Αυτοαναφορικότητες (σε πέντε θραύσματα)

IMG_2185

Αθήνα, Ιούλης 2013 (τι είναι):

Είναι αυτό που λένε πως αν θελήσεις κάτι πολύ, ολόκληρο το σύμπαν θα συνωμοτήσει για να το αποκτήσεις!
(γραμμένο σε τοίχο)

IMG_2194

*

Παρ’ όλες τις υποσχέσεις, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι τα πράγματα θα πάνε καλά ή ακόμα περισσότερο, ότι τα πράγματα πρέπει να πάνε καλά. Δεν υπάρχει κανένα συμπαντικό νόημα που να συμπυκνώνεται εκεί. Και εξάλλου τα πράγματα πάνε ήδη ανέλπιστα καλά για κάποιους ελάχιστους (αυτούς που ονόμασαν ως το 1%). Ας σκεφτούμε λοιπόν όπως ίσως οι πρώτοι άνθρωποι, έξω ίσως από τον ορίζοντα του τέλους – όπου σύμφωνα με αυτό, τερματίζοντας θα μπορέσουμε να αναπαυτούμε σε εκείνο που τελικά καλυτέρεψε – γιατί κάνουμε το σφάλμα να βαφτίζουμε ως βελτίωση, μια αποσπασματική κατάσταση, προκειμένου να συντηρήσουμε μπουρζουά μύθους αυτοεκπλήρωσης.

Η ιδεολογία της ευτυχίας είναι μια δημιουργία του κόσμου των αστών, η οποία νομιμοποιεί τους ρεαλισμούς τους και την αμετροέπεια τους. Κυρίως, η ευτυχία που ευαγγελίζονται οι αστοί, δεν είναι πληθυντική. Δεν μας αφορά όλους. Αφορά τους αστούς και μόνο, καθώς οι δυνατότητες να φτάσει κάνεις τα ποσοτικά κριτήρια που μετρούν την ευτυχία των αστών, είναι μηδαμινές και ανύπαρκτες για τις μεγάλες μάζες, καταδικασμένες από τον κόσμο της ιδιοκτησίας και του ανταγωνισμού, στο να δουλεύουν για ψίχουλα μέχρι να πεθάνουν. Εκτός των άλλων, είναι και θέμα στάτους: δεν είναι δυνατό να έχουν όλοι τις ίδιες συνήθειες και τις ίδιες απολαύσεις. Γι’ αυτό εξάλλου και οι Γερμανοί αστοί και μικροαστοί έσπευσαν να καταδικάσουν τους νότιους, τους Έλληνες ως τζαμπατζήδες και ως καταναλωτές. Δικαιολογούσαν έτσι τόσο τη δική τους εκμετάλλευση (που τη βαφτίζουν “σκληρή δουλειά”, εξαγνισμένη από τα πουριτανικά ήθη), όσο και την κατανάλωση ως προνόμιο τους (επιβράβευση τους). Επομένως, τα προβλήματα της καταναλωτικής κοινωνίας, και πάλι αφορούν κάποιους άλλους. Στις κανιβαλικές συμπεριφορές των κατώτερων στρωμάτων, βλέπει κανείς την αφομοιωτική δύναμη της ιδεολογίας του αστού: παρόλο που πάντα θα είναι αναλώσιμοι για τους αστούς, οι φτωχοί και οι μικρομεσαίοι δίχως ταξική συνείδηση, θα ταυτίζονται με τις αξίες, την αισθητική, τους λόγους και τις πρωτεραιότητες των αστών, καθώς στερούνται αναφορές. Η εκμετάλλευση του γερμανικού λαού από το γερμανικό κεφάλαιο αποσιωπάται όσο οι γερμανικές μάζες πανηγυρίζουν την καταστροφή του ελληνικού λαού, σα να είναι αυτός η αιτία των δικών τους δεινών και της δικής τους πτώσης.

*

Alcoholic, the nights

Ένα παράδειγμα αυτοαναφορικότητας έρχεται από την λαϊκό (σκύλο) ποπ κουλτούρα: ο Παντελής Παντελίδης με τις εύκολες ρίμες, τους εκφραστικούς εγωισμούς, την μετά-φανταρική (post φαντάρος) εμφάνιση, και τους απλοϊκούς συνδυασμούς συγχορδιών, συνηθίζει να χρησιμοποιεί παθητική φωνή στα ρήματα των φράσεων με τις οποίες κοινότοπα αποδίδει τους (ψευδό) καημούς του (ψευδό) έρωτος και της (φτηνής) καψούρας του, αντικειμενικοποιώντας (μιλάει και για αντικειμενικότητες σε στίχο του εξάλλου: “δεν ταιριάζετε σου λέω, τόσο αντικειμενικά στο λέω, κι ας τις φίλες σου να λένε το αντίθετο”) αυτό που του συμβαίνει και κυρίως την ερμηνεία όσων του συμβαίνουν, με βάση τις δικές του αναφορές, διανοητικές, αισθητικές και γενικά τη δική του κοσμοαντίληψη, η οποία είναι μάλλον παθητική, σα να μην ενεργεί και τόσο πολύ ο ίδιος στο περιβάλλον: παραμυθιάζομαι, συνοδεύομαι – παιδεύομαι – χαίρομαι, γίνεται, και πολλά άλλα, αναμενόμενα.

Μια άλλη σημαντική παρατήρηση που μπορεί να γίνει, αφορά το γεγονός ότι οι δημοφιλείς αυτοί στίχοι γίνονται έπειτα ‘δεδομένα’, ρητά εν είδη ερμηνευτικού σχήματος για διάφορες καταστάσεις, ή και χρήσιμα εργαλεία-ατάκες για να ανταποκριθεί κανείς σε πράγματα. Ο ίδιος ο Παντελίδης αναφέρεται στον εαυτό του για να δώσει απαντήσεις στις καταστάσεις που του συμβαίνουν ή που απλά θέλει να εκφράσει, καθιστώντας έτσι το προηγούμενο του έργο ως μια αντικειμενικότητα, μια αλήθεια, από την οποία αντλεί επιβεβαίωση για να συνεχίσει να αναπαράγει τα ίδια ρητορικά και ερμηνευτικά σχήματα στον επαγγελματικό του χώρο. Η αγάπη του κόσμου εξάλλου μοιάζει να επιβεβαιώνει τις αλήθειες που φέρνει ο Παντελίδης. Υπάρχει έτσι μια διαρκής επιβεβαίωση, ιδίως των πιο πρωτόγονων και άκοπων ενστίκτων, τα οποία έρχονται στην επιφάνεια απενοχοποιημένα και δίχως την παραμικρή απόπειρα αυτοκριτικής, ακόμα και στις ανόητες καταστάσεις που αντλεί υλικό ο Παντελίδης, κρατώντας και το κοινό του κολλημένο εκεί, στα ίδια.

Η πνευματική φτώχεια, ο καταναλωτικός ναρκισσισμός, οι ταυτίσεις με τα αφηγηματικά σχήματα που περνάνε τα μ.μ.ε. και οι τηλεταινίες ή οι σαπουνόπερες, εκφράζεται σε απόψεις της πλειοψηφίας των ανθρώπων ίσως σήμερα, που αντλούν όλα τα παραδείγματα και όλες τις ερμηνείες τους από “μέσα τους”. Ο εγωισμός, η ανασφάλεια και η αυτοπεριφρούρηση που επιβάλλουν οι καιροί, δημιουργούν ψευδαισθήσεις σκέψης, απομιμήσεις σκέψης και αυτονομίας. Οι κατηγορίες δείχνουν να έχουν καταρρεύσει. Άνθρωποι δεν μπορούν να ξεχωρίσουν την αυτονομία από τον εγωισμό, την αυτοκριτική από την αυτόαναφορικότητα, το προσωπικό από το συλλογικό. Όλα ανάγονται στον εαυτό. Ένας συλλογικός αυτισμός απλώνεται σε όλα τα πεδία του κοινωνικού, κάνοντας την κοινωνική ζωή εχθρική και αδιάφορη. Η αδιαφορία και η αναποφασιστικότητα μοιάζουν να είναι οι επικρατέστερες συμπεριφορές σε πράγματα που αφορούν συλλογικά ζητήματα. Εν τέλει, όλα αφορούν την ατομική επιβεβαίωση. Έτσι λοιπόν, άνθρωποι θα προσπαθήσουν να υποστηρίξουν γενικεύσεις μέσα από παραδείγματα που επιβεβαιώνουν μόνο τους ίδιους, σε προσπάθειες στημένες, καθότι αναζητούν μόνο ότι επιβεβαιώνει τις φιλοδοξίες και τις “επιλογές” τους.

Για κάποιους, υπάρχουν ακόμα και τώρα ατομικές λύσεις. Το συλλογικό μέλλον όμως έιναι εξαιρετικά δυσοίωνο, και από αυτό δεν μπορεί να αποδράσει κανείς. Αυτό πρέπει να γίνει συνείδηση.

*

Πρωτόλειες σκέψεις: ψευδαισθήσεις ελευθερίας, η απάτη των “επιλογών” και τα όρια τους:

“Η τρύπα του όζοντος δεν είναι επιλογή σου”

“Ο Μπομπ Γκέλντοφ αγαπάει τα παιδιά”

(Από συζητήσεις που ακούγονταν από διπλανή παρέα, κάποιο βράδυ της προ κρίσης εποχής, σε κάμπινγκ).

Πολλοί υπέρμαχοι των “επιλογών” και της ατομικής ευθύνης, είναι νεοφιλελεύθεροι ταλιμπάν. Πιστεύουν μάλιστα ότι έτσι είναι μοντέρνοι και ακόμα περισσότερο Ευρωπαίοι (από τους ιθαγενείς). Είναι αυτοί που σήμερα ψηφίζουν ακόμα ΝΔ, Πασόκ, Δημάρ, και κυρίως, Τζήμερα-Μάνο (με τον “πεφωτισμένο” ξενοδόχο ονόματι Κόκοτο, που (νόμισε πως) την είπε σε Φουκώ, Μαρξ κτλ). Είναι αυτοί που διαβάζουν, στα πιο ψαγμένα τους, Στέλιο Ράμφο, και που παρακολουθούν Tedx, και σεμινάρια του Πήτερ Οικονομίδης. Αν τραβήξεις το όριο των επιλογών, ακόμα και σε τέτοιες πρωτόλειες συζητήσεις, το ταβάνι φτάνει και αποδεικνύεται πόσο κοντά στον πάτο βρισκόταν: δεν είναι όλα επιλογή μας. Στην πραγματικότητα, ελάχιστα είναι, ιδίως όταν ζούμε σε ένα σύστημα όπως αυτό σήμερα, που προκαθορίζει και περικλείει με νόμους, διατάξεις, μαθηματικά, και καθεστώτα ιδιοκτησίας, εν δυνάμει τα πάντα, και σε μεγάλο βαθμό το ίδιο το μέλλον. Ναι, η τρύπα του όζοντος δεν είναι επιλογή “μας”, όπως και η περιβαλλοντική καταστροφή, η οποία καθορίζει τις ζωές μας. Ή το κρατικό χρέος που άδικα φορτώνεται σε όλους ενώ υπεύθυνοι είναι όσοι είχαν πρόσβαση να καρπωθούν τα δάνεια, θυσιάζοντας το μέλλον μας. Οι επιλογές επομένως, στενεύουν ασφυκτικά.

Είναι “οι επιλογές”, ελευθερία; Όχι. Είναι το είδος της ελευθερίας που προσφέρει ο καπιταλισμός. Είναι ένα είδους ελευθερίας που βασίζεται σε ψυχρούς υπολογισμούς, στην πιθανότητα της εξαπάτησης, στον ανταγωνισμό σε ένα τοπίο βασικά αρνητικό και εχθρικό. Έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται οι “επιλογές” σήμερα που καλούμαστε να κάνουμε, για ζητήματα που συνήθως τίθονται επιτακτικά, από φορείς και δυνάμεις πάνω στις οποίες έχουμε μηδαμινή εξουσία. Αυτές είναι οι περίφημες “επιλογές”. Η ελευθερία είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό. Κάτι πολύ πιο ανοιχτό που τουλάχιστο δεν στραγγαλίζεται από τους νόμους της (κατασκευασμένης από την απεριόριστη ιδιοκτησία) σπάνης, γιατί την έχει νικήσει, δίχως να την αποδεχτεί ως αντικειμενική πραγματικότητα.

_MG_3843

 

 

 

 

 

*

26/10/2011

 

Μάχη θεωριών, μάχη λόγων

Σε κάποιους (πολλούς) δεν αρέσουν οι ‘θεωρίες’ λένε.

Θέλουν τάχα πράξεις. «έργα!» «Δουλειά!»

Όχι θεωρία.

(θυμίζουν τους άλλους).

Επικροτούν επιχειρηματίες. Γίνονται επιχειρηματίες. Παριστάνουν τους επιχειρηματίες. Ατενίζουν τη ζωή σαν επιχείρηση. Σα μπίζνα.

Κατά ένα παράδοξο τρόπο θεωρούν τις ‘θεωρίες’ εκτός πραγματικότητας.

Ξεκινώντας μια τέτοια συζήτηση όμως, έχουμε ήδη μπει στο πεδίο της αντίφασης: θεωρούν τις θεωρίες.

Κάτι δηλαδή πρέπει να σκεφτούν (να θεωρήσουν) προκειμένου να εκτοπίσουν τις θεωρίες από την πραγματικότητα.

Πρώτο σφάλμα, η κοντόφθαλμη αντίληψη που μοιάζει και υποκριτική.

Αυτοί που μάχονται την θεωρία, θεωρούν (ή πιστεύουν έστω) ότι γνωρίζουν την πραγματικότητα καλά. Απευθείας, δίχως σκέψεις.

Η σκέψη είναι παραπλανητική με μια έννοια. Έχουν δηλαδή το κριτήριο για να απορρίψουν τη θεωρία.

Θέλουν «πράξεις» λένε. «Έργα». Θαρρείς και η πράξη δεν χρειάζεται σκέψη.

Θαρρείς και η σκέψη δεν οδηγεί σε πράξη.

Αυτό που συνηθίζουν έπειτα είναι να φέρνουν τάχα «άμεσα», τάχα «απτά», τάχα «αληθινά» παραδείγματα (για ταύτιση-μίμηση) μεμονωμένων ανθρώπων που είτε «τα κατάφεραν» επειδή προσαρμόστηκαν και βρήκαν τρόπο να λειτουργήσουν στο σύστημα αυτό, επειδή ήταν ρεαλιστές και «ξύπνιοι» (η απογείωση του ατομικισμού ξανά, δίνει το ιδεολογικό στίγμα των (μη) θεωρήσεων αυτών, είτε θυμοσοφίες που πηγάζουν από κάποιους είδους «πρακτικής φιλοσοφίας» (τάχα βγαλμένης από τη «ζωή») που δύναται να αρθρώσει εκείνος που έχει μια σχετική ικανότητα στο λέγειν, (συχνά με αναφορές βέβαια, είτε σε δημοφιλή εγχειρίδια που συμβουλεύουν πως να γίνεις επιτυχημένος, πλούσιος, ανταγωνιστικός, πως να γίνεις υπεύθυνος, πως να πετύχεις «τους στόχους σου» κτλ).

Για παράδειγμα: «Η πιο σωστή σκέψη που άκουσα» είπε «τον τελευταίο καιρό είναι η εξής: πρέπει να ξεχάσουμε τον παλιό τρόπο σκέψης» και έπειτα εξήγησε: «αν χρειαστεί να δουλέψεις σε σούπερ μάρκετ ταμίας, παρότι έχεις μεταπτυχιακό, να το κάνεις». Και γιατί αντί αυτής της υποταγής, της φαντασίωσης ότι μέσα από την σκληρή δουλειά και την ελεεινή εκμετάλλευση θα ανυψωθούμε, να μην κάνουμε τα πιο τρελά μας όνειρα και να μη δείξουμε την πιο βαθιά ανυποταγή;

Πιο συχνά καταλήγουν να δέχονται ό,τι πιο τετριμμένο κυκλοφορεί ως αυταπόδειχτη αλήθεια, να φαντασιώνονται νοητικά άλματα ‘από μέσα τους’ (sic), με βάση τον κοινό νου, την πραγματικότητα κτλ, να πιάνονται από κάθε είδους εύκολη κουβέντα, να απαξιώνουν την κουλτούρα, την φιλοσοφία, την τέχνη, την κριτική, τον στοχασμό. Καταλήγουν στη χυδαιότητα, την τόσο προσφιλή στις αγορές.

Θεωρία σημαίνει να βλέπω διαμέσου μιας οπτικής γωνίας.

Η θεωρία επίσης δεν είναι μια. Οι άσχετοι και οι κυνικοί όμως, αρέσκονται στο τσουβάλιασμα αυτού του είδους. Ακολουθούν την πρωτοκαθεδρία ενός υποτιθέμενου ρεαλισμού, που πατάει στο συντηρητισμό και στις θετικές επιστήμες, ο οποίος προσφέρει μια περιορισμένη αντίληψη της ανθρώπινης κατάστασης και μια στενή θεώρηση της ανθρώπινης υποκειμενικότητας.

Κλείνοντας τους ορίζοντες τις σκέψεις, αποκλείουμε ό,τι διαχωρίζει τους ανθρώπους από τα υπόλοιπα πλάσματα της γης και καταδικάζουμε τα πράγματα να εμείνουν «όπως είναι» και να μην αλλάξει ποτέ τίποτα.

Κατά βάση, πολλοί από αυτούς που κόπτονται για πράξεις, ουσιαστικά θέλουν να δουν ιδέες να πραγματώνονται. Είναι αντιδραστικοί, όμως θέλουν και να πειστούν. Η πράξη εκεί ίσως τους συνεπάρει, δείχνοντας έναν άλλον τρόπο ζωής.

Οι ιδέες, οι γνώσεις, το βίωμα, το ένστικτο μπλέκονται διαλεκτικά. Η ερμηνεία του βιώματος, η καλλιέργεια και η όξυνση του ενστίκτου, η οπτική της γνώσης, πηγάζουν από ιδέες. Και οι ιδέες προσφέρουν κάτι πατώντας στα προηγούμενα.

(Ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής, σ. 66)

 

Ανυπομονούμε να φύγει η χολέρα

 

Κοιτώντας τους και μόνο, οι λεγόμενοι μαύροι πίνακες του Γκόγια, φαίνονται να εκφράζουν την έλλεψη νοήματος και την περιττή βία της εποχής τους. Μοιάζουν επίκαιροι, διαχρονικοί, ιδιαίτερα στην εποχής της ‘ελεύθερης αγοράς’ και της προπαγάνδισης του ανταγωνισμού ως κοινωνικής αξίας.

4f5b27c12612as96246

Η έρημος του Γκόγια είναι η έρημος της εποχής μας.

Γιατί, τι καλό άραγε να έχει ο ανταγωνισμός για την πλειοψηφία των μαζών; Ο ανταγωνισμός έχει αξία μόνο για όσους κάθονται στην κορυφή της πυραμίδας. Για τους υπόλοιπους, ο ανταγωνισμός είναι η ερημιά και ο πόλεμος μέχρι εσχάτων, η αλληλεξόντωση.

1456960[1]

Η αισθητική της λεγόμενης Ευρωπαϊκής Ένωσης θυμίζει ξενοδοχεία της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, ξενoδοχεία της Αυστρίας π.χ. Η σημαία της επίσης, μαζί και όλοι αυτοί οι ομοιόμορφοι γραφειοκράτες με τα ανόητα τους κοστούμια, θυμίζουν εργαζόμενους και επισκέπτες σε lounge ξενοδοχείων. Είναι το είδος ανθρώπου εναρμονισμένο στην έννοια του μη-τόπου, του τόπου που είναι ανιαρά πανομοιότυπος, παντού : malls, αεροδρόμια, ξενοδοχεία, αλυσίδες από καφέ και εστιατόρια.

 

 

 

 

558776_438414106245234_931413278_n

380713_1790634294408913_385742110_n

3678_285467284890681_992078111_n380457_449115715111411_1034654257_n

papadimos_simitis-300x235408248_401272689959376_1432447250_nKountouris_14-11-121so called rescue2004001282653_469034086457221_745815049_nbailout9skitso-thumb-large421913_568895046495887_1852904390_ncapitalismo69667_549949825023371_135426406_n392713_437976066289038_1220621691_n536893_577014818984807_1242949203_n1005146_188324537998575_186746212_n398109_398641213555857_1672621365_n1383386_601483246576685_1047514101_n644221_551528151535373_2132937896_nA2lks-sCAAEsRI2

Τι σχέση να έχουμε εμείς με όλα αυτά; (Aς φτιάξουμε ένα συλλογικό εμείς ξανά, ναι).

Δε βαρεθήκατε; Δεν τους βαρεθήκατε όλους αυτούς και τα αναίσχυντα ψέματα τους; Πόση άλλη άφεση; Πόσο θα χαρίζετε τη ζωή σας και τη ζωή μας, στους βρυκόλακες;

SI

Αποχαιρετώντας το δάσος του Αvnstrup

IMG_0461

Μια φωνή έρωτα βγήκε

Το κρύο πρωινό

καθώς τα πουλιά

αγγίζανε τα μάτια μου

το κορίτσι

χαμένο ση μοναξιά του

και στη σεξουαλική στέρηση

ονειρεύτηκε

ότι ήταν γυναίκα

μόνη

ξένη

με πολλούς αλεπάλληλους έρωτες

στη σιωπή

του παλλόμενου δάσους

που τα αεροπλάνα του πολέμου

φεύγουν απο κάπου κοντά

δεν μπορούν να κρυφτούν

βουίζουν στ αφτιά μας

ούτε το τσάι να είναι ζεστό το πρωί

διπλα στο τζάκι

στο ξύλινο σπίτι

κοντά στο camp

που η δανέζικη κυβερνηση

σκληρή και αμείλικτη

κρύβει τα μυστικά της ζωής τους.

Απο τη Συρία

απο το Αφγανιστάν

έρχονται

πολύ μακριά

με τρένα

λεοφωρεία

αεροπλάνα

πέρασαν απο την Ομόνοια

κινδυνεύουν να γυρίσουν πίσω

στο πόλεμο

η επιτροπή

τη Παρασκευή θα αποφασίσει

Η Έγγα λεσβία

πριν δυό μήνες, τη γυρισαν στην Αφρική ,

τους είπε οτι η ζωή της εκει κινδυνεύει

μονο η μεταφράστρια συγκινήθηκε

κι αυτή απο την Ελλάδα έφυγε

ζει τώρα στη Κοπεγχάγη.

Κινδυνεύουν να μεινουν εδω αποκλεισμένοι

στην αφόρητη μοναξιά και σιωπή

του δανέζικου camp welcome to Europe.

Eμεις ανάβουμε το τζακι

γεννάμε μωρά

και κρύβουμε καλά τα μυστικά μας

στο υπόγειο του σπιτιού

εκεινοι οι υποψήφιοι των ευρωεκλογών

χαμογελάνε  πλαστικά στις αφίσσες

στους δρόμους της πόλης

για το σκοτεινό μελλον της Ευρώπης.

Δεν υπάρχουν πια καταλήψεις εδω

μένουν εκει στα πίσω σπίτια της Christiania

που φτειάξαν μόνοι τους ..

οι άλλοι φύγαν

Και με κυτούσες όλες τις μερες  …

νεκρος- ζωντανός απο ένα παράθυρο…

..﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽﷽Έμεινε τόσο λίγο απο τότε…

μονο το δερμάτινο , το καπέλο

τα μαύρα ρούχα

ένα ρόζμαρι στη γλάστρα  έξω  απο το ξύλινο σπίτι .

Θά θελα

να διαβάσω τις λέξεις μου

εδώ μέσα στο δάσος

μόνο για τα πουλιά και τα σαλιγκάρια

η αφορητη μοναξιά

στο κορμί σου τώρα

και στη σκέψη σου

όλα εδω συνέβησαν τότε…

μια παγωνιά έμεινε ..

η Κατίνα δεν παραδεχεται τη μετανάστευσή της

δεν αντέχω τη μιζερια του τόπου

εδω μοιάζει καλύτερα..

πουλώντας φράουλες απο το Βέλγιο

στη μαύρη έξω απο τη Christiania.

Πίσω απο τα ανοιχτά παράθυρα

οι σκέψεις σου κλείνονται στη σιωπή…

ενα χαμόγελο θέλει να σου απλώσει

ποτέ δεν σου μίλησε..

σε μια αποθήκη κοιμάται

σ ενα ξενοδοχείο με τσιγγάνους

νοιώθει ότι την πέταξαν

εδώ

και μετά την Άνοιξη

ο Χειμώνας επέστρεψε δριμύτερος

εγκαταλείπωντας τα κορμιά τους

στον παγωμένο βορρά

δεν μπορώ να αγαπήσω αυτο το πληγωμένο κορίτσι/stop

αποχαιρετόντας τη Christiania.

Τίποτε κοινό τίποτε μαζί

μόνο έξω τωρα

δυαλύθηκε  το όνειρο του βορρά

εδω κλεισμένοι

μόνες γυναίκες

χωρίς παιδιά

τα παιδιά στην Ιορδανία

κανεις δεν ξερει πόσο πότε αν

στο δάσος

δεν μπορείς να αισθανθεις τους παλμούς του

αναζητας μονο τη βοή του πληθους

τη πόλη που είναι μακριά

και τη ζωή που απομακρυνεται όλο και πιο πέρα.

Θυμασαι τα ξερά βουνά που φυτρώνει θυμάρι

και μυρίζουν φασκόμηλο

τα χέρια σου

που μ αγγίζουν απαλά

και χαιδεύουν το σώμα

σαν κύμα

τη μαύρη μουσούδα

βυθισμένη στο σώμα μου.

Πιο πολύ αγαπάς τη θάλασσα

καθώς απομακρύνεται

αφησες πίσω το νεκροταφείο με τ ανθισμένα δένδρα

το κοριτσι που εκει αυνανίζεται

την Ευρώπη που συντρίβει

ανθρώπους

η καλύτερη μας  φίλη

δεν μας μιλησε ποτέ

είχε φύγει για ενα μακρινό δασος

πέρα κι απο το  Avnstrup….

Κοπεγχάγη 31-4/14-5 / 2014

Ελένη Τζιρτζιλάκη

Αvnstup (camp φιλοξενίας  εκτοπισμένων ,συνήθως απο Συρία ,Αφγανιστάν,Ιράκ , μενουν περίπου 1000 άτομα, ήταν πρώην ψυχιατρείο ,βρίσκεται έξω απο τη πόλη, υπάρχουν άνθρωποι που ζουν εδώ και 5 χρόνια)

IMG_0429

Ξεκάθαρα

Γνώρισα τους αστούς και τον κόσμο τους
τον έφτυσα
τους φτύνω

γνώρισα και το μαύρο σκοτάδι της κοινότητας που συρρικνώνεται και που ξεσπάει στον εαυτό της, τρώγοντας τα σωθικά της
το έφτυσα κι αυτό.

Ανία οι αστοί, ανία οι χωριάτες
Διαστροφή οι αστοί, διαστροφή οι χωριάτες
Ξεχνούσαν οι χωριάτες, ξεχνούσαν οι αστοί
Έχουμε από όλα έλεγαν οι χωριάτες, ποτισμένοι από τον αστό
Bουτούσε ο αστός τα χέρια και τα μούτρα στα λάδια, τι είναι η ντροπή μπρος στην επιτυχία;

 grosz2

Γαντζώνονταν το γατί το μαύρο στην άκρη της πέτρας, γκρέμια από κάτω και ο χωριάτης το έσπρωχνε αργά, σαδιστικά για να το δει να πέφτει. Πάλευε το γατί, σπαρταρούσε στα μικρά νυχάκια του που έγδερναν την πέτρα, επιδερμικά. Γιατί; Ρώτησες, κι εκείνος γέλασε σα να επιβεβαίωνε ανδρισμό, σα να είχε ρίξει από τα γκρέμια εσένα, δική μου αμαρτία είπε. Πατούσε το κεφάλι του σκύλου στο χώμα, δεν ήξερε να παίζει, δεν είχε φίλους. Στο στενό του ορίζοντα, ήταν όλα δικά του.

Διαφήμιζε το αστόπαιδο μάρκες από τις πρώτες τάξεις κιόλας του σχολείου, έψαχνε τις λεπτομέρειες κοντός πως ήταν, για να ξεχωρίσει, να θέσει αντικειμενικότητες που τον συνέφεραν. Δεν είχε φίλους, δεν ήξερε να παίζει, έστηνε οπαδούς μόνο. Αυτά του έμαθαν, κυρίως να προσέχει τα λεφτά, όσο τον τσάκιζαν στο σπίτι, ώστε να μάθει να σκληραίνει το άνω χείλος. Έτσι σε χτύπησε με τον πάτο στο πρόσωπο, όταν πήγες να κάνεις όσα έκανε αυτός, διατηρώντας το προνόμιο του. Για εκείνον, ήταν όλα ξεκάθαρα. Όταν όμως τους έκανες πέρα, φάνηκε ότι έτρεμαν την αδειανότητα και τη δειλία τους. Κυρίως έτρεμαν μην φανούν ποτέ αυτά.
Όλα για το θεαθείναι, όλα για τη συντήρηση

Σύντομα όμως αποκαλύφτηκαν όλα
Τίποτα δεν έκαναν (κατάφεραν) πραγματικά, παρότι ήταν οι βασικοί υπεύθυνοι για όλα
Κρύβονταν οι αστοί στους θεσμούς-ξενοδοχεία τους
κρύβονταν οι χωρικοί στα τέρατα που έστηναν για να τρομάζουν ο ένας τον άλλον
ανήμποροι κι ανυπεράσπιστοι σε όσα αγνοούσαν
κρατούσαν τη γνώση οι αστοί αλλά εκείνη τους ξαναγλυστρούσε
θαύμαζαν την άγνοια των άλλων, ένιωθαν ανώτεροι, χρησιμοποιούσαν έργα τέχνης να δώσουν αξία στα λεφτά τους, νοσταλγούν το 1700, ζητούν πίνακες με τις όψεις τους στα μουσεία, ζητούν ιδιωτικούς νόμους και ιδιωτικούς στρατούς
κρατούσαν τα μέσα οι αστοί, αλλά έφτανε και η άμεση γνώση από παντού, τώρα που τα ντουβάρια κατέρρεαν

 

8/4/2012

Ρήγματα – ασυνέχειες

 

Λαθρεπιβάτης στα σχολεία των πλουσίων. Κάτοικοι του κέντρου, στα χρόνια της επιφανειακής άμβλυνσης των ταξικών διαφορών.

 

Η ουδέτερη θέση του μαθητή. Η επίφαση ισότητας, των παιδιών, των μαθητών. Πρόσωπα απροσδιόριστα, κρατούν τα ηνία και βρίσκονται μπροστά σε χρόνους που το μπροστά και το πίσω δεν υπάρχουν, αποφεύγοντας τις μετωπικές συγκρούσεις, μετρώντας, πάντα μετρώντας.

 

Η ουδέτερη θέση και η είσοδος στους εσωτερικούς χώρους των πλουσίων.

Στις σχέσεις και στους τρόπους των πλουσίων. Σε βίλλες στο Πανόραμα, σε πεύκα και δαιδαλώδεις περιφράξεις που έκρυβαν παραλίες και παρακρατούσαν κομμάτια θάλασσας γι’ αυτούς, στη Χαλκιδική. Γκαζόν, πιάνα, όροφοι. Ιδιωτικά, όλα. Η ανία των πλουσίων. Η ευκολία τους να προσβάλλουν και να κρύβονται. Η ευκολία στα λόγια. Τα λόγια-τρόπος εξουσίας. Ο ναρκισσισμός και η οπισθοχώρηση των πλουσίων. Η έλλειψη πίστης των πλουσίων. Η έλλειψη πίστης, εκτός εκείνης του χρήματος. Ο μόνιμος ανταγωνισμός, η μόνιμη έλλειψη νοήματος των παιδιών τους.

Η ελληνική αστική τάξη, απαρτισμένη από κατσαπλιάδες που παρίσταναν τους αμερικάνους, μια τάξη που έφτιαξε μόνο εκμετάλλευση, τώρα τα μαζεύει γι’ αλλού.

Μικρά εγκλήματα κρυμμένα πίσω από το χρήμα και τρόπους-εργαλεία, «άσσους» αγορασμένους σε πουλημένα παιχνίδια, κακοπαιγμένα σε ξένα γήπεδα που με τη βία σφετερίστηκαν. Η ψευδαίσθηση ότι όλα τους ανήκουν, ή ότι όλα μπορούν να τα αγοράσουν. Η πίστη ενάντια σε όλα.

Οπορτουνισμοί, διαρκή αλλαγή θέματος, διαρκή θέσπιση του σημαντικού -μόνο από εκείνους- στα παιχνίδια, στις απόψεις, στα πράγματα των παιδιών. Μικρό-μέγαλα όλο κακία, δειλά μικρό-μέγαλα. Αμείλικτες πράξεις, με νόημα μόνο τις νίκες.

Η κυρίαρχη δυστυχία και η διασκέδαση της. Μια δυστυχία άλλου τύπου.

Και κάποια πρόσωπα θολά, δικά τους μα παράταιρα στους τόπους που επέβαλλαν τα μέτρα των πλουσίων. Κάποια πρόσωπα καθαρά, που γοητεύονταν δίχως φθόνο, και που αφήνονταν παραπάνω σε όσα ο κύκλος τους έκλεινε τα μάτια. Μια πλούσια που παντρεύτηκε με έναν φτωχό που δούλευε σερβιτόρος, που στη συνέχεια έγινε πλούσιος και έφυγε από τη μιζέρια της ανέχειας. Μια πλούσια που έφυγε με ένα φτωχό φρικιό και φρίκεψε κι εκείνη από επιλογή, γιατί δεν άντεχε την ανιαρή και νοσηρή ζωή του παρελθόντος της, ανάμεσα σε ιδιωτικές κάβες, πύργους και πολυτελή τραπεζώματα.

 

Έπειτα: τα παράλληλα περάσματα στους τόπους της φτώχειας. Από εκείνους που έρχονταν από εκεί μα τραβούσαν -νόμιζαν – για τους προηγούμενους. Τα ΚΤΕΛ Σερρών στην έξοδο των δωδεκαώροφων, τα μίζερα πάρκα στις κατόψεις των εργατικών κατοικιών, που αργότερα τις νοίκιαζαν στους μετανάστες, και ένα ακαθόριστο σύνθημα στο ντουβάρι του συμμαχικού νεκροταφείου «newwaveagainstalladds» που έμοιαζε αόριστα αναρχικό.

Στη Σταυρούπολη, σπιτάκια πλάι σε γήπεδα, πλάι σε έρημα στρατόπεδα. Εκεί που εκτελούσαν οι Γερμανοί.

Σε μικρά χωριά, σε προσφυγικά χωριά. Χώροι που ήταν από όλα: κρεβατοκάμαρα, τραπεζαρία, καθιστικό. Παλιά πλαστικά παιχνίδια. Μεγάλα παιδιά που έμεναν εκεί για πάντα, με τους δικούς τους, σα να περίμεναν, ενώ στην πραγματικότητα δεν περίμεναν κι ούτε και τους πείραζε ιδιαίτερα. Γέροι έξω και γιαγιές να κάθονται σιωπηλά σε καρέκλες ανάμεσα στα σπιτάκια. Καφές και γλυκό του κουταλιού το απόγευμα, κάθε απόγευμα.

Μια γιαγιά που ψυχορραγούσε κάποτε και όλη η γειτονιά να την αποχαιρετάει. Κρυφές, τεράστιες δυστυχίες αρρώστων. Άνθρωποι άσχημοι, σκαμμένα πρόσωπα, μονίμως αμήχανοι. Ένας ανύπαντρος αδελφός που έμενε μαζί με την αδελφή του και τα παιδιά της. Άνθρωποι πονηροί επίσης. Αδίστακτα «τσακάλια», που έψαχναν θύματα προκειμένου ν’ ανεβούν. Τσογλανάδες με ύφος λιγωμένο, καταπιεσμένοι ανώμαλοι που έψαχναν ευκαιρίες. Ξεσπάσματα και δουλοπρέπειες. Αλάνες με παιχνίδια, στα χώματα. Κορίτσια, ζεστά. Από τότε ακόμα. Κορίτσια αληθινά. Τότε. Καμία προσμονή, μα χαρά.(Hμερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής, σ.130-131)

Το τέλος της Κοπεγχάγης (2 -ένα χρόνο μετά): Στάλινγκραντ//Γκουέρνικα

jorn

100 χρόνια από τη γέννηση του Άσγκερ Γιόρν φέτος. Στη Δανία διάφορες ομιλίες και εκθέσεις για τον Γιόρν. Μια συνολική παρουσίαση του έργου του στην κρατική πινακοθήκη της Κοπεγχάγης. Ο πολιτικός, λαογραφικός, περιπετειώδης Γιόρν, εκεί, σε όλες τις όψεις του.

imagesCAIHDBEU

Asger Jorn 1963, “Nothing happens” (indeed, θα προσθέσουμε εμείς. Το ζευγάρι στη φωτογραφία πούλησε τον πίνακα για μερικά εκατομμύρια (δε ξέρω τι), και το άρθρο της εφημερίδας πανηγύριζε τα λεφτά).

situ

Ο Γιόρν βέβαια έζησε για πολλά χρόνια πάμπτωχος, και μέχρι το τέλος της ζωής του απέρριπτε βραβεία και επιχορηγήσεις. Η άντι-τέχνη του δεν απέφυγε τελικά ότι συμβαίνει στο έργο συνήθως, μετά το θάνατο του δημιουργού.

Παράλληλα, ένας Γιόρν θεσμοθετημένος, αναγνωρισμένος, στις γκαλερί και στα μουσεία με τα εισιτήρια, εκεί που βλέπεις μόνο, δίχως να αγγίζεις. Μόλις λίγο καιρό πριν σε κάποιο άλλο κρατικό ίδρυμα εδώ, τόλμησαν να τοποθετήσουν το έργο του Γιόρν σε διάλογο με εκείνο του υπερφίαλου Αμερικάνου, του Τζάκσον Πόλοκ. Κάποιοι εδώ ίσως να τον γιορτάζουν με τον τρόπο που γιόρταζε ο Σαρκοζί, με το καθεστωτικό μνημόσυνο που πήγε να στήσει του Καμύ, τώρα που είναι νεκρός και φαινομενικά άφωνος και ουδέτερος. Με τον τρόπου που κάνει να τρίζουν τα κόκκαλα των νεκρών, απόδειξη ότι από τους φασίστες ούτε οι νεκροί δεν είναι ασφαλείς, όπως έγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν.
Μπορεί λοιπόν, ακόμα να μιλήσει το έργο έτσι, σε αυτές τις συνθήκες, της ήττας, όπου κυριαρχούν τα τέρατα; Στα ιδρύματα που έφτιαξε η μπουρζουαζία για να επιδεικνύει τον πλούτο της; Μπορεί, έστω και έτσι;

Για να δούμε.

 jorn faces

Εξπρεσιονισμός στα χνάρια του Μουνκ, αφαιρέσεις τύπου Καντίσκυ, σουρεαλισμός αλά Έρνστ, κυβισμός. Σχέδια σχεδόν παιδικά και άγριες σπατουλιές γεμάτες από άγρια χρώματα, ξανά και ξανά. Τα πρώτα χαρακτικά του Γιόρν, για την εφημερίδα του ΚΚ Δανίας, στη δεκαετία του 1930. Κι ένα τρελό χιούμορ, ένα άγριο γέλιο, ηδονικό, στον καταστασιακό ορίζοντα, που διαλύει τις μορφές, τις εικόνες, τα ήθη, τα στερεότυπα, τις νόρμες.

jorn1

(Asger Jorn, 1962: Ainsi on s’Ensor) you might as well live 😉

rue-froide

Βλέποντας το έργο του Γιόρν, ακολουθεί κανείς την ιστορία της Ευρώπης στον μικρό (κατά Χομπσμπάουμ) 20ό αιώνα. Τη φρικτή αυτή εποχή.

Φαίνονται τα σύννεφα και η αδυνατότητα. Και κάτι απαίσια τέρατα που αλληλοσπαράζονται, κωμικά, κωμικοτραγικά, φρικτά.

Κι από τα όνειρα των λαών του 1945 για ελευθερία και ειρήνη, παρά τις διακηρύξεις του COBRA για μια νέα τέχνη για μια νέα ζωή, η δημιουργία του ΝΑΤΟ έδειξε ότι στήνονταν ήδη οι μηχανικές πια, βάσεις για μια νέα περίοδο του θανάτου, του θανάτου που αν αποφασιζόταν, δε θα ξέφευγε κανείς, καθώς υπήρχε η τεχνογνωσία να καθηλώσει το μέλλον στην κυριαρχία εκείνων που είχαν τις καλύτερες μηχανές πολέμου.

adlers

Άσγκερ Γιόρν 1951: the right of the eagles

Παραδόξως, το ΝΑΤΟ έχει σήμερα για αρχηγό, το πιο εμετικό πρωθυπουργό της Δανίας, τον αρχισυντηρητικό Άνας Φο Ράσμουσεν, που έσυρε τους Δανούς στους άδικους πολέμους του Μπους στην πρώτη δεκαετία του 21ου, και αμαύρωσε το όνομα της χώρας και των ανθρώπων, βγάζοντας το πιο αποκρουστικό, υπεροπτικό και ρατσιστικό πρόσωπο της χώρας παραέξω. Ήταν η επέλαση των συντηρητικών και των ψυχοπαθών καθαρμάτων του διεθνούς κεφαλαίου. Ευτυχώς, και στις πιο μαύρες εποχές, υπάρχουν πάντα σύντροφοι παντού που θα αναλάβουν το βάρος της αξιοπρέπειας και που θα σταθούν για όλους.

Στόλισαν τον φασίστα με τον τρόπο που συχνά έβαφε ο Γιόρν. Ναι, καμία χώρα δεν είναι μόνο φασιστική.

Καλύτερα να χρησιμοποιούμε ζώα (ως μεταφορά) για να δείξουμε τις συμπεριφορές και τα πάθη των ανθρώπων, έλεγε ο Γιόρν που αποστρέφονταν την κυριαρχία της λογικής στα ανθρώπινα, σαν την ολοκληρωτική επικράτηση του κόσμου του αστού.

“Στην αρχή, ήταν η εικόνα”, έλεγε επίσης ο Γιόρν, σε αντίθεση με τον λόγο του Ευαγγελίου, για να προκρίνει τη Σκανδιναβική διαφορά. Οι λαοί της Σκανδιναβίας δεν είχαν αναπτύξει γραφή, και για το λόγο αυτό, έφτιαχναν εικόνες που σκάλιζαν στους γρανίτες της πράσινης Σκανδιναβικής γης.

_MG_1933

 _MG_1932

 Γύρισε ο Γιόρν όλη τη Σκανδιναβία κι έβγαλε φωτογραφίες, χιλιάδες φωτογραφίες, τις μορφές που έφτιαχναν οι Σκανδιναβοί πρόγονοι του. Και τις μορφές αυτές, τις απλοϊκές, τις αρμονικές με τη ζωή της υπαίθρου και τις δυνάμεις της φύσεις, τις απέδωσε στη ζωγραφική του, που είναι γεμάτη προσωπάκια. Φτιαγμένες με το χέρι ενός παιδιού, όπως και οι ζωγραφιές του Πικάσο.

Jorn_og_Picasso_550x356px_crop

Είχε δει ο Γιόρν τη Γκουέρνικα. Στο Παρίσι, το 1937. Ίσως και αργότερα. Θέλησε να φτιάξει ένα αντίστοιχο έργο. Το Στάλινγκραντ του, κράτησε 12 χρόνια. Πιθανώς να έμεινε ανολοκλήρωτο. Ο Γιόρν είδε ότι προσπαθούσε να απεικονίσει κάτι που δεν γίνεται να απεικονιστεί. Εγκατέλειψε τον τεράστιο καμβά, αφού τον έσβησε πολλές πολλές φορές, με τραχιές πινελιές ισοπεδωτικές, σαν την ισοπέδωση του πολέμου.

40-12-17/35

Stalingrad-1972

Όσο προσπαθούσε να αποδώσει το Στάλινγκραντ, ο Γιόρν συνομιλούσε με έναν Ιταλό φίλο του, που έτυχε, ποιός ξέρει για ποιό λόγο, να πολεμήσει στο Στάλινγκραντ, σε τάγμα Ιταλών φασίστων, που πολεμούσαν πλάι με τους Γερμανούς. Είπε στο Γιόρν για τις φρίκες και τις τερατωδίες των μαχών στο χιόνι, από σπίτι σε σπίτι, σε μια πόλη γεμάτη αμάχους. Και ξεδίπλωσε η φαντασία του Γιόρν τον παραλογισμό του ανθρώπου που υπερβαίνει ιδεολογίες. Έτσι το Στάλινγκραντ του Γιόρν, εν αντιθέσει με την Γκουέρνικα του Πικάσο, δεν είναι ένα αμιγώς πολιτικό έργο, αλλά ένα έργο που πασχίζει να σχολιάσει τη βία του ανθρώπου και το μαζικό θάνατο.

Πως αλλιώς να διαβάσεις τις άναρθρες γραμμές; Και τι άλλο είναι ο πόλεμος εξάλλου; Εκεί τα χιόνια, εκεί το αίμα, εκεί τα κτήρια από κάτω, εκεί οι μάχες.

asger jorn

30775

“Τρώω 6 με 8 τοστ την ημέρα” (με διπλό τυρί): Εκεί τον έφτασαν τον Έλληνα (3)

(Aπό αληθινή ιστορία -βγαλμένη από τη ζωή των νέων μεταναστών που τριγυρνούν στην Ευρώπη περίπου σα στο σπίτι τους, δίχως ακόμα να είναι παράνομοι, δίχως ιδιότητες, δίχως χρήματα, δίχως μέλλον, κουβαλώντας αμαρτήματα γονέων, τις συνήθειες της επαρχιώτική οικογένειας, δίχως τη δυνατότητα επιστροφής, λόγο της συνεχιζόμενης καταστροφής κάτω, αλλά και λόγο της κυρίαρχης αφήγησης της “επιτυχίας στο εξωτερικό”, μιας αφήγησης βγαλμένης από τους μύθους που έφτιαξαν τα καθάρματα της Άγριας Δύσης για τους εαυτούς τους, η οποία εξαπλώθηκε με χίλιους δύο τρόπους, έτσι που να σε κάνει να ντρέπεσαι και να ζεις με το τίποτα, για το θεαθήναι. Γνωστά αυτά, όλοι οι μετανάστες τα κάνουν εξάλλου).

Άνθρωποι δίχως ιδιότητες, όλοι.

(Πιέστε στον κάτωθι αριθμό για να διαβάσετε τα μέρη
1 και 2)

Οι τελευταίοι (των τελευταίων)

_MG_3578Σε σύνορα οριστικά, κομμένα με μαχαίρι

Έπεφτε ο ήλιος αναδείκνυες την ποθητή σκοπιά
Έπεφτε ο ήλιος
και ξανά
Στο αδύνατο
Μέχρι που ήλιοι ανεπαρκείς

Κι ύστερα έπεφτε η συσκότιση
έγραφε μονόδρομους
πλάκωνε η αλητεία
– απροετοίμαστοι
πύκνά, σαν τα σημεία αποστροφής
η απόφαση περνούσε από την παραδοχή
ναι, έτσι είναι το τέλος

Καλότυχοι όσοι μόνο το φαντάστηκαν, ακόμα μακρυά από του θανάτου τη γροθιά

Επέστρεφαν πρώην φαντάροι
Εκείνη μοναχά ήταν η στιγμή δική τους
δεδομένοι, μικροί

Ακόμα ν’ ανθίσουν οι χυμοί του λωτού εκείνου