόνος έγινε αγαθό, η άνεση ασυδοσία, η τέχνη προϊόν, η ευχαρίστηση ναρκωτικό. Η αστικοποίηση σε όλο της το μεγαλείο σάρωσε τις κοινωνίες. Τις πέταξε στη δύνη του ατομικισμού όπου οι αξίες χρειάζονται μίσος για να στεριώσουν.

Κι αντικαταστάθηκε ετούτη η παραμυθένια ομορφιά από τα νταμάρια του Γκαλάκ και της Κιρούνα, τους κυανιούχους παραπόταμους του Δούναβη, τους κρανίου τόπους της ορεινής Χιλής αλλά και από κίβδηλες υποσχέσεις που θρασύτατα σκορπούν οι αρμόδιες γραβάτες. Και μαζί με τα βουνά, τα δάση και τις θάλασσες καταπατήθηκαν κι οι άνθρωποι. Σαν τους καπανταήδες, τους μαχαλόμαγκες και τους λοιπούς κουτσαβάκηδες που στοιχειώνουν τα βιβλία του Πετρόπουλου, που αλλοτριώθηκαν, ισοπεδώθηκαν κι αυτοί από τη λύσσα του μοντερνισμού και της δυτικοποίησης. Ολάκερες κουλτούρες κανονικοποίηθηκαν, μπήκαν σε κουτάκια, μεταμορφώθηκαν σε μικροαστική κουτοπονηριά και υπεροπτική αλαφρότητα. Αυτοί, δε, που ήσαν πολύ σκληροί για να σπάσουν, πετάχτηκαν στο περιθώριο, γινήκανε φαντάσματα και ξαναβαφτιστήκανε με πολιτικά ορθά ονόματα και ορολογίες.

Κι έτσι μείναμε αποκολλημένοι, δίχως ρίζωμα, να ακροβατούμε, να αιωρούμαστε επικίνδυνα πάνω από νεφελώδεις ιδεολογίες, μακρινά όνειρα και εύθραυστες ελπίδες, πάνω από την αυθάδεια της εκλογίκευσης, τον κυνισμό της σύγχρονης πραγματικότητας. Καθώς τεράω έξω από το παράθυρο νιώθω να κρέμομαι από έναν σταλακτίτη. Κι όσο ραΐζει η καρδιά, ραΐζει κι ο σταλακτίτης. Η καρδιά όμως δε ραΐζει απο σεβντάδες και καημούς, όπως λένε τα τραγούδια, αλλά από τις μεγάλες αποφάσεις.

– Αρτέμης Χατζηστρατόγλου

DSCN0084

Αρνήσεις

IMG_9513

Η άρνηση είναι το πραγματικό που χτυπάει από παντού και, κυρίως, από εκεί που δεν το περιμένεις, διαταράσσοντας τις απόλυτες βεβαιότητες που απαρτίζουν τις φυσικότητες της ζωής.

Υπάρχει η άρνηση που προβάλλει το χάος το οποίο βρίσκεται έξω από τις δυνάμεις του ανθρώπου. Χάος του σύμπαντος, της φύσης, και χάος – αποτέλεσμα των πράξεων του ανθρώπου. Οι συνέπειες και των δύο περιπτώσεων του χάους: η ματαίωση της ζωής.

Υπάρχει όμως και μια άλλου είδους άρνηση: εκείνη που πασχίζει να δημιουργήσει και να πράξει, κόντρα στο χάος. Η άρνηση που εκφράζει ο πολιτισμός, ή ο αγωνιζόμενος άνθρωπος ενάντια στις αρνητικές δυνάμεις που εξαπολύουν οι χαοτικές συνθήκες. Η άρνηση αυτή είναι το να αρνούμαστε την αντίδραση, με γνώμονα, ουτοπίες.

“Ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής” σελίδα 36.

Στο Ντουμπρόβνικ με τον Άρη το Σπηλιωτόπουλο

Και να σου εκεί που περπατούσα στο παλιό λιμάνι, πίσω από τον τελευταίο πύργο των τειχών του Ντουμπρόβνικ για ν’ αγναντέψω τα κύματα που έσκαγαν στον κυματοθραύστη και το νησί απέναντι, έσκασε απέναντι μου μια θολά γνώριμη φάτσα, από αυτές που έχεις βομβαρδιστεί μέσω τηλεόρασης παρά τη θέληση σου. Ήταν ο Άρης Σπηλιωτόπουλος με την παρέα του, κάτι μεσόκοποι όλοι τους, σα γονείς συμμαθητών σε εποχές κοινωνικής ειρήνης. Βγάζανε μαζί φωτογραφίες, ο ένας τον άλλο: βγάλε με και μια με τον Άρη, είπε η γυναίκα της παρέας. Ο άλλος κράτησε το άη παντ σα κορνίζα ή σα καθρέπτη, όσο ο Άρης του έδινε οδηγίες χρήσης. Για ποιό λόγο έπρεπε να τον αναγνωρίζω; Ενώ δεν θα ακούσουμε ποτέ τίποτα για ανθρώπους που πραγματικά αξίζουν.

_MG_4137

Κάζουαλ ο Άρης παρά τα γκρίζα μαλλιά, τα είχε σε ατημέλητο στυλ, χιπστεράδικο. Σπορ ντύσιμο, τσάντα φάκελος περασμένη χιαστή, ένας αιώνιος οννεδίτης, από τους πιο μαλακούς του είδους, αυτούς με ευαισθησίες (για τον εαυτό τους). Να ήταν άραγε εδώ για δουλειές, για ξεκούραση; Για μια ποστ καλοκαιρινή ανεμελιά;

Η κρίση πάντως έμοιαζε να μην τον έχει πτοήσει στο ελάχιστο. Όλοι φταίγαμε εξάλλου, το είχε πει κι ο ίδιος σε στιγμές αυτοκριτικής και σύνεσης, από εκείνες που αφθονούσαν στην τηλεόραση. Όλοι μαζί όμως δεν είχαμε πάει στο Ντουμπρόβνικ για ψάρι, και οι περισσότεροι δεν θα φτάσουν ποτέ ως εκεί.
Όπως και να έχει, μόνο ο χρόνος έμοιαζε να είχε αφήσει το στίγμα του σε αυτό το αιώνιο παιδί, έναν άνθρωπο που η δουλειά δεν δάμασε ποτέ γιατί δεν δούλεψε ποτέ. Εκτός της πολιτικής είχε γράψει και ποιήματα σαν τον Τηλέμαχο Χυτήρη ή τον Μπογδάνο. Ο άνθρωπος που είχε χρεώσει στο δημόσιο το ακριβό φετίχ του με πάμπολλες γραβάτες και κοστούμια. Ένας άνθρωπος διακοσμητικός, επέπλεε σα φελλός για να μπορεί ο περίγυρος του να βγαίνει φωτογραφίες μαζί του. Αυτό ήταν το στάνταρ τους, οι άλλοι όλοι είτε σκηνικό είτε ανύπαρκτοι. Αυτός είναι ο κοσμοπολιτισμός τους, αυτή και η ποιότητα τους: να μιλάνε (κακά) αγγλικά, να κάνουν ψώνια σε Ευρωπαϊκά κέντρα, να ντύνονται σπορ. Εκεί πάνε τα λεφτά που απομυζεί η κρίση τους, να ταΐζουν φελλούς σαν τον Άρη Σπιλιωτόπουλο και να διατηρούν ένα τρόπο ζωής με οποιοδήποτε κόστος για τους άλλους.

_MG_4140

Ένας φελλός ο Άρης Σπηλιωτόπουλος, εμφανίζεται εκεί που δεν τον περιμένεις σαν μια μονίμως ανοιχτή τηλεόραση που υπάρχει σε κάθε δρόμο από όπου και αν περάσεις. Η δυσάρεστη παρουσία του ανανεώνει το ραντεβού μαζί σου θέλεις δε θέλεις και πάλι σε κάποια τηλεόραση και ακόμα χειρότερα, σε όσα αυτός εκπροσωπεί, τα οποία έχουν αλυσοδέσει τη ζωή μας. Υπάρχουν βεβαίως και χειρότεροι από αυτόν την σήμερον, βδέλλες που τέτοιοι ελαφροί, πανάλαφροι μηδενιστές σαν τον Άρη το Σπηλιωτόπουλο κατάφεραν να μεθοδεύσουν: θα μπορούσα να είχα πετύχει τον Άδωνη Γεωργιάδη, τον Φαύλο Κρεμμυδιώτη ή τον Θάνο το Τζήμερα… και ακόμα χειρότερα, ανθρωποειδή που σιχαίνομαι ακόμα και να τα αναφέρω. Σα να πατάς σκατά ένα πράγμα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι λεφτά δεν θα πάρεις -θα σου τα πάρουν πάλι, πατήσεις δεν πατήσεις. Παρά την οργή όμως μπροστά στην πρόκληση που αποτελούν αυτές οι καρικατούρες, δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα με τη δικτατορία αυτών, όπως ξεμπερδεύει όταν πατάει σκατά. Μαζί τους είναι σα να πατάς κινούμενη άμμο. Στην πραγματικότητα είσαι ήδη μέσα μέχρι να το συνειδητοποιήσεις ότι εκεί ήσουν πάντα λόγω αυτών.

Υ.Γ. Αργά το βράδυ στην πλατεία είδα την κουστωδία του Άρη ντυμένη με κοστούμια, όπως στην τηλεόραση. Καθόταν σε κάποιο εστιατόριο και κουβέντιαζαν, αυτός και άλλοι νεοδημοκράτες, ο Στυλιανίδης και κάτι άλλες φάτσες σα μαλάκια θαλάσσης, όλοι γνωστοί από την τηλεόραση, τέρατα σοβαρότητας και πατριωτισμού, σα τσούρμο μαφιόζων. Κάτι μάλλον θα ετοίμαζαν, κάποια σωτηρία (ξέρουμε για ποιούς) τελικά για δουλειά ήταν ο άνθρωπος (παρότι η ντροπή δεν είναι δουλειά).

Μονόλογοι

Δεν ήθελα να ρωτήσω. Το άφησα. Αδυναμία θα είναι, είπα. Βέβαια, κρυφά κοίταζα. Δίχως μέρα δίχως τη σκέψη σου.

Δίχως μέρα να αφήσω που να μη χαθεί.

Γινόσουνα έτσι ένα πλάσμα από φαντασία, γινόσουν αυτό που πάντα ήσουν, αυτό που ασφυκτιώντας, πέταξες για να ξεφύγεις, δίχως καν να πεις αντίο. Αποσύρθηκες στα μυστήρια σου.
Δεν ήθελα να σε ρωτήσω γιατί έφυγες δίχως να πεις αντίο.

Σκέφτηκα πως θα γνώριζες πως θάλασσα οι πιθανές απαντήσεις. Πως όλα ήταν πιθανά και πως αντίλογος πάντα θα υπήρχε. Έφυγες δίχως αντίο για να μην κρατήσεις τίποτα και να τα αφήσεις όλα σ’ εμένα. Όλα τα τίποτα που αποδείχτηκε πως φτιάχναμε.

Σκέφτηκα πως έφυγες δίχως αντίο από εκδίκηση. Για να χτυπήσεις εκεί που μπορούσες, διαλυμένη από τα χτυπήματα η ίδια. Χτυπήματα άλλων, όχι δικά μου.

Έπειτα σκέφτηκα ότι τίποτα δεν θα σκέφτηκες. Έφυγες όταν το μόνο που μπορούσες να πάρεις πια ήταν τίποτα. Έφυγες γιατί ποτέ δεν έδινες τίποτα.

Γιατί τα σκέφτηκα όμως; Γιατί σε σκεφτόμουν; Η πραγματικότητα είχε διαλύσει τη φαντασία από καιρό.

Σκέφτηκα ότι ήταν κάποια όρια αυτά. Κάποιες συνήθειες. Ένας συγκεκριμένος τρόπος σκέψης, αναδρομικός με μια έννοια. Ίσως δηλαδή να έφυγες επειδή σε άφησα κι εγώ να φύγεις. Βλέποντας σε εμένα μια αντανάκλαση του εαυτού σου που δεν ήθελες. Βλέποντας με να σε μεταχειρίζομαι σαν αίνιγμα να λύσω τα μυστήρια που με τόση επιμονή έπλεκες, από αντίστοιχα βήματα εμπρός σου. ‘Ετσι διατήρησες αυτό που ήσουν, διατήρησα αυτό που ήμουν.

Και αφού δεν είπες αντίο, ανεξάρτητα των δυσκολιών του μετά, το μαζί δεν θα υπήρχε ποτέ, μαζί σου, μαζί μου.

Απόσπασμα #2.1

Με αφορμή ίσως τις ημέρες και τις διαψεύσεις τους. Γράφτηκε πριν την άνοδο των ναζί στην Ελλάδα. Όταν οι σχέσεις ναζισμού και κεφαλαίου δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες στους περισσότερους. Αλλά ας μην παρασυρόμαστε από την επικαιρότητα τόσο πολύ. Το κείμενο παρουσιάζεται εδώ ελαφρώς τροποποιημένο, επηρεασμένο από συμβάντα που ακολούθησαν την αρχική του έκδοση.

09-George-GROSZ--Ameisen-1920

29/10/2011

Fi-nazis (πάνω σε ένα μανιφέστο του Bifo και του Lovink)

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ. Μπορεί κανείς απλά να δώσει κάποιες εξηγήσεις με βάση το παρελθόν. Και βεβαίως, το παρελθόν υπάρχει σε όλα όσα κάνουμε, ως ελλειπτική συνέχεια.
Η οικονομία του κεφαλαίου, ο καπιταλισμός, έχει το ναζισμό μέσα του. Η νεοτερικότητα η ίδια έχει το φασισμό μέσα της, ο οποίος αναδύεται σε κάθε αποτυχία της: ο λόγος που δεν καλλιεργήθηκε και που δεν έγινε οικουμενικός, οι υποσχέσεις για μια ζωή καλύτερη που δεν ευοδώθηκαν.
Ίσως να είναι μια κάποια αρνητική όψη, εκείνη που εμφανίζεται όταν το κέρδος και η επέκταση βραχυκυκλώνουν, η γυμνή όψη της οικονομίας του κεφαλαίου δίχως τα φιλελεύθερα δικαιώματα για τους πολλούς, πλαισιωμένη μόνο από τη γραφειοκρατία, τον σχεδιασμό, τα αυτόματα και τις μηχανές. Είναι και η άχαρη νοσταλγία του μικρόνοου, που πνίγεται από μνησικακία όταν τάχα ξαφνικά, καταρρέουν εκείνα τα λίγα στα οποία είχε μάθει.

Πρέπει να σκεφτούμε όμως την πολιτική οικονομία. Γιατί η πολιτική που κινεί την οικονομία, κινεί την κοινωνία στην συγκεκριμένη ιστορική στιγμή. Οι ναζί άλλωστε όπως και οι φασίστες ξεπήδησαν μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, στα χρόνια του 1920. Ο μιλιταρισμός, ο συντηρητισμός, η πατριαρχία, ο ρατσισμός, η εκμετάλλευση βεβαίως προϋπήρχαν. ‘Οσοι ενσαρκώνουν τους ναζί, ως κακέκτυπα του χίτλερ π.χ. υπηρετούν τις έκτακτες ανάγκες του κεφαλαίου σε στιγμές κρίσης, διατηρώντας παράλληλα και κάποια δική τους, ξεχωριστή δυναμική που αφορά κάποια αντινεωτερική δυσθυμία, κάποια νοσταλγία για την παράδοση π.χ., πλαισιωμένη από τα εργαλεία της νεωτερικότητας, τις μηχανές, τις διαδικασίες, τη χρησιμοθηρία, τους αντικειμενικούς τάχα σκοπούς, τον ψυχρό υπολογισμό, την αύξηση, την στυγνή εκτέλεση.

Ιδιαίτερα όμως η πιο στείρα και εξελιγμένη μορφή του σύγχρονου, νεοφιλελεύθερου καπιταλιστή, οι γιάπηδες, ή οι χρηματιστές με την ευρεία έννοια των καθηκόντων που παρεμβαίνουν, έχουν κάτι το βαθιά ναζιστικό έστω και αν δεν αρθρώνεται με αμιγώς ιδεολογικοπολιτικούς όρους. Είναι όμως και αυτό μέρος της στρατηγικής για την ηγεμονία. Για την παρουσίαση όσων κάνουν ως “αυτονόητων” και “φυσικών”.

Είναι ναζιστές γιατί περιόρισαν την ανθρώπινη φύση σε βιολογικές λειτουργίες. Σε πρωτόγονες λειτουργίες για την ακρίβεια, καθώς λένε για να ηθικοποιήσουν τον ανταγωνισμό και την επιθετικότητα: “είναι η ανθρώπινη φύση, αν σε χτυπήσω, θα με χτυπήσεις” (διατηρώντας έτσι και το ηθικό προβάδισμα του αμυνόμενου). Ισοπεδώνουν με αυτό τον τρόπο την ανθρώπινη πολυπλοκότητα και μειώνουν τον άνθρωπο στο επίπεδο του κρετίνου. Στο δικό τους επίπεδο. Αυτό το είδος ανθρώπου χρειάζεται η οικονομία τους: ό,τι φαίνεται και ό,τι έχει αυξητικά αποτελέσματα, συνήθως άμεσα. Είναι λοιπόν ναζιστές γιατί είναι υβριστές: πασχίζουν να αποποιηθούν το ανθρώπινο, το τρωτό, εκείνο που περιέχει σφάλμα, συμπόνια και πολλά άλλα. Είναι ναζιστές γιατί πασχίζουν για την απόλυτη κυριαρχία. Είναι ναζιστές γιατί πλησιάζουν το τέλειο έγκλημα, εκείνο που δεν μπορεί να ειπωθεί. Είναι ναζιστές γιατί δε νοιάζονται για το αν πεθάνουν άπειροι, για το αν καταστραφεί ο κόσμος μέσα από όσα κάνουν. Είναι ναζιστές γιατί πιστεύουν μόνο στην δύναμη και στην καταστροφή. Είναι ναζιστές γιατί τα θυσιάζουν όλα εκτός από τους ίδιους. Είναι ναζιστές γιατί είναι θρασύδειλοι. Είναι ναζιστές γιατί είναι κακόγουστοί, γιατί ντύνονται το ίδιο, μιλάνε το ίδιο και αποστρέφονται τον πολιτισμό, τα γράμματα, την τέχνη (όσο βέβαια και όλα αυτά τους αποστρέφονται – ο κόσμος του πολιτισμού, μερίδα του τουλάχιστο, αναγουλιάζει με τους γιάπηδες). Είναι ναζιστές γιατί είναι απάνθρωποι και σαδιστές. Χαίρονται να προσβάλλουν, να εξουσιάζουν, να κάνουν τους άλλους να υποφέρουν σα να μην ήτανε παρά ένα κομμάτι κρέας. Είναι ναζιστές γιατί δεν τους νοιάζει τίποτα, και γιατί χρησιμοποιούν τα πάντα. Είναι ναζιστές γιατί λένε συνεχώς ψέματα, βουνά από ψέματα που σερβίρουν σαν μανιασμένες, τάχα αλήθειες. Είναι ναζιστές γιατί είναι ερεβομανείς και μηδενιστές που δε νοιάζονται για το αύριο. Είναι ναζιστές γιατί απαιτούν ταχύτητα από τους άλλους, υποταγή δηλαδή δίχως δεύτερη σκέψη: μια συζήτηση δύο γιάπηδων στο τραίνο: έχαναν χρόνο έλεγαν, επειδή κάποια υπάλληλος ήταν αργή στην εξυπηρέτηση. Έχανε, έχανε έλεγαν χρόνο, με το να είναι ευγενική. Πόσα άραγε δευτερόλεπτα διαρκεί αυτό; Σίγουρα όχι περισσότερα από όσο έπαιρνε να το συζητήσουν, αλλά η εξουσία προσέχει πάντα τη λεπτομέρεια, τα εύθραυστα της κατασκευάσματα, παραπαίουν σε λεπτομέρειες. Τέλος, έχουν την ίδια αγάπη με τους ναζιστές στο χρήμα.

Υ.γ. : κοινοί τόποι: Ένας από τους γιάπηδες του ΔΝΤ που εγκατέστησαν στην Αθήνα για να τιμωρήσει, όπως είπε ο ίδιος, τους Έλληνες για την ακόλαστη ζωή τους, νοίκιασε αρχικά σπίτι απέναντι από την Ακρόπολη γιατί, κατά δική του πάλι ομολογία, το μνημείο «τον συνεπαίρνει» (στην επίσκεψη του στην Αθήνα, κάπου στη δεκαετία του 1930, ο Γκέμπελς έγραφε εκστατικές σημειώσεις στα ημερολόγια του: ‘να ήταν εδώ ο φύρερ να περνούσαμε χρόνο στα μνημεία’, καθώς και παραληρηματικά σχόλια που έδειχναν την δύναμη της ιδεολογίας να αλλοτριώσει όχι μόνο ανθρώπους μα και πράγματα: ‘αθάνατο Βόρειο πνεύμα’ λες και όλα εκείνα τα έχτισαν ‘Βόρειοι λαοί’)

*

Κάποιος ανταγωνισμός ελλοχεύει μέσα στο εχθρικό στρατόπεδο. Μύριοι ανταγωνισμοί για την εξουσία και το περιεχόμενο της κυριαρχίας. Οι νεοφιλελεύθεροι ενδιαφέρονται για τη δική τους νίκη: για την θέσπιση συγκεκριμένων τρόπων ζωής, κοινωνικών σχέσεων, διαχείρισης και διακυβέρνησης. Τους είναι αδιάφορο αν μαύροι, άσπροι, κίτρινοι ή κόκκινοι θα βρίσκονται στο πηδάλιο. Η διαδικασία έχει σημασία. Επιλέγουν τους φασίστες σαν όργανα γιατί δεν ρωτούν πολλά. Συν τοις άλλοις, μοιράζονται τους προηγούμενους προσανατολισμούς. Οι φασίστες έχουν τη δική τους ατζέντα (τη ρατσιστική, την εθνοκοινοτική, την μιλιταριστική). Βρίσκουν κοινούς δρόμους με τους νεοφιλελεύθερους και συμπλέουν. Πιθανώς όμως, αν το κοινό μέτωπο τους προχωρήσει πολύ, να έρθουν σε σύγκρουση, ή σε κάποιου είδους συνδιαχείρησης της κοινωνίας, όταν οι ναζί αποδείξουν ότι μπορούν να επιβάλλουν τις πιο επικερδείς σχέσεις για το κεφάλαιο.

Ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής” σελ. 99.