Μιας εποχής του μίσους

Είναι βέβαια παλιά πια όλα αυτά. Ίσαμε δέκα χρονών. Είναι ένα σύνολο όμως. Ας το ονομάσουμε απάνθισμα

PENTAX Image

Κι εγώ που ήθελα πάντα να είμαι ο πρώτος
Ο ‘ένας’
Είδα λαχανιασμένος από βιασύνη,
με φουρτουνιασμένο βλέμμα
άλλους να φτάνουν στα λιμάνια
που θεώρησα δικά μου, άπαρτα μέσα
του εαυτού μου
και να περνούν με την απλότητα του ανθρώπου δίχως αξιώσεις
[Λονδίνο, 7 Σεπτέμβρη 2002]

*

Η προφητεία της Πέτρας

-Εσύ μπλε Εσύ κόκκινο Εσύ κίτρινο

Είπε η παλαβή, που οι άλλοι έλεγαν πως μύριζε

-Γιατί κίτρινο εγώ, ρώτησα, μου φάνηκε πως κάτι έλεγε πίσω από αυτό το ύφος εξηγήθηκε άμεσα.

-Κίτρινο: Φως, πόλεμος

*

Σκόρπια ημερολόγια

 

Ο ουρανός γέμισε μελανά σημεία

Πληγές

Ησυχία καμιά

Οι μέρες μου είχαν ένα χαρακτήρα επιβεβαίωσης

εξόριστος σε σκέψεις

για ταξίδια,

γυρεύοντας να βρω μία θέση

στη ζωή σου

να γινόμουν μέρος αυτού του υπέροχου κόσμου

ζώντας με κατάρες κι επαιτεία

φθονώντας πάντοτε

εντυπώσεις μου για ζωές αλλονών

που διαρκούσαν όσο μία στιγμή που μου λείπει

Έτσι λοιπόν ό,τι κι αν έκανα μετάνιωνα

‘Δε θα σου πουν οι άλλοι πότε είσαι ευτυχισμένος’

μου είπε

‘Και πότε ήμουν!’ πείσμωνα,

όσο αισθανόμουν τον κόσμο ολόκληρο να κλείνει πίσω από

τη σιγουριά σου

κρυμμένος αδημονώντας

για το κορμί σου

το γεμάτο μυστικά

κι ανομολόγητα ψέματα

Ξεκίνησα για λάθος λόγους φαίνεται

Γι’ αυτό και κάθε σούρουπο από το παράθυρο

μοιάζει να τρέχει αιμορραγώντας στους ορίζοντες

σα μία μέρα ακόμα μακριά

                                                      (2001-2002)

                                               *

PENTAX Image

Sleeping disorders

Δεν κατάφερα να κλείσω μάτι

Κατά τα ξημερώματα, άκουγα βήματα

βρήκα ευτυχώς ένα παλιό σημείωμα που έλεγε πως δεν μπορούσα να βολέψω τις μεγάλες φτερούγες μου στον ύπνο, αυτό ήταν όλο (να ήτανε άραγε γραμμένο για εμένα;)

στα παραπετάσματα του παρελθόντος και του μέλλοντος,

μου αλάφρυνε το ψυχικό φορτίο το καλοκαίρι του Βιβάλντι που ερχόταν από κάτω, ένα πάτωμα πιο χαμηλά και 3 χρόνια πιο μπροστά απόσταση

έκπτωτοι άγγελοι ξάφνου αναδύθηκαν πέραν από τις υπόνοιες καρκίνου

‘θα περάσει’, έλεγαν

το έλεγαν για όλους

τυφλοί στο δρόμο φαγώνονταν εποφθαλμιώντας να με διώξουν, έστω κι αν δε μίλαγαν για μένα απαραίτητα, αργά ή γρήγορα θα το έκαναν, γι’ αυτό κι απέφευγα τη γνωριμία τους,

‘πως έφτιαξαν έτσι τους δρόμους’ παραπονιόντουσαν, και μίλαγαν σαν καλοκουρδισμένα ρολόγια άλλοι πάσχοντας από καταρράκτη (με εκείνο το θολό το γυάλινο μάτι όλο κατάρα), άλλοι αποσυρμένοι στο πρόωρο γήρας με χαλασμένες φωνές

-στ’ αλήθεια όταν συντριβώ, θα το θεωρήσουν δικαιοσύνη.

 

νότες αλάφρυναν ανεκπλήρωτες αγκαλιές τα υποτιθέμενα φιλιά και το κενό ναι καμιά φορά ένιωθα πως ήμουν ‘πλήρης ημερών’ εγώ που δε στάθηκα τυχερός σε πρακτικά ζητήματα κι ορκίστηκα να μην ξαναγυρίσω πολλές φορές από τότε όσο ένα τσούρμο εγκάθετων έκανε αυτό που μπορούσε να παραδέρνει στο κατόπι μου, σκιά στο μέτριο κόσμο τους που θα πας οι φίλοι θα σου δώσουν σάμπως να φας φωνάζουν

*

Ό,τι ήταν ξεκάθαρο στα μάτια μου για τους άλλους ήταν αδύνατο ή αστείο Παρόλαυτα δεν πείστηκα. Μόνο έχασα την πίστη μου στους άλλους

PENTAX Image

27 χρόνια

Η έλευση της νύχτας

κωδωνοκρουσία των στεγανών αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας,

με βρήκε σε πάροδο οικεία, κατειλημμένη από νέους περιπατητές

εχθρικά άγνωστους

για τον κάθε αλήτη αντικοινωνικό

Η έλευση της νύχτας

σήμανε απελπισία:

Κι όσο επέμενα ν’ αφήνομαι στο βάθος της, με βήμα γοργό για ν’ αποφύγω τον ίλιγγο του χρόνου που κύλαγε ούτως ή άλλως κάτω από τα πόδια μου, σαν διάδρομος γυμναστικής, οι ώρες μάτωσαν από τις ονυχιές των εφιαλτών κι ο χώρος που πάλλονταν από κορμιά και πρόσωπα αναδρομικά –τόσο ποθητά, γέμισε κρεμάλες

Το πλήθος μοίραζε κι απόψε (το σιχαίνομαι το πλήθος) συνοπτικές καταδίκες του αθέατου σε κάθε μοναδικότητα

κι όταν αυτή ζητά έξοδο από τα χρόνια -την αδύνατη στασιμότητα- ή την επιστροφή (σε τι άραγε;) σε μια συγχυσμένη αναλαμπή, η περιορισμένη αντίληψη των φίλων τη γεμίζει σκυθρωπότητα,

κι εκείνοι εννοούν να επιμένουν για εξηγήσεις!

Προδομένος από το αυθόρμητο της στιγμής, τι ειρωνεία, είδα τη θέση μου στις περιστάσεις τετελεσμένη: Κάποια από τις δύο (ή η θέση μου, ή οι περιστάσεις) είναι κατώτερη, ο χαμένος όμως εγώ

 Θεσσαλονίκη, 7/2/04

PENTAX Image

σφυροδρέπανα

Αέρας που φέρνει

Ανάκατες εικόνες

Αγάπη, αφοσίωση, κακία

Ανέμου ουρανός γαλάζιος, ειρήνης

Εικόνες φρίκης

-γκρι χολής,

και αδικίας

-κόκκινες

Αέρας αγάπης, επιθυμίας, αγάπης εικόνες

καλύτερες μέρες

Αέρας που φέρνει το αύριο

Αέρας που παρασέρνει το αύριο σε ημερομηνίες

Ιούνης, Νοέμβρης, Δεκέμβρης σφυριά, βαριοπούλες καρφώνoυν ταφόπλακες, σφυροκοπούν όνειρα

στ’ αλώνια του θανάτου, σφυράει

βοριάς δρεπανοφόρος

Αέρας του τίποτα

Το τίποτα του μαύρου ανέμου του μίσους,

που ακόνιζε μαχαίρια χρόνια

τα χρόνια που πήρε να βγάλει από πάνω του

χρόνια- μαχαίρια

Θολός σαν πρόσωπο χαμένο σε πρόσωπα, αέρας αναμνήσεων

Αέρας τραυμάτων

Όλα

*

περιθωριακοί

      H απουσία είναι

       ένα περιθώριο

στο οποίο

       οι ανίκανοι (που ιστορικά είναι πάντα η πλειοψηφία)

 εγκατέλειψαν

τους ετεροχρονισμένους

Απρίλης, 26, **04

*

Μέσα στις απόκοσμες φρίκες που προαισθάνομαι στην αδυναμία των ματιών σου

να δουν πιο πάνω από τα λόγια σου,

βρίσκεται η άρνηση που πάσχισα να συγκροτήσω

Eγώ που πάντα πίστευα στην ουτοπία

και μαύρισα την ψυχή μου από το άδικο

Η άρνηση που ενώ έμοιαζε να στυλώνει την ύπαρξη μου

τώρα δα έκλεισε πίσω από την οριστικότητα της,

όλα όσα δε μου επιτράπηκαν στους πρωτόγνωρους και μοναχικούς δρόμους

που άνοιξα ανάμεσα στην ανωριμότητα και στα ρηχά πάθη, σε νοσηρές εποχές,

γεμάτη τραγικές ειρωνείες

ανείπωτες

PENTAX Image

Don, Aman

The short story below was published in June 2010, in a book entitled ‘Narratives of a still time’ (αφηγήσεις μιας αγκυλωμένης εποχής, Εκδόσεις Νησίδες), in Thessaloniki, Greece. It was written at some point of late 2006. The originally Greek text was then translated into Spanish – from the English translation presented below – to appear in a Spanish edition of short stories.

The following story comes from a-not-so-distant past and a-not-so-distant place. A different place though, that hardly exists today. Distance is not meant to comfort or to exoticize. The differences that the reader may encounter, relating to a foreign place, could also open the path towards recognition. Τhe recognition of the commonness that unfolds when different people meet and identify with each other, while discovering common events, similar references and shared narratives.

*

It was the first summer; the first summer to break free from parental control, taking a few days on their own at one’s family summerhouse; the summer house with the big palm tree.

*

But even before that, there was all that partying that preceded: staying up until late at friends’ homes, from one weekend to the next throughout springtime and June. There were beers, lots of dancing, and girls, girlfriends of friends and cousins of friends, as well as new faces popping up out of nowhere, interrupting the limited horizon of the school community.
It was the summer of the year when that song came out. It was the summer of the year that Nirvana got worldwide attention, triggering the youth in a way that the Sex Pistols did. The year that the Valentines were recording the “loveless” album, while living in the studio and loosing track of time. It was the summer after the school year when the mass school protests and occupations occurred there that swept the country for months, against educational reforms; the summer after gymnasium, right before high school.

In the margins of such an unprecedented state of wildness, a deliberate solitude that laid in between songs was stemming from those promising that their intentions would last forever; those giving oaths that were for real, full of certainties on things that were coming to a new beginning, another of its kind, for a new generation, another hopeful beginning, where everything seemed to be starting all over and over again.
But it would always be friends to save from the verge of darkness on the very last minute, stifling the time in wild dancing.

PENTAX Image

There was no sufficient reason to be blue. Yet girls always seemed to be standing one step away against them, and never on their side, making cracks in the spoiled, protected harmony of middle class upbringings. The girls were there, making their presence known to those just popping out of boyhood, offering them sleepless nights and horrible frustration, mute pain and plenty of imaginary utterances for possibilities that lacked words or courage, grounding them in a state of permanent unpreparedness, in a state of constant alert as a sort of a prolonged school examination. But it would happen. It just had to: soon.

They all looked like altar boys back then; not properly shaving, but yet, with sort of the Cure-like hairstyles, imitating bands.

They were free for the first time. Free for what though? None of them knew exactly. Freedom was hanging like a faint impression of a vague promise, caught in between tunes and lyrics: an enigma that confronted them in the eyes of teenage girls that could not be avoided.

One’s mom urged him to return home at once, when she found out they had left on their own; yet he firmly refused to abandon the group and betray the promise of an adventure, by hanging the phone to her. His steadiness quickly gained the support of others, who soon left the teasing aside.

PENTAX Image

The beach in front of the summer house with the large palm tree was empty. A beach that looked kind of private, reserved – or rather occupied – by an elder upper class, swimming in shallow waters.
Not so further away, foreign smiley  girls appearing carefree, devoured their petty tourist fantasies in the controlled, dull luxuries offerd by the tourist industry, caring for nothing close to the sort of the young guys’ concerns. Introvert, isolated to their own, the German girls looked as if they had never left their own home, or rather, as if they had come along  it, like snails do. Carrying the kind of blessing of eternal happiness found in TV ads, they enjoyed the sea for the limited days of their vacation in a rather automated way, carrying not regrets.
The boys only gazed them from afar, not knowing what to say, or how to say it. They still did not know how to manage or stream the freedom they were eager to share, or to discover. And so they waited.

*

They began to organize. The days of freedom were few and it was a unique opportunity, “the only opportunity”, as the one quarrelling with his mom announced to them, in search of the event, of the vertical moment that would convert the dullness of classrooms and school life retrospectivelly, in a crescendo of a finally fulfilled anticipation. The rest of them reserved some doubt. And maybe they were right; one should not get too obsessed with possibilities.
But at least everyone agreed on one thing: that they were grown enough and were ready for it, and that “it simply could not be prolonged anymore.”

But where could they be met though? That was another problem that those school mates were confronted with, in the open-ended space that laid outside the school-family universe.
“To the clubs, that’s where girls go to” one confidently argued. The others hesitated. But in the end they got convinced: the club would be the only place to meet girls.

However, as soon as the father of another of them found out about their plans, he tried to sabotage them.
”What exactly will you do there?” he reprimanded, pretending to speak the language of the common sense.
“What else to do?” the guys argued.
“Well, why don’t you go and have a close look the construction sites? You can surely learn something useful out there; massive hotels are being built. Well-off people from all over the country are investing, even foreigners do, business opportunities are flourishing in our regions! There is no time to waste. The future does not wait! The future lays for those that can tame it, not for those that will waste it! Soon you’ll turn to adults, soon you will enter the real life where responsibilities will not wait for you. It’s about time you get serious and do something worth with your time. You cannot just fool around like children, like tourists bums, going to discos!” replied the father, fully certain of what he was talking about.
A police pensioner, with the habit (the responsibility as himself would put it) to inspect his surroundings. In the coming winter, he would try to scare the guys off from corrupting his son with their senseless habits and absurd looks, by raiding the school yard during school breaks. The guys would slowly learn to avoid and to mock him as well.

He was the typical figure to be found all over Greece but probably elsewhere too, devoted to “national” concerns. He belonged to the caste of those retired elders who become parliamentarians for either the conservatives or the social democrats (the difference of who even from back then, was only a matter of a name and not politics). His kind sustained alive the ideology of the “gyps frame” in the country, the Junta’s ideology.

In every case, they could certainly not be fooled by the foundations of any tourist resort on the making. There just wasn’t anything to attract any kind of interest there + for instance some narrative or rumor on a hidden treasure, antiquities, a corpse, a natural phenomenon, or something worth noticing. His suggestion was dull and only meant to distract and to discipline them to his own ideals and morals. His suggestion was an intervention to curb their fresh developing encounters, an intervention that meant to guide and to seduce them to his own ways, to his own goals.
In the years to come, the same elder would attempt to end a relationship of his son to someone he opposed for reasons he would not reveal: his son’s relationship to someone that only cared about money, someone just like his mother; someone that paradoxically was rejected by his mother.
Weary and inexperienced, his son would learn to succumb and resign not by his own will but by calculus, and only 10 years later from the point of this story, he would learn to laugh on the others of his group of those days, particularly to those that “failed” by his standards, to those that became “losers” in his perspective. Many though would return him the favor, laughing at both him and his dad. Just as they did with him, cautiously, also back then.
They’d already discover his not-so-hidden story, the story of the now retired police officer, who appeared to have been miraculously transferred a couple of decades earlier from Athens to the province, as soon as the Junta collapsed, like several other prominent police officers and military personnel did, scattering to the four corners of the country until the claim for justice and the people’s rage against the Junta’s crimes, would settle down a bit.

It was himself, his wife and their spinster daughter that stood among other similarly dressed parents outside the school yard during the long school protests and occupations of that previous winter, raging and slandering, and giving outraged performances, pretending to belong to the class of the “real” unprivileged, urging their children not to participate in the movement. The kids though, covered with hoods on their heads and scarfs on their faces, while locked inside the occupied school buildings would point the finger at them, shout back at them, swear at them, and later escape –when the movement was collapsing after the murder of the maths’ professor that supported the high school protests by reactionary scums that raided schools armed with clubs, chains and iron fists during nights, the ONNED members -the youth of the governing party at the January 1991 events at Patras- through the backyard and the rear in lawns.

*

Hotels kept being built. They still are. Covering the once empty shores with cement and following the example of the Spanish coasts.

Yet things back then seemed somehow stable and different from what summers appear to be nowadays; yet lots of things were still happening during that summer too; but the young –to their benefit- lacked a historical horizon to frame their present.
There were also fewer things dividing them. They were more of a group really, than individuals. Or in every case, what divided them reserved a piece for negotiation within it. They were together back then, joint as comrades, as brothers.

Nevertheless, different things were at stake for each one of them, something that was already underlining differences that would only augment in the years to come, making them follow separate paths; the covering up of such differences proved to work better for some and worse to others. As the film by Papatakis said, the rich kids know how to protect themselves from the poor ones, whereas the poor don’t know how to protect themselves from the rich.

*

They had some hints on where to go to. They’d try to seek for the places where the cool kids would hang out, the guys dressed in black who did their hair like Robert Smith; they’d discover a real Cure fan community. They surely were the ones with the best chicks. The group of friends would discover those living in the underground, away from all the crap. They’d make it to the front line, to the avant garde; they’d meet the chicks and they’d be recognised and introduced to the underground. For sure something else lied there. They were there to find out.

Picture 116

They wore their nice black shirts -one of them put his beret on. Then they made a move towards the club.

The club was called “Cocos” and laid in the woods. Its sign outside was written with old tires. It wasn’t anything fancy really; one could actually say that it was a rather lame and pretentious place that did not make any sense with the dazzling nature around, or with what the charming villages of the peninsula looked like. Cut out of nowhere, it was only another monument of a crude and vulgar imposition of a retarded modernity. But yet, it was a space of freedom, to the minds of the particular bunch. They did not know something of a different sort; they did not know that there are different ways to do things, different ways to make contacts, or even, different and nicer kinds of clubs. And some never really learned to distinguish that.
They were on their own, and to their disappointment, the Goths and the rest of the imagined communities of underground youths were still absent from that particular place.

They occupied a spot in a corner and started drinking different kinds of shots, in all colors.
Time was passing and the mods, the punks, the new wavers, the ravers would still not show up. Most importantly, neither would the girls show up. Instead, the disco was full of a different crowd, of the local sort. As time was passing, natives were flooding the place. Locals with cowboy boots, drinking whiskey on the rocks (even though most likely they hated it and surely took them a while to get use to it), summer wooden clogs, gold neck chains, bandanas on the head, American flag t-shirts or t-shirts with absurd statements like “no problem”, mane hairstyles, already retro as the 1980’s had just passed, but by now, a sign of authenticity that kept them in style, identifying resistance to the whirlwind of newer trends that surpassed them. Various sorts of pretentious ‘eternal’ youngsters, stuck in roles of provincial statism, with their names converted to their English version, Steve or Johnny, along with village girls in lame hairstyles, extravagantly dressed according to what they were fed by telly.

But in the table they were sat, all was rolling smoothly and fine. Soon they started overcoming the initial numbness they were caught by while exploring a new field of action, at the starting of a new decade.

While nothing much was happening, “the Charlatans’” mesmerising intro of that cool new Manchester sound, suddenly came to the decks rather unexpectedly. The tune immediately set them on fire throwing the bunch of friends reflexively on the empty dance floor, like fireworks. They took off, dancing like crazy. They were the only ones dancing and would refuse to dance to anything else other than that!

The locals did not attempt any interference. Nobody tried to stop them, perhaps for the very first time in their lives.

And then came the Smiths, the Happy Mondays, the Soup Dragons, the Stone Roses, the Ramones, the Violent Femmes, Stooges and Iggy, the Clash, Lenny Cravitz … with the Cure finally served to them at last, again and again, a clear sign that the Dee Jay was a hidden companion, an underground comrade spotting them, feeding them, encouraging and keeping the main disco crowd away, handing the club to those who had just won it.
While listening to their heroes, the kids solemnly danced all night long.

Girls did not eventually appear. But it was ok as it was just one night, with plenty of other stuff happening. It was only the guy in beret that begun chatting to a couple of British women, appearing to be in their thirties, that approached him to ask whether he was British as well. In order not to spoil it for them, he apparently nodded affirmation and found himself in discussions about Greece, although he still did not have anything to compare his own country with, and although he hardly spoke English (hell, he hardly spoke Greek for the matter of speaking). When the others naturally spoke to him their mother tong, the English women left, having realised his fraud. He remained cool, as in every case, his test, his performance worked fine, from the background, without trying too much; he remained a guy appearing in the background, even when he was coming out forth.

The friends remained on the spot until the club finally closed down. Even though the girls never came, and neither did the dark guys that looked like the Cure, in the place of whom, it was those very kids themselves that had stood for. For, the latter was proven by the set list on the decks, which was based on them.

They finally reached a dead end though, when they found themselves stuck in the crude reality of the highways outside the music realm. With no means of transportation of their own and no public transport running at that point, with no cabs in sight (from the few ones that were running the peninsula), they were far away from the house with the palm tree where they were secretly making their small and naïve plans.

IMG_0936

While waiting by the highway for some taxi to come, one of them started playing with his shirt imitating rally races with the passing cars. Some got into worries.
In the lack of alternatives, in the absence of cabs and public telephones nearby, they gathered again to decide what to be done. They could also do nothing and just hang out until dawn. Or they could walk.
The latter actually seemed to be the proper thing to do; although the house with the big palm tree was about 15 kilometers and three villages away.

It wasn’t that hard if one would think about it seriously. It was just a straight line to be followed, in places that were well known to them after years of family vacations. If one took the coastal roads, one would eventually be led to the spot.

The abandoning of the highway sparkled enthusiasm again; it was quiet and charming and cool there, in the small roads among the willow trees, by the sea; but mainly because among themselves, they were all for one and one for all.

And so they walked across the long path where the road on the side of the sea was full of tourist resort complexes, built from the 1970’s and on, that were deserted during winter time, forming ghost towns, like walls fencing the beaches. These construction complexes would follow the outskirts of each village like long tails, and would stretch out from one village till the next, in ways that made it difficult to the one that didn’t knew -to the naïve charter tourist who wouldn’t ask much about the place itself, beyond directions for the experience-scape of tourist wonder that was trained to- that there once laid separate old villages, still somehow architecturally distinct.

In small gaps of the few remaining empty spaces, weeping willows and reeds would rustle in the night breeze, with their branches and leaves glittering in the moonlight and the street lights.
Every now and then, the restless sea would appear, the calmly passionate Aegean in its dark shade, mauve, black, glittering while meeting the moon, shiny in the places where red and yellow lights from fishing boats would sparkle. Further away, one could see the fading lights of the villages from the leg of the opposite peninsula. Behind the glare of electricity, and further above, quiet olive groves were stretching over the road left to the sea, ending up where the huge pine tree forests would take over; magnificent forests that sixteen years later would be torched to vast flames and turned into depressing ashes -a desert land full of dead animals- made visible during the night even from across the sea at the West, by mount Pilion where centaurs ones resided, gazed by puzzled beings who were forced to witness or rather watch, like Nero -yet unconsciously – the wild fires that was later said were set by a known bourgeois of the country, in order to create further business opportunities, for more hotels and even more tourist resorts.

But still, back then, during those days, none seemed to be afraid of much. They all had the good on their side. Everything was clear, while evil seemed isolated in distant times and spaces, demarcated in distinguished figures, sealed away from their small universe. All that was there and then, in the sublime experiencing of a commonness rediscovered through the senses of freedom, was the roads of their country. The roads that were becoming their own, with all possibilities appearing to be starting from those lonely provincial paths, and connecting to the paths and the crossroads of the entire world and all history.
The inexplicable joy in their hearts -forgetting all about duties and insignificant differences between them- came into singing, singing along to their favorite verses, with prose, more dancing, laughs and sketches. The Cure again, “the walk”, became the soundtrack of their own walk. Although the lyrics didn’t really fit, they made good sense to dress their short adventure up, competing on mockery of the song’s verses, sounding absurd when translated directly into their mother tong “I saw you look like Japanese baby, in an instant, I remembered everything”.

By a small beach next to the road, they stopped. Dawn was approaching.
One of them dived for a night swim in the cooled night waters, under a starry night sky.
Soon after, they continued walking.

At dawn, the long uphill paved with coarse gravel begun appearing from afar. It was the last path before one reached the house with the big palm tree.
The song that none of them knew them back then, later came for of one of them to represent the memory of that beginning.

PENTAX Image

H θάλασσα, τα νησιά

      800px-Narrenschiff_%281549%29

(Το πλοίο των τρελών, 1549)

Συμβαίνουν τόσα πολλά και τόσο σοβαρά, που δεν αφήνουν χώρο για τα ανθρώπινα και τα πιο προσωπικά. Όλα μοιάζουν ετεροχρονισμένα, ιδίως αν θέλεις να κάνεις κάτι που να αφορά τη συνολική κατάσταση του ανθρώπου, δίχως να αναφερθείς άμεσα στα τεκτενόμενα. Τότε φαίνεται ο ετεροχρονισμός περισσότερο, γιατί σε αφορούν και παρακολουθείς όσα εξελίσσονται. Ο κοινωνικός χρόνος γίνεται ο μόνος χρόνος, πολιτικοποιώντας κάθε όψη της ζωής.

 _MG_3812

Στη θάλασσα όμως είναι αλλιώς. Η θάλασσα είναι ένα όριο διαφορετικών κόσμων. Όταν είσαι στη θάλασσα, φεύγεις από τα ζητήματα της ξηράς. Ο βυθός είναι ένας άλλος κόσμος, διαφορετικά επηρεασμένος από τα ανθρώπινα. Είναι μια άλλη διάσταση που αν τη μάθεις – όσο μπορείς, η απόδραση ξεκινάει να μοιάζει εφικτή.

(Εντυπώσεις: η θάλασσα της Ελλάδας είναι βαθιά μπλε και αλμυρή, σα μάτια ξένων γυναικών και ανυπότακτη, γεμάτη βουνά. Από πολλές απόψεις ξεκάθαρη, μα και παραπλανητική. Δεν μπορεί κάτι τόσο μεγάλο να είναι τόσο ξεκάθαρο σε κάποιον τόσο μικρό. Η θάλασσα της Ιταλίας είναι όλο βράχια και κακοτράχαλη σα σκαμμένο πρόσωπο, με τα νερά της λιπαρά, όλο λαδί από τη βιομηχανία και υποψίες αποβλήτων ρηγμένων από τη μαφία, ενώ της Ισπανίας είναι μια μεγάλη, ατελείωτη τσιμεντένια ευθεία. Η θάλασσα της Σουηδίας είναι γκρίζα σα τον ουρανό και αραιή σαν επιφανειακή σχέση, σα λίμνη, σαν σταθερή κατάσταση που αφήνει μόνιμη την αμφιβολία).

_MG_1882

Πρέπει να μάθεις τη θάλασσα. Που σημαίνει να μάθεις τα όρια σου. Δεν είμαστε φτιαγμένοι για να ζούμε μέσα στη θάλασσα, μα για να επιπλέουμε σε αυτή. Αν ξεχαστείς λίγο στη γλυκιά αρμονία του βυθού, ίσως παραμείνεις στην ασφυκτική αγκαλιά του. Θα σε κρατήσει μέχρι το θάνατο σα ψυχωτικός γονέας. Αν πανικοβληθείς, επίσης, μικρός κι εκτεθειμένος στην άγνωστη ρουτίνα του, δε θα αναδυθείς ποτέ. Σαν τον καταδύτη της Αντιπάρου που νόμιζε ότι είχε χρόνο να λύσει την τρίαινα του από ένα ψάρι του βυθού που μάνιασε χτυπημένο. Η ηρεμία είναι το μάθημα του βυθού, η νηφαλιότητα και η αυτοκυριαρχία. Η θάλασσα μπορεί να διδάξει την αυτογνωσία, αν δεν παρασυρθείς στον κόσμο της, έναν κόσμο γοητευτικό, που όμως δεν είναι ανθρώπινος. Τα θαύματα της είναι παραισθήσεις: βλέπεις να γίνονται μάχες που έγιναν παλιά, ή που δεν έγιναν ποτέ – σαν τους ψαράδες των Αντικυθήρων το 1900, που είδαν σφαγές στα ριγμένα αγάλματα του γνωστού ναυαγίου, που έγινε κάποιους αιώνες πριν και παρέμεινε δίχως να τους περιμένει – όσο η γη, αμέτρητη, μονίμως θα χάνεται κάτω από τα πόδια σου.

Η απεραντοσύνη της θάλασσας. Ένας Ειρηνικός όμως γεμάτος νεκρές θάλασσες, όχι από αλάτι, αλλά από πλαστικά και ραδιενέργεια. Σε αύξηση. Μπορείς άραγε τότε να ζήσεις από τη θάλασσα; Ή, τα σχέδια για πλωτά οικόπεδα σε αχαρτογράφητες περιοχές όπου ισχύουν άλλα δίκαια, λιγότερο σαφείς ιδιοκτησίες; Να σημαίνουν άραγε πως θα πρέπει να ξεχάσουμε για πάντα τη στεριά, καθώς οι κτήσεις τάχα είναι για πάντα; Η καταστροφή ίσως να είναι για πάντα. Και σε ένα περιβάλλον αβίωτο, ποια η ελευθερία σε επιπλέοντα καρυδότσουφλα; Η ελευθερία εκείνων που ναυάγησαν από τη στεριά, ή η ελευθερία του φυλακισμένου του Κάφκα, που μετατρέπει το κελί του σε πολυτελή έπαυλη; Η κίβδηλη ελευθέρια των ανάξιων να κληρονομήσουν αυτό τον κόσμο, η κίβδηλη ελευθερία των υβριστών, μα και η ανελευθερία των θυμάτων του κόσμου αυτού, των πνιγμένων διασχίζοντας τη Μεσόγειο από όποια δίοδο μπορούν.

ShipofFools

Το Αιγαίο ιδιαίτερα, είναι γεμάτο σκοπέλους και υφάλους. Η ξηρά είναι κοντά αλλά μπορεί να αποδειχθεί κι απατηλή. Οι ξέρες της Πάρου ήταν τόσο κοντά, κι όμως τα κύματα που έπνιξαν το πλοίο της γραμμής πήραν μαζί τους πολλές δεκάδες ανθρώπων που πάσχιζαν να φτάσουν στην ξηρά.

 giant_octopus_attack

Στα νησιά επίσης. Παρότι είναι περισσότερο προσβάσιμα και ψηλαφημένα.

” Το να ονειρεύεσαι νησιά, είτε με φόβο είτε με χαρά, σημαίνει να ονειρεύεσαι την απόσταση, να βρίσκεσαι ήδη χώρια, μακριά από κάθε ήπειρο, το να είσαι χαμένος και μόνος ή το να ονειρεύεσαι ένα ξεκίνημα από το μηδέν, την αναδημιουργία, την αρχή εκ νέου. ” Gilles Deleuze, έρημα νησιά, 1953

French_Theory_Symposium

(Gilles Deleuze à Big Sur, Jean-Jacques Lebel)

Δεν υπάρχουν άλλοι κόσμοι άγνωστοι στη γη αυτή για να φτάσουν οι περιπλανώμενοι και να τα φτιάξουν όλα από την αρχή, με την αφθονία όσων προσφέρονται, στη φύση. Έχουμε τα νησιά μέσα μας σα δείκτες, ιδανικά, σύμβολα για Σειρήνες, Χίμαιρες μα και Ουτοπίες. Νησιά διπρόσωπα, Ιανοί, νησιά σα δίκοπα μαχαίρια, σπαρμένα με κατάρτια όλο ναυάγια, στους δρόμους που δεν ακολουθούν κανονικά πλοία. Χρειάζεται να σκεφτείς γιατί τα αναζητείς. Και θα το κάνεις, ιδίως αν περνάς μονίμως από το ένα στο επόμενο, δίχως η δίψα σου να καταλαγιάζει. Μπορεί και να χαθείς.

726px-Herbert_James_Draper_-_Ulysses_and_the_Sirens_%281909%29

800px-John_William_Waterhouse_-_Ulysses_and_the_Sirens_%281891%29

Πρέπει να σκεφτείς γιατί φεύγεις. Γιατί δεν μπορείς να μείνεις άλλο, γιατί θέλεις να τα αρχίσεις όλα από την αρχή, ή γιατί συνήθισες να φεύγεις;

Είναι ωραίο και να επιστρέφεις όμως στα νησιά. Στα ίδια νησιά από τα οποία πέρασες κάποτε. Ποτέ δεν μένουν τα ίδια. Έστω και αν μοιάζουν να αλλάζουν προς το χειρότερο και να γίνονται κι αυτά καθρέπτες κι εκφραστές μια μονότονης και γενικευμένης κατάστασης, ίδιας για κάθε στεριά. Είναι καλό να ψηλαφείς τα ίχνη σου. Είναι καλό να γυρνάς ακόμα και όταν έχεις κατασταλάξει. Στο γιαλό εκείνον που συνάντησες και χαιρέτησες, σαν τραγούδι για το μυστικό ακρογυάλι, που ήταν ότι πιο κοντά μπορούσε στον παράδεισο, δικό σας για όσο το ζούσατε, δικό σας για πάντα στη μνήμη, αγκυροβολημένοι σε κάποια υπόσχεση σε κάποιο χρόνο που θα κρατούσε “για πάντα”. Γιατί είναι καλό να γυρνάς; Για να μην ξεχνάς. Τα νησιά.

Υπάρχουν όμως και οι άλλες όψεις. Εκείνες που κάνουν τη θάλασσα φέρετρο και τα νησιά φυλακή. Στο βράχο του Αρμενιστή, στο δεύτερο πόδι, στη Χαλκιδική, υπήρχε στην απόμερη μεριά του, αυτή που έβλεπε κατάματα το πέλαγος, μια πλάκα για κάποιον καταδύτη που δεν επέστρεψε ποτέ. Κάποιον καταδύτη που τον κατάπιε το νερό της θάλασσας. Δεν βρέθηκε ποτέ. Κι έγραφε η πλάκα εκείνη από μάρμαρο, πως πάντα κάποιοι θα περίμεναν την ανάδυση του, αιώνια.

Είναι και οι ιστορίες των εξορίστων. Τα νησιά τότε είχαν μια ολότελα άλλη όψη, το ίδιο και η θάλασσα. Τα νησιά ήταν έρημοι, περιτριγυρισμένοι από ένα απέραντο και απροσπέλαστο υγρό φράγμα. Τα νησιά ήταν μια καταδίκη απέναντι σε ακραίες φύσεις, τόποι αλλοτρίωσης και μαρτυρίου. Ο γδαρτός άνεμος της Δονούσας το έλεγε καθαρά, παρά τα τυρκουάζ νερά της. Τα νησιά επίσης γίνονταν τότε μια διάσταση απόκοσμη, όπου βασίλευε το χάος: εκεί, κάθε νοσηρότητα ήταν εφικτή, και οι εξόριστοι ήταν μόνο σώματα αναλώσιμα, βορρά για τον στεγνό ήλιο, τις μύγες, τα ποντίκια, τους βασανιστές, τα κτήνη, το αλάτι και τα ψάρια. Η θάλασσα ήταν δίπλα μα ξέβραζε πτώματα από τους βομβαρδισμούς, η θάλασσά ήταν μπροστά κοιμόσουν στο πλάι της και ξυπνούσες με την ανάσα της, επιθυμώντας την σφόδρα, να ξανασμίξεις μαζί της, να φιλιώσεις μαζί της, να την παραδώσεις στους επόμενους δαμασμένη κι ειρηνική, να την υπερβείς και να την διεισδύσεις. Τέρατα τότε στέκονταν μπροστά της, Λαιστρυγόνες κλείνοντας σου το δρόμο, τέρατα της θαλάσσης.

 549px-Temptation_of_Saint_Anthony_central_panel_by_Bosch

Δρόμοι για να περπατηθούν, όλα. Ό,τι κι αν γίνεται, αξιοπρέπεια.

Krise dagbøger, og noter

Bemærkninger om bogen ‘Journals of an interesting time’ og få boguddrag, oversat til dansk.

Noter til teksten

Hvor der (måske især i en dansksproget kontekst) på det nærmeste synes at herske en uudtalt konsensus om, at litteraturen – og specielt den såkaldte ”poesi” – ikke må handle om noget (andet end om sig selv), er der i denne tekst, eller i disse fragmenter, noget andet på spil. Dette andet, der trodsigt insisterer på sin berettigelse i og som tekst, er måske netop et (politisk) engagement, drevet af en oprigtig indignation eller måske ligefrem af en (s)ærlig form for vrede, der gir pokker i litterære dogmer. Men vreden, hvis man kan kalde den det, er ikke som et raseri, ikke blind og formålsløs, men snarere som en vrede der vil det forsonende ligesom ”erinyerne” måske, disse straffende gudinder som ifølge den græske mytologi hjemsøgte de drabsmænd, der ikke selv ville sone deres forbrydelser.

Tekstens fragmenterede form, denne limbo mellem politisk teori, kunst og poesi vidner således brudstykkevis om en sandhed der går forud for såvel Platons kunstfjendtlighed som for samtlige historiske fodnoter dertil. For ligesom nemlig allerede Platon, med en usædvanlig bittersød sarkasme, lod Sokrates tvinge den stakkels rapsode Ion ind i det falske dilemma, om han ville betragtes som Guds uvillige værktøj, som en ”besat”, eller om han på den anden side ville medgive, at hans ”kunst” var løgn og bedrag, således kan også den vestlige verdens forhold til kunsten op til i dag opsummeres i dette falske dilemma. Enten er poesien og kunsten en mystisk erfaring der er knyttet til det guddommelige, og på den måde kun indirekte bærer af sand erkendelse, eller også, og dette synes fremherskende for vor tids kunstsyn, så er kunsten usand, løgn og bedrag. Begge sider af dilemmaet passiviserer kunstens kritiske og subversive potentiale; den første ved at knytte kunsten udelukkende til følelsen og dermed til dét, der ikke er fornuftigt, den anden ved at afskrive kunsten ethvert krav på sandhed. Tilbage står et vakuum, hvor kunsten enten kan afskrive sin egen sandhed og være ligegyldig ”leg” med sig selv, dvs. onani, eller den kan forsøge at være noget den heller ikke er, f. eks. videnskab. I dette vakuum præsenterer magten sig som det fuldendte kunststykke selv, som den uimodsigelige ideale og sande virkelighed der paradoksalt nok ikke findes, og som derfor heller ikke må nævnes. For ”det hvorom man ikke kan tale”… ”om det må man tie. Således bliver kapitalismen, som det også hedder i teksten et andet sted, til et slags tabu, men paradoksalt nok også til et slags sandhedsvidne om det retfærdige og nødvendige ved den kapitalistiske verdensorden selv, til ”noget vi ikke må betvivle”.

Netop derfor er en kritisk, politisk og verdslig orienteret tekst som ”Journals of an interesting time” kun mulig som en overskridelse af dette universelle tabu. Et tabu, der siden Platon har været intimt forbundet med en generel nedvurdering af kunstens sprog og dets berettigelse i forhold til ”Sandheden”. For sandheden er netop som der står i teksten ”fragmenteret”, og udgør i dag blot brudstykker af en ”mosaik” fra en svunden verden.  ”Verden” er jo i dag blot en sum af alt for hårde kendsgerninger, og erkendelsen af disse er som bekendt for længst reduceret til skematiske operationer indenfor allerede givne konventioner. Men denne verdens evige krav på nødvendighed, er, som det også tydeliggøres i økonomiske spørgsmål og i den neoliberale forvaltning af disse, selv dybt forankret i hvad man kunne kalde en rationel mytologi, eller som der står i teksten, i en “uigennemsigtig magt” af tal, tabeller og ligninger.

På den mere positive side angives også i teksten et mulighedsrum (teoriens) hinsides den kapitalistiske modernitets spændetrøje, men ledsaget af erkendelsen af, at dette terræn er “ufremkommeligt”. At finde forbindelserne, vejene, stierne i dette ufremkommelige landskab, denne nihilismens ørken, at skabe mening i meningsløsheden, at knytte nye forbindelser til virkeligheden; dette er opgaven for den kommende kritiske teori. En teori som i ”Journals of an interesting time” skiftevis løber, halter, skøjter, snubler, og sommetider ligefrem danser over så forskelligartede domæner som ”kunst”, ”politik”, ”filosofi” og ”poesi” som om disse blot var begrebslige abstraktioner eller bump på vejen.

D.R

_MG_1812

I et fjernt land!

Brudstykker af en verden

Af flere verdener

Brudstykker af en verden

Verdener

Falder fra hinanden

Alt det du gør

vender tilbage

Ansigt til ansigt med den anden side

Erinyer, det samme spørgsmål

Mistanker

Vi skal finde en måde at kommunikere

At vise alt det

_MG_19751

Sider af løgnen

Sandheden er fragmenteret. Men den viser sig konstant. Dens brudstykker slår revner og skaber scenarier. Scenarierne udløser forskellige mulige verdener. Samtidig findes der andre . De stammer fra den samme sandhed, som de andre brudstykker, selvom de ser ud til ikke at have med hinanden at gøre. At finde alle disse forbindelser, ja, det er en besværlig opgave. At vise perspektiverne, det er det, der er behov for. At se fremad: hvordan vil alt dette udvikle sig? Hvordan har det allerede udviklet sig?

Pludselig befandt alle vores referencer sig i margenen. Sangene stemte ikke længere overens med noget. Alt det, de udtrykker, er på tilbagetog. Der er ikke tid til den slags. Den slags vedkommer kun dem som har et valg. De vil stå tilbage som minder fra en svunden tid, med halt og bedragerisk trivsel. For nu, vil referencerne være at finde på mere ufremkommelige steder. I teoriens rum. Måske er det der, musikken vil lykkes med at komme på benene igen til en harmoni, som klæder den.

En “europæisk” kommissær udtalte at “denne politik har til formål at gøre grækerne fattigere, så de ikke køber dyre produkter, producerer billigere og således bliver mere konkurrencedygtige”. Produkterne udgør fællesnævneren i definitionen af mennesket, ifølge denne logik.

I lang tid var det vigtigt at “grækerne”, ligesom andre folk, var forbrugere af produkter, som andre producerede. Forholdet mellem forbruger og producent er ved at blive omstruktureret. Og så opstår der nye modsigelser: hvem skal købe alle produkterne, hvis dem – som var forbrugere – mister deres rolle (fordi der også tales om produktionsstigning/ stigning i produktionen af varer). Nye markeder. For tiden er det måske “kineserne”.

De svartsynte galninger[1]glæder sig over krisen.

“I læser ikke krisen rigtigt” sagde den øksebærende mand, som de udnævnte til minister, “krisen skyldes ikke ekstrem højreorienteret eller nyliberalistisk politik, den skyldes ekstrem venstreorienteret politik”.

De svartsynte galninger ser hellere, at mennesker går til grunde, end deres egne idealer.

“Hvad betyder 50 år for Grækenland?”, siger de som elsker krig (og mammon endnu mere).

Ligesom i krig har mennesker ikke nogen værdi. De er i forvejen blevet svinet til, og derfor ser man nu sit snit til at sønderknuse dem, så nye mennesker kan opstå, mennesker som er mere ægte, sådan som de svartsynte galninger foretrækker dem.

Men det vil ikke lykkes for dem, uanset hvor hårdt de prøver. De kan ikke kontrollere nutiden eller fremtiden. Medmindre de fremstiller genmodificerede robotter. Der vil altid være noget, der går galt. Noget, der ikke findes på deres lister. Det er der, livet opstår.

“Grækerne skal tage sig sammen og arbejde” udtaler udenlandske medier. De generaliserer: “grækerne”, som om de kender alle grækere, som om de taler ud fra et videnskabeligt grundlag.

I landet spreder arbejdsløsheden sig til over en million mennesker. For ikke at tale om arbejdsforholdene, dem som allerede eksisterede, og dem som bliver til nu. For ikke at tale om, hvad arbejde betyder, hvilke betingelser, der definerer arbejdsløshed, hvad der afskiller arbejdet fra ikke-arbejde. (manglen på og tvangen til at sælge sin arbejdskraft for at sikre den overlevelse, som nogle har monopoliseret (stjålet)).

Lad os sige at grækerne skal arbejdet. Men hvor? Skal de tage en skovl og begynde at grave? Gør arbejdet en fri? Er “arbejdet” en social værdi eller et middel til disciplinering? Skal arbejdet ikke have med noget virkeligt at gøre, med menneskers behov at gøre?

Har vi haft noget valg? (generelt i livet)

Ja. Ikke utallige men nogle. Vi kunne – for eksempel – sige nej (selvom vi, da vi troede at chancer ville føre til flere valg, sjældent sagde det). Uanset det pseudopolitiske vrøvl om frelsen, om “det solide grundlag” osv. har krisens politik til formål at afskære vores valgmuligheder.

Krisen taler hele tiden om ensrettede gader. Men i virkeligheden findes der ikke ensrettede gader. I hvert fald ikke sådan som den økonomiske og politiske orden mener det. Dette betyder, at de ensrettede gader må indføres af et eller andet etableret system. Menneskernes armod skaber ensrettede gader, fordi nødvendighedens lov afskærer alle former for valg, og man tvinges til ubetinget at acceptere det, man bliver tilbudt. Værdigheden er det centrale emne.

Bild-zeitung

Fra de dovne grækere, som selv er skyld i deres lidelser, kom turen til de korrupte græske politikere, som er skyld i folkets lidelser (ved hjælp af kamp og ild lykkedes det for folket, at udstøde et skrig, som skræmte nazisterne). Derudover bærer ekstremismen, der styrkes i Grækenland, også skylden. Og tabloidaviserne med det høje oplagstal udtrykte deres utilfredshed med, at man i Grækenland kalder tyskerne for nazister. De vil åbenbart ikke have at nogen definerer dem. De vil selv gerne definere “deres egne” og “de andre”. Selvfølgelig er den førnævnte definition forkert. Det er – blandt andet – de hyklere, der trykker aviser som den føromtalte i alle lande i verden, der er nazister, og ikke alle “tyskere”, eller andre

Fascismen er på fremmarch internationalt. Le Pens højreekstremister overraskede (igen) ved det triste franske valg. “Europa” skyndte sig til at fordømme. Hvad?

“Populismen” (ikke racismen, eller fascismen). For de institutioner og de identiteter, som konstrueres i teknokraternes og de kapitalistiske lobbyers Europa, er der to lejre: teknokraterne og populisterne. Alt, det der er ideologisk – fra venstre såvel som fra højre – forbindes med populisterne. Deres politik opfattes som anakronistisk, ikke som et udtryk for identitet, tendenser, ideer eller interesserer. For nyliberalisterne repræsenterer “populismen” det uopnåelige. “Realismen”, “alvoren”, det “moderne”, “fremgangen” og “den eneste mulighed” forbindes med teknokraterne (evnen til at tilpasse sig kapitalismens fleksible behov). Teknokraterne organiserer den praktiske anvendelse af den nyliberale ideologi. De udgør kapitalismens politiske side.

Tallene er blevet til magtens sprog. Måske har de altid været det. En måde at fortolke på, en logik, en udtryksmåde, og en kontrolmetode.

Økonomerne har skabt et uforståeligt univers af komplicerede tal og muligheder, og der har de installeret – eller måske skjult – en uigennemsigtig magt.

Vi behøver ikke alle blive økonomer – på trods af de gør deres bedste, for at forhindre os i at forstå- for at dekonstruere absolutismens formørkede uhyre, som misvisende kalder sig for “økonomi”.

Krisen spreder sig fra de lavere til de mellemste samfundslag.

Alt det, folk har brugt et helt liv på at bygge op i overensstemmelse med tidligere tiders dikterede livsideal, ødelægges af nye former for lovlig udplyndring.

Deres største fejl var, at de tilpassede sig. Fejlen bestod i, at de accepterede “realismens” ånd; en ånd, som betød, at de uden spørgsmål måtte tilpasse sig en gæld, de ikke selv havde stiftet; en gæld, som de ikke har forudsætninger for at forstå, men alligevel (bittert, ja) må acceptere, da de ikke er istand til at stille spørgsmålstegn ved den i praksis eller ved hjælp af argumenter.

Skuespillet derude overlader os til forbruget som en fælles “tilstand” (patologi) og efterlader kun to udveje til de magtesløse og kastrerede forbrugere: raseri og medynk. I begge tilfælde er det “vores” “skyld”. Solidaritet fra de få. Fra de rastløse sjæle, der er i stand til at gennemskue den fremherskende løgn.

(Er der mon krise?)

Hvad er krisen. Og hvad slags krise,

er det?

Hvis ja, skal vi gøre noget ved det

eller ej?

Hvem har krise og hvem skal gøre noget

ved det

Mange analyser. Og meninger.

Få svarer.

Mange kommer med de “få” svar. Korte, larmende svar, med sparsomme ord.

På et tidspunkt blev krisen offentliggjort.

Alle de økonomiske bobler, som vi hørte briste, kom forud,og selvfølgelig havde vi allerede oplevet mange års akkumulation og stræben efter varm luft, såvel som mangel på mådehold, mangel på formål, visioner og perspektiv for samfundet, naturen og menneskerne.

Krisen eksisterede i forvejen, men de fleste vendte det blinde øje til. Politikkerne, fjernsynet, aviserne meldte om, hvor godt det gik. Lån var stadig tilgængelige. Økonomerne talte for alle slags lån, ferielån, julelån, forbrugslån osv.. På den planet var der ingen problemer. Arbejdsløse var selv skyld i deres problemer, fordi de var dovne, fordi de havde valgt den forkerte uddannelse som 17-årige, fordi de ikke var gode i skolen, fordi de ikke var modne nok, fordi de var forkælede, fordi de var venner med de forkerte, fordi de ikke kæmpede for det, fordi de ikke havde været i militær tjeneste. (Det var alt sammen noget, de selv stod for, samfundet eksisterede ikke, kun individet – som fjernsynet og andre objekter messede). Den “sunde fornuft” fortalte dengang, at arbejdsløshed slet ikke eksisterede på den planet.

Krisen er vellykket, hvis man tænker på, at den er blevet en fællesnævner, som afstemmer vores liv, vores samtaler, vores tanker dagligt. En massiv mobilisering, en stat i undtagelsestilstand, massemediernes kannibalisme, et bombardement af krav og data, skyldfølelse og skideballerskulle der til, for at krisen kunne blive til en objektiv realitet.Marx havde ret, kapitalismen er revolutionær.

Kunne man mon ignorere alt dette, som når man zapper videre? Skuespillene og vanen peger os i den retning. Modsigelserne er synlige for de fleste. Samtidig er der andre, for hvem den nuværende situation sært nok er lige så slem som før. Derfor er det måske bedre, at denne råddenskab kom frem i lyset. Derudover begyndte politik også at være en nødvendighed. Politik, der vedrører byen, hverdagen, hvad vi skal gøre, kommunikation, realiteterne, fjernt fra planer udenfor kontakt med nogen eller noget. Hvordan vil det gå? Dette er et spørgsmål.

Hvad vil der ske med vores byer? Det er også et spørgsmål. Lad os sige om ti år. Hvordan vil vores liv være i byerne?

Store forandringer, som river kloakslam og de gode elementer med sig, uden skelnen. Men der er altid noget, der står tilbage.

Krisen er et skuespil, ligesom alle andre skuespil, hvad enten de er iscenesatte eller ej – hvad enten de har fundet sted eller ej, hvad enten de er vigtige eller ej. Som en realitet, blev krisen udråbt af politikere og økonomiske ”eksperter”, og reproduceret af massemedierne, som i en undtagelsestilstand.

Billeder af farverige diagrammer, tal-eventyr, planer og scener fra andre menneskers liv i hele verden (ansvarlige for krisen eller uskyldige), direkte udsendelser fra yuppiernes stormfulde (gyser) diskussioner, økonomernes appeller, som vækker minder om svundne tiders appeller fra politiske ledere. Åbenbaringslignende og eskatologiske fortællinger om katastroferne, som venter med økonomiens snarlige kollaps, jakkesæt og biler, voldelige billeder medild og horder af strømere, som tæver sortklædte maskerede demonstranter, der kaster sten, billeder og informationer om elendigheden til de følsomme og til dyrevennerne. Et skuespil, der hører sig til morgen, middag og aften og for enhver smag, der præsenteres som realitet og information. De færreste er rustet til at tale om skuespillets grænser, informationens grænser, sandheden og løgnens grænser. Under alle omstændigheder, findes der både positive og frastødendeskuespil. Krisen er et ondtskuespil, for det afslører først og fremmest et kæmpemæssigt nul i økonomiens “huller”, som opsuger vores liv, klasse for klasse, én for én.

Den kapitalistiske (eller feudalske?) genoprettelse

Kæmpemæssige summer af penge, som ikke repræsenterer virkelig rigdom, flyttes rundt i hele verden. Den største rigdom er at finde hos de allerfærreste. Kapital, som ikke reproduceres. De rige kalder folket for “plebejere”.

Billederne af mellemkrigstiden i postmoderne rammer: tiggere og matadorer. IMFs Lagard med sin stok er som en grotesk version af Andy Anderbilt (Onkel Joakims har altid set luset ud) kombineret med grev Dracula.

Hævnen er sød for de gamle (og dem, der plages af mindreværdskomplekser): Berlusconi og Strauss Kahn, gamle småborgerlige røvhuller, hvis penge og magt gør det muligt at fortære unge piger.

 

[1] …korsvejene jeg kendte er blevet uvejløse. Selddjuker med klubber lurer. Khaganer med gribbehoder smir sine renker. Sodomitter og kikskjendere og svartsynte galninger mørkstyrer fremtiden.

(Odysseas Elytis, Værdig det er, XI)

_MG_2228

11/12/2011

Arbejdets fetichdyrkelse

(En aften på den samme skumle bar med tilfældige mennesker, tilfældig musik, der, hvor de fleste spytter på gulvet)

– Hvor kommer I fra? (en kvinde i pænt tøj, som dog havde huller i strømpebukserne, der gav hende et hærget punker-udtryk, lidt Courtney Love-agtigt).

– Hvorfor spørger du?

– Gør det noget?

– Alle stiller de sammespørgsmål her.

– Det er fordi, I taler et fremmed sprog. Kommer I fra Spanien?

– Fra Sovjet Unionen.

– Russere?

– Nej.

– Sovjet Unionen eksisterer ikke længere.

– Den eksisterer i vores hjerter.

(hun overvejede det igen, altimens hun kiggede intenst og gådefuldt på mig, som var hun bevidst om sin kvindelige magt over mænd, som var hun vant til at bruge denne magt ved hjælp af moderne management og business metoder).

– Du er socialist, sagde hun.

– Hvis jeg er, gør det så noget?

– Nej, sagde hun, og såpå mig, som var hun stødt på en truet dyreart.

– Er du konservativ? Spurgte jeg så, for at bytte roller, mens hun brugte sin forudindtagede viden, til at stille spørgsmål, som bekræfterhendes forestillinger og fordømme. Om ikke andet, lykkedes det mig at overraske hende (Hvad mon Sovjet Unionen betød for hende? Ikke fordi Sovjet Unionen har en plads i mit liv. Det var selvfølgelig en joke, sagt for at skræmme hende).

– Jeg er ikke ekstremist, sagde hun,efter hun til at starte med havde forsøgt at undgå mine spørgsmål. (Hun mente, at kun hun havde ret til at stille spørgsmål. Hun var jo ikke fremmed, hun kom ”herfra”).

– Men du tror på det frie marked, fortsatte jeg.

– Uafhængigt af ordene (sagde hun så), er virkeligheden vigtig. Jeg tror på virkeligheden. Jeg er realist (smart trick). Jeg bryder mig ikke om, at folk i dette land, ikke har lyst til, eller er motiverede for arbejde. De vil ikke arbejde. De tror ikke på arbejdet. Fortsatte hun energisk.

– Det har jeg svært ved at se, svarede jeg. Alle arbejder, og alle arbejder meget. Hvor meget mere skal man arbejde?

– Understøttelsen – sagde hun – har ødelagt folk her. Staten betaler dem for ikke at arbejde. De får løn for at lave ingenting!

– Og hvad mener du, med at de intet laver?

Smilende kiggede hun på mig og lod være med at svare. Bagefter sagde hun farvel, forhun skulle finde sine venner, som hun ikke havde set i noget tid. Måske tænkte hun, at udlændinge kommer til landet for at få understøttelse. At landetappellerer til folk fra den tredje verden. Eftersom vestlige folk (og folk, af samme overbevisning), kommer til landet som et stop på deres karrieres vej mod toppen, og klager over, at miljøet i landet ikke er ”dynamisk” nok for virksomheder, satsninger, bevægelighed og formuer. At landet er endt som forbillede for folk fra tredjeverdenslande, som ikke er modne nok til at indse, hvor dårlig en indflydelse understøttelse og afhængigheden af staten har på folks væremåde, deres arbejdsmoral og på deres ansvarsbevidsthed. Hun var vokset op i en velfærdsstat og havde ingen anelse om, hvad det vil sige, at mangle et sikkerhedsnet i situationer, hvor arbejdsgiveren har al magten, eksempelvis.

Og hvad med overskuddet? Hvad var hendes holdning til overskuddet? Merværdien, mer-produktionen, mer-katastroferne? Hvad sker der med det? Hvem vil langt om længe tale om det? Og især om ”det gode liv”? Hvad er det for et livsideal, du taler for, min ven, med dit indforståede sprog – et sprog, der tilsyneladende aldrig sover, altid er på farten? Hvad er virkeligheden? Hvad er det for en virkelighed, du taler om, min pige? Hvis virkelighed? Økonomernes? Hvad er det for en virkelighed, alle vi, som ifølge dig tror på ordene, ikke kender?

Hvor ender det forbandede overskud (både produktionsmæssigt og profitmæssigt overskud) der stammer fra alt det indholdsløse, smertefulde og sløvende arbejde?

(man behøver ikke tænke længe over svaret- vi behøver ikke at tænke i paroler)

Uansethvor ret vi end måtte have, må vi ikke glemme, hvordan man gør modstand mod disse mennesker. Man gør ikke modstand ved hjælp af ideologiske argumenter – ved at afsløre det, som de skjuler, det, som de ikke engang vil indrømme (så stærke er de). Man gør bedst modstand ved hjælp af argumenter, der har rod i virkeligheden. Virkeligheden, der opløser den løgn,de fremstiller som virkelighed. Den løgn, som har til formål at gøre alle blinde i en uendelig uvidenhed, der minder om tidligere århundreders religiøse og overtroiske uvidenhed.

Kapitalismen siger: jeg eksisterer ikke. Det der eksisterer, er bare virkeligheden. Men virkelighedens konsekvenser er dødbringende. Det er ikke tilladt at ændre på disse konsekvenser, da det ville være imod loven, såvel som naturen – alt imens kapitalismens benægter sin eksistens, naturliggøres den. Således bliver kapitalismen til et tabu, noget vi ikke må betvivle, noget, hvis navn, vi ikke engang må nævne. Kapitalismen er så omgærdet af mystik, at enhver form for fornuft og fornuftig tankegang slås itu, da den fornægter forklaringer og dikterer blind tro, underkastelse og passiv tålmodighed. Udveje, der tilbydes: døden eller det industrielle og postindustrielle samfunds fremmedgørelse: den barnlige neurotiske forbruger, forretningsmanden, lakajen til det beskidte arbejde og forbrydelserne, som garanterer vores vej mod underverdenen.

——————————————————————————–

Oversat til dansk af Matina Noutsou og Ellen Diamantouli.  

Κάτι κουφές ιστορίες

Κατέβηκα το βράδυ μετά τη δουλειά στον δρόμο που σύχναζε η νεολαία και άλλοι.
Ο δρόμος στη μέση ήταν σκαμμένος και περιφραγμένος.
Μέσα συνέχιζαν να σκάβουν.
Γέροι από έξω κοιτούσαν και κρατούσαν σημειώσεις πότε πότε, για τα μηχανικά έργα.
«Τι κάνουν» ρώτησα. «Σκάβουν» μου απάντησαν ξερά, γνωρίζοντας για τι πράγμα μιλάνε.
«Γιατί σκάβουν;» «Ο δρόμος θα ναρκοθετηθεί» μου απάντησαν, το ίδιο ξερά.
«Ο λόγος;» ρώτησα. «Βάζουν νάρκες» απάντησαν. «Ο δρόμος θα ναρκοθετηθεί μέχρι το τέλος του.» «Καταλαβαίνω» έκανα. «Για ποιό λόγο όμως;» «Δεν γίνεται διαφορετικά, είναι απαραίτητο» απάντησαν. «Δεν μπορούμε να πούμε περισσότερα» είπαν.
(Όμως, η αλήθεια είναι ότι δεν ήξεραν περισσότερα).

*

Ήταν ένα παιδί σοβαρό. Κάποιοι όμως παρατήρησαν ότι ίσως και να είχε (κατά τη γνώμη τους) μεγάλο κεφάλι. Ξεκίνησαν να το διαδίδουν. Ξάφνου, το νέο έκανε θραύση.
Ύδρο! Ξεκίνησε ν’ αντιλαλεί παντού! Ύδρο! τον φώναζαν τα παιδιά στο ποδόσφαιρο. Είχε γίνει πια ο ύδρο, ο hydrohead, το παιδί με το μεγάλο κεφάλι, το παιδί με το τεράστιο κεφάλι. Μικρά παιδάκια, παρασυρμένα από τον μύθο πλησίαζαν από μακρυά να τον δουν και να αναφωνήσουν και αυτά με ζέση «Ύδρο», σα να ήταν κάποιο βάπτισμα πυρός που θα έπαιρναν, ή μια χάρη.
Εκείνος δεν έλεγε τίποτα. Κοιτούσε με ένα βλέμμα θολό μόνο, σα να μην τον άγγιζαν πλήρως όλα εκείνα. Σα να περίμενε καρτερικά – είτε σα μάρτυρας, είτε και από θέση ισχύος- για εκείνους που δεν ήξεραν τι κάνουν, σα να περίμενε να ωριμάσουν, ή σα να μην καταλάβαινε, σα να είχε όντως και νερό στο κεφάλι (εκτός από μυαλό).

*

Ο Χρήστος Παπαγιάννης, ένα παιδί με σύνδρομο ντάουν (down), 30 χρονώ, κλεισμένο σπίτι στο χωριό, ζώντας με τη μητριά του (μια γuναίκα που την έλεγαν «η κακιά γυναίκα» γιατί με όλους μάλωνε), χήρα γιατί ο άντρας της κάηκε ζωντανός στο χωράφι κάποια καταραμένη στιγμή, ενώ έκαιγε κάτι ξερόχορτα μετά το θερισμό, κάτι που κάνουν όλοι οι αγρότες εκεί, κάτι που έκανε και ο ίδιος σε όλη του τη ζωή, στα ίδια χωράφια.
Από το μπαλκόνι, ο Χρήστος Παπαγιάννης ρώτησε έναν μικρότερο του, περαστικό, «πως σε λένε;»
Ο περαστικός, πονηρός, με μια γνώση περισσότερη από του Χρήστου Παπαγιάννη, του απάντησε «με λένε Χρήστο Παπαγιάννη» και ο Xρήστος Παπαγιάννης, απαίδευτος στον κόσμο, απάντησε με έκπληξη και απορία «κι εμένα έτσι με λένε!».

Εντυπωσιακή η σπιρτάδα του περαστικού, η ετοιμότητα του για το κακό: σε μια απρόσμενη ερώτηση που ήταν άδολη και φιλική, απάντησε με εμπαιγμό, τον οποίο ο Χρήστος Παπαγιάννης ποτέ δεν κατάφερε να ανακαλύψει, δείγμα ότι η δικαίωση τις πιο πολλές φορές δεν έρχεται ποτέ.
(Aρκετός κόσμος εκεί λίγο αργότερα, ψήφισε ναζιστές).

*

Η ιστορία του τελευταίου ανθρώπου:

Ήξερε ότι εκείνοι θα έρχονταν γι’ αυτόν κάποτε. Το ήξερε αυτό από την αρχή, την πολύ αρχή και σα να το προετοίμαζε. Ίσως και να ζούσε για εκείνη τη στιγμή. Αυτός ήταν ο λόγος που είχε φτάσει έως εκεί. Για να τους αποφύγει και αν μπορούσε, να τους κρυφτεί. Να διαχωρίσει τη θέση του. Στο κάτω κάτω, διεκδίκησε απλά μια ασήμαντη γωνιά εκεί, σε μέρος που φαινόταν αδιάφορο για όλους. Δίχως να απειλέι τα σχέδια κανενός, δίχως να στέκεται εμπόδιο σε κανέναν. Θα μπορούσε να γίνει. Όπως εξάλλου, θα μπορούσε να μην είχε καν γεννηθεί. Αυτό το τελευταίο ουσιαστικά περίπου επιδίωξε να δείξει τουλάχιστο. Και σχεδόν πίστεψε τότε ότι γινόταν τάχα αόρατος, ή, ότι ήταν ένα μέρος της φύσης, των πουλιών, των δέντρων που δεν χαμπάριαζαν και αποκλείονταν από την όψη εκείνη των παιχνιδιών του ανθρώπινου είδους.

Επειδή έβλεπε μονάχα όσα ο ίδιος ήθελε να βλέπει, φρόντιζε πάντα να βλέπει όσα δεν έβλεπαν οι άλλοι για να μην του τα πάρουν. Αλλά από τη στιγμή που τα έβλεπε, θαρρείς μέσω του τα μάθαιναν και οι άλλοι, τα φθονούσαν και πάσχιζαν να του τα πάρουν. Συχνά τους τα άφηνε και πήγαινε για άλλα. Είχε μάθει από παιδί, τότε στο τρέξιμο, στους αγώνες δρόμου, την τρωτότητα του όταν κάποτε τον νίκησαν, παρότι για μεγάλο διάστημα τους νικούσε όλους όσους τον παράβγαιναν στο τρέξιμο. Τον είχαν νικήσει, παρότι πάσχισε να τους νικήσει ξανά με όλες του τις δυνάμεις. Τότε ήταν που είδε ότι σε κάποια πράγματα δεν είχε και πολλά να κάνει και ότι θα έπρεπε να ξεκινάει πάντα από αλλού, από δικούς του δρόμους. Μόνος το βρήκε το μονοπάτι και τώρα τους άκουγε στα μεγάλα τροχοφόρα τους, ορδές από δαύτους, να το οικειοποιούνται και να έρχονται γι’ αυτόν, να πάρουν πίσω ό,τι εξ αρχής τους ανήκε. Χώρος βέβαια υπήρχε. Θα μπορούσαν δηλαδή τα πράγματα να είναι αλλιώς. Σε λίγο όμως θα τελείωναν όλα. Θα μπορούσε αλήθεια να ήταν μια πέτρα, ένα χορταράκι και έτσι θα τους ξέφευγε, όπως σκέφτονταν οι μελοθάνατοι καμιά φορά στις τελευταίες ονειροπολήσεις τους, μπροστά στην αδυνατότητα, στην αδειανότητα, στο παράλογο. Μα δεν ήταν. Σύντομα, παρότι δεν έπαιζε από καιρό, θα τους αντιμετώπιζε, σε ένα παιχνίδι γνωστό και μάλλον χαμένο. Τους έβλεπε ήδη όπως πλησίαζαν, ίδιο εκστρατευτικό σώμα, από κάτω χαμηλά, μέσα από τα δέντρα, σε ένα σύννεφο αραιής σκόνης που σκόρπαγαν τα τροχοφόρα διαβρώνοντας το έδαφος, μιας σκόνης περιττής.

*

Δικαιολογία ποιητών: “Χρήστο δε μπορώ τώρα, έχω έμπνευση.” (Μίλτος Σαχτούρης στο Χρήστο Μπράβο).

Τρεις Σκανδιναβοί: Edvard Munch, Ingmar Bergman, Asger Jorn

Τρεις δημιουργοί από τη Σκανδιναβία: Edvard Munch, Ingmar Bergman, Asger Jorn.

Ο Munch με τη μοναξιά, τη μελαγχολία, τη νοσταλγία. Ο Bergman με τις γυναίκες, τα υπαρξιακά δράματα, τους τόπους καταφυγής κι επιστροφής. Ο Jorn με τις επαναστάσεις, τα ταξίδια, το παιγνίδι, τις καταστάσεις. Κοινός τόπος: το υψηλό επίπεδο αυτοσυνειδησης, πλάθοντας τους τεράστιους κόσμους της υποκειμενικότητας τους. Κοινός τόπος: η καταφυγή στις τέχνες, ανεξάρτητα της καταβολής τους: επαναστατικής, υπαρξιακής, ή ρομαντικής.

Edvard-Munch  Jorn+bild  persona-tourn2

Ο Munch ίσως εκφράζει καλύτερα από όλους τους αυτό που σκέφτεται κανείς για τον Βορρά: την κατάθλιψη και την ομορφιά. Ο σκοτεινός εξπρεσιονισμός του Munch έχει με κάποιο τρόπο συνδεθεί με την εξωτικοποιημένη εικόνα που έχει καλλιεργηθεί για τον Βορρά, η οποία έχει βεβαίως σπέρματα αλήθειας. Η προτεσταντική ηθική, οι άδειοι δρόμοι, το κρύο που παγώνει τις ψυχές. Άνθρωποι που ζουν μόνοι. Φθόνος και κρυμμένοι πόθοι. Ζήλεια. Ο θάνατος να πλανάται σαν ψύχωση και σαν πραγματικότητα της εποχής εκείνης, μια τραγικής εποχής, μιας εποχής σοκ στο γύρισμα του 20ου αιώνα, που γενικεύονταν η μηχανοποίηση, που ξεκινούσε η προλεταριοποίηση,  που το εμπόριο έπαίρνε τη θέση του μέτρου της ζωής. Η μοναξιά της πρωτοπορίας στις παρυφές του “πολιτισμένου κόσμου”, σε μια απομονωμένη κι επαρχιωτική Νορβηγία, τότε που μετανάστευαν μαζικά για την Αμερική και οι Σκανδιναβοί, πριν γίνει το κοινωνικό κράτος και πριν βασίσει η Νορβηγία την οικονομία της στο πετρέλαιο. Η αντίδραση των μποέμ στην αστική ζωή και κυρίως στην προλεταριοποίηση που ετοίμαζαν οι αστοί για όλους τους υπόλοιπους. Καταχρήσεις, οκνηρία, πίστη στη θέληση και στη δύναμη του ανθρώπου. Η απομάγευση του κόσμου και η χολή των έκπτωτων ρομαντικών, σαν τον Νίτσε που ονειρεύονταν νέες αριστοκρατίες και υπεράνθρωπους. Ευτυχώς ο Munch αρνήθηκε πεισματικά κάθε επαφή με τους ναζί κατακτητές της χώρας του και έζησε απομονωμένος το τέλος της ζωής του, έχοντας την τιμή να δει τα έργα του να θεωρούνται “παρακμιακά” από τα ναζιστικά κτήνη.

danceOfLife_3

Ε. Munch, 1900. Ο χορός της ζωής: τρεις ηλικίες της γυναίκας, η νέα με τα λευκά, η μεσήλικη με τα κόκκινα, η γερασμένη με τα μαύρα. Το πρόσωπο του θανάτου επίσης, ως τρελού χορευτή στο λυκόφως.

Ο Bergman κοντά στο Munch: με τα ατελείωτα αδιέξοδα και τις μόνιμες επιστροφές στις εκτάσεις της μνήμης και των τραυμάτων. Οι γονείς. Η τύχη. Η εκκλησία. Ο πόλεμος. Η παροδικότητα. Η αποξένωση, η αλλοτρίωση σε εσωτερικούς διχασμούς, ανάμεσα σε αγνώστους, μόνος σε ξένους τόπους. Τα καταφύγια της Σουηδίας, στις εσχατιές του κόσμου, στους όγκους από γρανίτη, στη δροσιά της ομορφιάς της χώρας του, τους τόπους στον κόσμο όπου κανείς μπορεί να ξεφύγει από τους χρόνους του κόσμου, να βάλει τελεία, να γυρίσει την πλάτη σε εντάσεις που δεν τον αφορούν, να ζήσει αυτόνομα και με αξιοπρέπεια. H αναπόδραστη ερώτηση/κρίση όμως πλανάται, σε κάθε δόξα, σε κάθε καταφύγιο, ακολουθεί τον άνθρωπο δείχνοντας την ελαχιστότητα του, και τα  οικουμενικά όρια της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου κανένα καταφύγιο δεν μπορεί να σφαλίσει εκτός του: är du beredd? Τα όρια του ανθρώπου πέραν του κοινωνικού ζητήματος, τα όρια της ξεχωριστής ζωής: το αρνητικό τυχαίο, η αρρώστια, το γήρας, οι άλλοι, ο θάνατος.

Ο Jorn όμως παίζει και διαλύει όρια, έστω και αν ο θάνατος από καρκίνο τον βρήκε πιο νέο από τους άλλους δύο, που πέθαναν σε γεράματα: το πάθος για τη ζωή που ανασταίνεται συνεχώς, αναδύεται στις χρωματικές υπερβολές, στη λαμπρότητα και στις παιδικές, μα και λαϊκές, μορφές της ζωγραφικής του. Παρόλο που στη χώρα του είναι μόνο γνωστός ως “μεγάλος ζωγράφος”, ενσωματωμένος στα μεγάλα αφηγήματα του έθνους, στις εναλλακτικές πτυχές τους – αυτές που εμφανίζουν την κοινοτοπία και την ένδεια του εθνικισμού σε πιο “μοντέρνο” περιτύλιγμα – ο Jorn ήταν βεβαίως πολύ περισσότερο από αυτό. Ο Jorn ήταν ένας θεωρητικός και συνάμα επαναστάτης, που διέλυε συνεχώς τις μορφές, αναποδογυρίζοντας τες, μετατρέποντας τες, παρατώντας τες, φτιάχνοντας άλλες, ορμώμενος από μια δίψα για τη ζωή και την ανάγκη της δημιουργίας καταστάσεων και ερεθισμάτων για τον εμπλουτισμό της ζωής, μακριά από τις φαυλότητες της καταναλωτικής κοινωνίας και της εκμηχανισμένης ζωής, μακριά από μια ζωή καθορισμένη από το χρήμα.

Η ιστορία ως κοινωνική πραγματικότητα πράξεων και γεγονότων, μοιάζει να επιβεβαιώνει και τους τρεις. Η ιστορία όμως δεν είναι απόλυτο μέγεθος. Η ερμηνεία της ιστορίας είναι ο αθέατος παράγοντας που αποσταθεροποιεί τις βεβαιότητες, ανοίγοντας τις πιθανότητες για κάτι άλλο, τα θραύσματα και τα μικρά μεγέθη που περνούν αθέατα. Τα τραύματα βεβαίως ενυπάρχουν και εκεί. Μεγαλύτερα τραύματα ίσως. Σαν στο κουτί της Πανδώρας όμως, εκεί φωλιάζει και η ελπίδα. Η ιστορία δείχνει την απάτη και τα τέρατα, στον Munch και στον Bergman. Ας θυμηθεί κανείς τη μικρή στιγμή του Περσόνα, όταν η Λιβ Ούλμαν κοιτάζει τη φωτογραφία του παιδιού με τα σηκωμένα χέρια κάτω από τις κάνες των ναζιστικών όπλων, στο γκέτο της Βαρσοβίας. Ο εστιασμός της κάμερας στον τρόμο του προσώπου του. Ή στη “Σιωπή”, την κατά τα άλλα ασύνδετη εικόνα της μανούβρας ενός τανκ σε κατοικημένο δρόμο μιας άγνωστης μεσογειακής πόλης, ιδωμένο από το παράθυρο ενός ξενοδοχείου που κατέλυαν τρεις ξένοι επισκέπτες. Η ιστορία όμως αναδεικνύει και το άλλο πρόσωπο, αυτό του αδύνατου, αυτό της επανάστασης: του Στάλινγκραντ, του Μάη του ’68, της Κούβας, της Δανέζικης αντίστασης, της Καταστασιακής Διεθνούς, του κινήματος για ένα φαντασιακό Μπαουχάους, του COBRA, του κέντρου συγκριτικού βανδαλισμού στο Σίλκεμποργκ, του κοινοβίου του Drakkabugget και των τρελών σχεδίων της Β’ Καταστασιακής Διεθνούς, να φτιάξει ένα αυτόνομο κράτος -καταφύγιο καλλιτεχνών- σε νησί μεταξύ Δανίας και Σουηδίας, βρίσκοντας μια “Σκανδιναβική λύση”: να αγοράσουν το νησί.

1968majJorn  168-670

Εικόνες: ο Άσγκερ Γιόρν στην Κούβα το 1968, ζωγραφίζει τοίχους εθνικοποιημένης τράπεζας σε παγκόσμιο συνέδριο καλλιτεχνών. Αφίσες του Γιόρν που κυκλοφόρησαν το Μάη του 1968 στην εξέγερση στο Παρίσι. Κάτω: ‘Ασγκερ Γιόρν, 1972. Στάλινγκραντ.

Stalingrad-1972

Ο Munch και ο  Bergman λένε “όχι”: μην έχεις αυταπάτες. Ο θάνατος πάντα νικά. Δείχνουν το μέτρο του ανθρώπου, κάτι που όμως δεν σημαίνει απαραίτητα την παραίτηση πάντα. Δείχνουν την απαραίτητη απομόνωση που χρειάζεται – σε στιγμές μόνο – ο άνθρωπος για να κρίνει τον κόσμο και τον εαυτό του. Γιατί πρέπει να συλλογιστεί κανείς την ευαισθησία της ζωής. Ο Μπρεχτ εξάλλου έλεγε: “αν δε σκεφτούν οι ταπεινοί τα ταπεινά, ποτέ δεν θα υψωθούν”. Η ζωή όμως δεν βιώνεται κατά μονάδας. Η ζωή είναι κοινωνική. Γι΄αυτό άλλωστε και η απομόνωση κρύβει τους άλλους στις πιο αδυσώπητες στιγμές τους, συχνά. Ο Jorn προβάλλει μια άλλου είδους άρνηση που συνάμα είναι κατάφαση για τη ζωή, για μια άλλη ζωή. Ο Jorn λέει “όχι” στην κάθε είδους τελολογία και συμβιβασμού, προκρίνοντας την ένταση εκείνου που θα μπορούσε να υπάρξει.

Θα κλείσω με τον Jorn και αποσπάσματα από τα κείμενα του, για την ζωή και την τέχνη:

“Η βιομηχανία και η επιστήμη επιβάλλουν σαν αρετή την καταστολή της τυχαίας πράξης και της ασυνεκτικής σκέψης. Αλλά η καταστολή αυτή είναι η αιτία της αδράνειας που εγκλωβίζει ολοένα και περισσότερο την κουλτούρα.”

“Ο ελεύθερος καλλιτέχνης είναι ένας επαγγελματίας ερασιτέχνης. Το πνεύμα του ερασιτεχνισμού δεν συνεπάγεται πλήρη αυτοδιδακτισμό, αλλά είναι η ικανότητα εκείνου που μπορεί να υπερβαίνει τις γνώσεις του και να κατακτά μια νέα αθωότητα, ένα νέο σημείο μηδέν ή ένα αίσθημα πλήρους άγνοιας”.

“Μόνο το φανταστικό μπορεί να εμψυχώσει τους λογικούς συλλογισμούς. Μια πλήρως εξορθολογισμένη και διατεταγμένη ζωή αποκοιμίζει τη νοημοσύνη, η οποία αντικαθίσταται από αυτόματα, ρουτινιάρικα και υπνοβατικά αντανακλαστικά. Η ευφυία και η δημιουργική σκέψη φλέγονται όταν συναντούν το άγνωστο, το απρόσμενο, το τυχαίο, την αταξία, το παράλογο, το αδύνατο. Ευφυία σημαίνει: κάνω δυνατό το αδύνατο, κάνω γνωστό το άγνωστο.”

“Επειδή η κίνηση είναι απαραίτητη για ν’ αντιληφθούμε το χώρο, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι άν δεν υπάρχουν συμβάντα, δεν θα υπάρχει τίποτα για εμάς. Η δημιουργία συμβάντων είναι ο άμεσος στόχος των τεχνών, η ειδικότητα μας”.

“Το πρώτο χαρακτηριστικό κάθε μεγάλης τέχνης είναι η αγάπη, το δεύτερο είναι η αλήθεια”.

(Άσγκερ Γιόρν, Περί Μορφής, Εκδόσεις Νησίδες).

Αιχμάλωτος στο Μαρίενμπαντ για τέσσερα χρόνια

(Παλιό – για την ακρίβεια: 1+3 χρόνια, με 2 χρόνια αναστολή στο ενδιάμεσο) – το Μάριενμπαντ δεν υπήρξε ποτέ, όπως γνωρίζαμε άλλωστε

Μια εποχή ανάμεσα σε άλλες
Μια εποχή που τρέχαμε
ξεκίνησε εκεί, μόνος στους ίδιους διαδρόμους, σε ήσυχα δωμάτια που έπνιγαν ήχους, σε αδιάφορους ανθρώπους κι αδιάφορες συζητήσεις ενώ λαβύρινθοι, ολοκαυτώματα
Mια όμορφη γυναίκα, τα σωστά λόγια στους ίδιους μονότονους διαδρόμους, ανάμεσα σε αδιάφορες συζητήσεις, ένα μέλλον μπαρόκ υποσχέσεις
δεν μπορεί να μη θυμάσαι
-laissez moi!

L’ object petit a

ο έρωτας μοιάζει για τότε ακόμα πληγή (ακόμα;!)
Είναι γραμμένος λογικά: εκείνο που πρέπει, καθώς «έτσι» ήταν το πράγμα
Όμως (but -however) στη φαντασία εκείνης, εκείνη πάντα φοράει το λευκό της φόρεμα και μιλά ελπιδοφόρα
Κι ευθείς, δρεπανoφόρα άρματα περνάν, στις τσιμεντουπόλεις του θανάτου (Άσιμος, ναι), στα όρια ξανά, γινόμαστε εμείς το συμβάν που πάντα περιμέναμε
– τόσο μικρό στ’ αλήθεια.

Όπως τότε, στο Μαρίενμπαντ, όταν το είδαμε ένα Μάρτη
του τελευταίου χρόνου της αθωότητας

το τέλος που δεν ήρθε διέψευσε τα μεγέθη, η ζωή όμως δεν είναι κινηματογράφος.

Ενώ εκείνη πια φοράει το μαύρο φόρεμα, στο νου μου πάντα φορούσε το λευκό
Κι έχει πια την όψη της λήθης, όπως εκφράζεται, επιθετικά, στρατηγικά, όπως και τότε που ξεχνούσα τις στιγμές εκείνες, γιατί την προτιμούσα με τα λευκά, έστω κι αν έρχοταν πάντα με τα μαύρα, γνωρίζοντας τις αδυναμίες μου στο μαύρο, στο λευκό
διάολε, ιδέα δεν έχω κι ούτε και τότε είχα

Πάντα νόμιζα ότι είχα χρόνο

– ο ανολοκλήρωτος, ναι, ο πιο μεγάλος

Και τώρα έγινε πάλι παιδί, σιάχνει πύργους με άμμο και μαζεύει χαλίκια κοχύλια και προσμένει να γυρίσει ξανά το καράβι η αγάπη
Έκανε την αγάπη του καράβι και την κατευόδωσε στις τρεις θάλασσες
(Mίλτος Σαχτούρης, οι τρεις εραστές)

Αυτά δεν ειπώθηκαν εκεί (και άλλα).
Έπρεπε πρώτα να συμβούν εκείνα όμως
είναι μια απόσταση που πρέπει για να φτάσεις εδώ, στο ξανά.
Τα άλλα θα μείνουν εκεί, σε ένα κλειστό δωμάτιο, σε κάποιο ξερονήσι ιδανικό – ιδίως τώρα που εξορθολογίστηκαν – διάολε, ούτε στη φαντασία ησυχία από την πεζότητα – αρμονικά, δείκτες για πολλές κατευθύνσεις

Αυτά ήταν τότε τα προβλήματα, τέτοιες οι πτήσεις, αυτές οι διαδρομές, αυτές οι αναζητήσεις (τι χρειάζεται άραγε ο άνθρωπος; Τώρα πάλι δεν ξέρω, τότε όμως ήξερα, έστω κι αν δεν το ζήτησε –

μόνος σου τα έκανες όλα, ανόητε!

τι χρειάζεται ο άνθρωπος;

-Σίγουρα όχι εκείνη

κι εμείς θα μείνουμε πια κι εμείς δε θα μάθουμε ποτέ κι εμείς στη σπάνη

κι εμείς αυτιά βουλωμένα με κερί, ακροβολισμένοι στις τροχιές της, να σταματήσουν τα τραγούδια της, οι διάλογοι που ποτέ της δεν έκανε
μακριά από τις σιωπές της

Επιτέλους!

Μακριά

 

μαριενμπαντ