Fin de Copenhague

20150314_161349

 Κοπεγχάγη. «Ο ορίζοντας» La fin de Copenhague1 Eξόριστος πολλά χρόνια. Όταν τότε ήταν επιλογή. Μια επιλογή που κλείνει στη συνήθεια μα και σε γεγονότα εκτός ελέγχου. Μια επιλογή που γίνεται δυσκολότερη: το να φύγω. Κάποτε υπήρξαμε εδώ. Αλλάξαμε εδώ. Συναντηθήκαμε εδώ. Αποχαιρετιστήκαμε εδώ. Ξανανταμώσαμε εδώ. Τραβήξαμε γι’ αλλού, από εδώ. Συνεχίζουμε, εδώ, έστω και αν άλλοι φεύγουν. Έστω και να σε στοιχειώνουν όλα τα χρώματα και οι σκιές που θυμίζουν τη Φθινοπωρινή Σονάτα2 και τα έργα του Μunch, και πάνω από όλα, η ασήκωτη, απατηλή, θλιμμένη ομορφιά των τόπων αυτών: η κριτική πρέπει να γίνει από επιλογή, αλλιώτικα ποτέ δεν θα ξεφύγεις. Πρέπει να θέσεις τα σωστά ερωτήματα, για να σηκωθείς ξανά. «Τι κάνω εδώ;» Η ερώτηση που επιστρέφει μονίμως, διαλύοντας το παρελθόν το ίδιο, που αποδεικνύεται σαθρό και ανεύθυνο, σα να βρέθηκε επιτέλους το μέτρο για την κρίση των πραγμάτων και την αποτίμηση της ζωής έως τώρα με σκοπό την χάραξη πλεύσης, ξανά. Άνθρωποι έξω τριγυρνούν στο χιόνι, βιαστικοί, κάθε πρωί όλοι τρέχουν. Παρά τις εντάσεις των αυξημένων απαιτήσεων, μια ηρεμία βασιλεύει εξωτερικά και οι άνθρωποι γνωρίζουν να λύνουν τις διαφορές τους συζητώντας λογικά. Έτσι θέλουν να ζήσουν, λένε και δεν καταλαβαίνουν τα αίματα που είναι έτοιμα να χυθούν κάπου αλλού, στο όνομα της αδικίας. Ο θάνατος είναι η μόνη παράδοξη σιγουριά, γιατί να τον επισπεύσουμε; Γιατί να μην ζήσουμε; Γιατί, ενώ υπάρχει χώρος για όλους; Κι ενώ ξεκινούν με τις σωστές ερωτήσεις, γυρνούν έπειτα αδιάφορα την πλάτη, βέβαιοι πως οι άλλοι έκαναν λάθος, πως οι άλλοι ήταν λάθος εξ αρχής. Δεν μπορούν να δουν ότι η ευμάρεια τους βασίζεται στον πόνο κάποιων άλλων, όταν οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να είναι καταναλωτές, σκλάβοι, ή κάτοικοι μιας έρημης γης – για χάρη χωρών σαν και αυτής. Εδώ όσοι βρίσκονται στην κορυφή γι’ αντάλλαγμα τους επέτρεψαν στο πλήθος καλούς μισθούς και καλές συνθήκες, ώστε ν’ αναπτυχθούν ατομικότητες. Εκλεπτυσμένη βαρβαρότητα: εδώ αποστειρώνουν, ενώ στην Ελλάδα γκρεμίζουν. Το σπίτι στην γειτονιά –κέντρο απόκεντρο, ένα δωμάτιο, μια κάμαρη, άδειο, τόσο άδειο που δεν μπορούσε κανείς να κρύψει τίποτα. Πέντε χρόνια ακίνητα, γλιστρούν στους γύψινους διακόσμους, ξανά και ξανά, απρόβλεπτα, προβλέψιμα, ξανά και ξανά. Που να βρίσκεται τώρα εκείνη η ζωή, ένα κομμάτι, ένα ακόμα τέλος, δεν έχει τόσο σημασία, δεν χρειάζεται φόρτιση και κανένας επικήδειος, κανένα κύκνειο άσμα, απλά να φύγεις και να κλείσεις την πόρτα ανοίγοντας μια άλλη. Δεν υπάρχουν φαντάσματα, ο δρόμος είχε γνωρίσει πολλούς ενοίκους, πολλούς ακόμα περαστικούς, στα εκατό και τόσο χρόνια ύπαρξης του και μαζί με αυτούς ήταν κι εκείνος ξανά, ενώνονταν μαζί τους, με την ανυπαρξία τους, ντυμένη από αυτόν σε μια μορφής ματαιόδοξη συνείδηση που τάχα τους αναγνώριζε με οδηγία το υστερόγραφο του ιδανικού αυτόχειρα ποιητή: «Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!!»3 Η πόλη είχε συχνά αποκαλυφθεί σε σημείο αποκρουστικό, χώρια δε αφιλόξενο. H πόλη αυτοκτονούσε κάθε βράδυ πνιγμένη στα αβαθή αδιέξοδα της, ανοίγοντας δρόμο για συμφορές, σε όλους τους απροετοίμαστους, την ιστορική πλειοψηφία της εποχής. Πέθαινε στους μικρούς ανεπαίσθητους θανάτους που βίωναν οι κάτοικοι της καθένας ξεχωριστά, όπως το συνηθίζουν στον παγερό Βορρά. Και πραγματικά, παρά την τάξη, παρά τις ομορφιές, δεν υπήρξε ούτε ένας άνθρωπος εκεί που να συνάντησε και να του έκανε την εντύπωση που του έκανε η πόλη και ο μύθος που έσερνε στα πέρατα μακριά της. Δεν είχε ανθρώπους αντάξιους της που να ζουν εκεί και έπλεε σαν καράβι των μετρίων, λες και τα ιδεατά που πάσχισαν να φτιάξουν –και που πραγματικά κατάφεραν καλύτερα από οπουδήποτε αλλού- ήταν συνάμα καταδίκη. Άνθρωποι πνίγονταν στις πολλές επιλογές που άφηνε η πόλη, στις πολλές επιλογές εδώ στο τέλος του ορίζοντα, όλων όσων υπόσχονταν η εποχή μας, η ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός της ιστορικής μας στιγμής. Εδώ οι άνθρωποι δεν είχαν τόσο ισχυρά δεσίματα, προπαγάνδιζαν, εδώ οι γέροι κλείνονταν σε οίκους ευγηρίας, εδώ οι νέοι ταξίδευαν, εδώ ο έρωτας ήταν εύκολος. Στις πόλεις εδώ στον ορίζοντα, οι άνθρωποι δεν κλείνονταν στις σχέσεις, δεν του τυραννούσαν οι κατάρες και τα πάθη των γέρων τους. Εδώ είχαν στυλ σε κάθε στιγμή, εδώ το μάτι ήταν προπονημένο στις λεπτομέρειες. Εδώ τα είχαν καταλάβει «όλα». Εδώ όλα ήταν εύκολα. Εδώ οι άνθρωποι δεν έμεναν στάσιμοι, εδώ τίποτα δεν έμενε στάσιμο. Κι όμως εδώ οι «επιλογές» για τη ζωή και το διαρκές κυνήγι τους, σε βύθιζαν στην αναποφασιστικότητα, στον εφησυχασμό, στην κοινωνική φοβία. Εδώ οι «επιλογές» δεν σου άφηναν χώρο να τελειώσεις κάτι ή να καταπιαστείς, να ταυτιστείς και να αφοσιωθείς με κάτι (πέραν του ασαφούς πεδίου του «εαυτού»). Εδώ οι επιλογές «για όλους» έκαναν όλους δορυφόρους σε ελλειπτικές, προσωπικές τροχιές που σπάνια συναντιούνταν. Παρά τις καλές προθέσεις, εδώ έγινε μια πόλη που για πάντα θα σε θεωρεί ξένο και που πάντα θα σε μετράει, αυτό ήταν το τίμημα όλων αυτού του είδους των επιλογών. Γιατί αυτού του είδους οι επιλογές δεν ήταν οι μόνες. Ήταν μόνο οι επιλογές εκείνου του ορίζοντα. Πίσω από τα χαμόγελα, πίσω από την προθυμία, υπάρχει η αδυσώπητη εμμονή του ελέγχου, η δικτατορία της υπεροχής, το κυνήγι μικρών, ασήμαντων ανταγωνισμών που μαστίζουν πάντα εκείνους που έχουν, τα πλουσιόπαιδα του σχολείου κάποτε, μαζεμένα, ξαναγυρνούν σε μια αιώνια παρατεταμένη εποχή, την εποχή του εαυτού, την εποχή του νάρκισσου, εδώ, πίσω, παντού τοίχοι, και λίγοι διέξοδοι, προπάντων, λίγοι τρόποι για να μάθεις ότι είσαι ξένος. Βαδίζοντας ανάμεσα σε ψευδαισθήσεις ανεκτικότητας, ανάμεσα σε εκείνους που σε θέλουν πίσω τους για να μην υψωθεί ποτέ το επίπεδο, το δικό σου, το δικό τους, θα σου κρύβουν πάντα αυτό που είναι μπροστά στα μάτια σου, κάθε φορά που γυρνάς μόνος, κάθε φορά που συνειδητοποιείς ότι ζεις όπως όλοι οι ξένοι ανέκαθεν, κάθε φορά που γυρνάς μόνος [ο καλλιτέχνης από εκεί εξάλλου είχε πει, όταν ρωτήθηκε τι σημαίνει να δημιουργείς στην πόλη αυτή: «η Κοπεγχάγη σήμερα βρίσκεται σε μια αντεπαναστατική κατάσταση»]. Τα όμορφα κορίτσια που με τα γυμνά τους πόδια σε μύρια ποδήλατα, κάθε πρωί, σε κάθε γωνιά, ξανά και ξανά, κάθε βράδυ και κάθε απόγευμα, σου τσαλάκωναν την ψυχή, τα κορίτσια που εναπόθεσες τις ελπίδες σου, θα μαραθούν και θα αναγεννηθούν, ξανά και ξανά, και θα τα κυνηγήσουν αγόρια από όλα τα μήκη και τα πλάτη κάθε φορά σαν την πρώτη φορά και θα κάνουν έρωτα στα κορίτσια όπως έκανες κι εσύ, αχόρταγα, αβυσσαλέα, δίχως σταματημό, δίχως να χορτάσουν, θα ελπίσεις, όπως δεν χόρτασες κι εσύ. Ίσως ακόμα να είναι η καλύτερη δυνατή πόλη σε μια εποχή με τόσο χαμηλό ορίζοντα μέτρου σύγκρισης, σε μια εποχή όπου δεν υπάρχει συλλογικό όραμα συλλογικής προόδου, πέραν από ευχολόγια, και λέξεις δίχως αναφορές. Αλίμονο σε όσους δεν βρουν τρόπους, ιδίως σε τέτοια μέρη, που όλοι έχουν εργαλεία και που από μικρή ηλικία μαθαίνουν να ακονίζουν τα μαχαίρια τους, σε τέτοια μέρη που πυκνώνουν μέχρι εκεί που ξεκίνησες, αλίμονο σου. Είναι διαταγή να είσαι χαρούμενος, και αν δεν σου αρέσει πρέπει να φύγεις, μα η ευθύνη πάντα δική σου. (Αλήθεια; Αντιστάσου στις βολικές αφηγήσεις, έστω και αν βρήκες βήμα. Σε γερνάνε. Σε κλείνουν) Στα παλιατζίδικα, βιβλία, κούτες βιβλίων από τα ωραία σπίτια τους όπως φαντάζουν πίσω από τα μεγάλα παράθυρα δίχως πατζούρια, βιβλία ανακατεμένα από πολλούς θανάτους αγνώστων, βιβλία στα αζήτητα, σαν τους αγνώστους των κτηρίων, στις όμορφες γειτονιές με τα ποδήλατα, στις γειτονιές που στροβιλίζουν στο κεφάλι σου βιώνοντας τες στο ποδήλατο, ξανά και ξανά στην αιώνια εποχή μια νιότης. Στο Χαξλεϊκό σύμπαν του λειτουργισμού, της χαράς, του κανιβαλισμού, της τελειότητας, της νιότης. Και της λήξης. Η πόλη έχει γίνει μια φυλακή. Πρέπει να δίνω λόγο για κάθε τι που αφορά την παρουσία μου και τα κίνητρα μου, συνεχώς, σε όλους. Είμαι μονίμως υπόλογος σε κάθε συναναστροφή, στις ίδιες κοινότοπες κι επιτηδευμένες ερωτήσεις, στις ίδιες εξονυχιστικές παρατηρήσεις, για ζητήματα που ποτέ δεν θεώρησα ουσιαστικά – σε ζητήματα ηλίθια, τα οποία ανάγονται στις προκαταλήψεις εκείνων που ρωτάνε, που όλοι τους είναι τόσο αφόρητα ίδιοι. Και δυστυχώς κατάντησαν όλοι αυτοί, οι γνωστοί και οι άγνωστοι, οι μεθυσμένοι φωνακλάδες που καμώνονται τους κοινωνικούς, ή εκείνοι οι γνωστοί που υποδύονται τους φίλους και τους κοσμοπολίτες, να αποτελούν μια γενικευμένη μάζα, μέσα στην ομοιότητα των συμπεριφορών και των λόγων τους, μέσα στην ομοιότητα της άρνησης τους να δουν την πορεία της πόλης τους και των ζωών τους. Η Κοπεγχάγη, αυτή η θλιμμένη μούσα πρώιμων ονείρων, αυτή η κομψή βόρεια θεότητα έγινε ένας αδιέξοδος τόπος, όπου ελάχιστα μπορεί να περιμένει κανείς σαν εμένα. Η Κοπεγχάγη έγινε μια πόλη για λίγους, για εκείνους που καταφέρνουν να θέτουν τα κριτήρια –τα οποία τουλάχιστο στην εποχή που διανύουμε, ευθυγραμμίζονται με τις κυρίαρχες τάσεις της εποχής [στις πιο δύσκολες στιγμές κάποτε έτσι σκεφτόμουν]. Είναι η αλήθεια ότι η πόλη αυτή, που χανόταν κρυμμένη στις ομίχλες, στις βαθιές χειμωνιάτικες νύχτες, που γυμνώνονταν στα μακρά απελευθερωμένα ηλιόλουστα μερόνυχτα του καλοκαιριού και του Μάη, πίεζε για αισιοδοξία. Στα αμέτρητα, όμορφα, πρόσωπα. Πίεζε για μια αισιοδοξία, η οποία όμως δεν είχε κάτι από το ’60 αλλά σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, έδειχνε την προοπτική για κάτι άλλο. Έστω και αν είναι από τις λίγες πόλεις που βρίσκονται σε μια, κινηματογραφική διάθεση που είχε κάτι από nouvelle vague: στυλ, αναζήτηση του έρωτα και του εαυτού (αν και εις μάτην!), αμφιβολία. Τελειότητα. Έστω, επιφανειακά, αλλά καλύτερα από αλλού, έλεγα για να δικαιολογήσω την ύπαρξη μου εκεί και να δώσω ευκαιρίες λες και τάχα έφταιξα μόνο εγώ. Ήταν η αποθέωση της ατομικότητας σε ένα εναλλακτικό του Αμερικάνικου, μοντέλο. Οικολογικό, καλαίσθητο. Με μια βία διαφορετική, ευτυχώς όχι φυσική. Αλλού τα δύο είδη βίας συνυπάρχουν. Εδώ η έντονη αίσθηση του ατόμου προστατεύει από τη φυσική βία, ίσως από φόβο για τις προσωπικές συνέπειες ενός διαξιφισμού. Ίσως να ήρθε η ώρα να το δεχτώ: ηττήθηκα, εισχώρησα στη χώρα των μύθων και δεν μου άρεσε η πεζή της όψη. Κι όμως, σε έναν κόσμο που καταρρέει, οι μύθοι εκείνοι δεν θα είχαν κανένα μέλλον, παρά θα ήταν μια καθαρή πια αντίδραση, ένας αναχρονισμός, μια συντήρηση του κόσμου που μας έφερε ως εδώ, στο χείλος του γκρεμού. Το ερώτημα είναι, τώρα τι; Ένα ερώτημα που δεν τίθεται από όλους. Αλήθεια; Και ο Peter, o Karl, o Rasmus, η Pia, η Sarah, η Marie, και πόσα άλλα παιδιά από εκεί, που ήταν όσο ανθρώπινα είσαι κι εσύ, ή όσο άνθρωπος θα ήθελες να είσαι, ήταν άραγε και όλοι αυτοί το ίδιο, έτσι που τσουβαλιάζεις τα πάντα και τους πάντες, όπως κάνουν όσοι σε κατηγόρησαν κάποτε για όσα δεν ευθύνεσαι, για όσα αγνοούν; Εκεί υπήρξε κι ένας Άσγκερ Γιορν που έστειλε πίσω το βραβείο του Γκουγκενχάιμ το 1964, ένα βραβείο που ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ- γράφοντας σε τηλεγράφημα: GO TO HELL WITH YOUR MONEY BASTARDSTOPREFUSE PRIZESTOPNEVER ASKED FOR ITSTOPAGAINST ALL DECENCY MIX ARTIST AGAINST HIS WILL IN YOUR PUBLICITYSTOPI WANT PUBLIC CONFIRMATION NOT TO HAVE PARTICIPATED IN YOUR RIDICULOUS GAME. Σε έκανε η πίκρα και η ματαίωση μνησίκακο. Ό,τι και αν έγινε, κάνε την εξέγερση σου ξανά, ενάντια στις σταθερές σου, ανοίξου, δεν έφταιγαν μόνο εκείνοι, δεν είναι και τόσο διαφορετικοί, αυτός είναι ο ορίζοντας, παντού.

1 Asger Jorn – Guy Debord
2 Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
3 Κωνσταντίνος Καρυωτάκης To παραπάνω κείμενο μαζί με άλλα (κειμενα για πόλεις, φωτογραφικά κολάζ και ποίηματα του Μάνου Νικολάου) εκδόθηκε στο βιβλίο ‘η πόλις φεύγει’ (Εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη, Απρίλης 2013).

Άλλοι τόποι #1: Καλοκαίρια

Η βασική ιδέα είναι δέσω σε ενότητες κάποια κείμενα γύρω από ένα κοινό θεματικό άξονα και να δημιουργήσω booklets σε ψηφιακή αρχικά μορφή, που ίσως κάποτε να εκδώσω κιόλας σε τεύχη.

Το πρώτο που βγάζω ψηφιακά, περιλαμβάνει κείμενα που δημοσιεύτηκαν εδώ, και κάποια μέρη του δεύτερου βιβλίου μου, “ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής”.

Κοινός άξονας: το καλοκαίρι. Παραφράζοντας τον Καμύ, το ανίκητο καλοκαίρι που κρατάμε μέσα μας.

Κατεβάστε το εδώ:

Markos Karayannos, kalokairia

Tοπία του καλοκαιριού

 

(Τέλη Ιούνη) το πρωί για καφέ. Όλα cosy. Είναι το καλό γούστο και η άνεση το καλύτερο; Κι αν ναι, γιατί υπάρχει η αίσθηση βαρεμάρας και η μετάθεση, στο μέλλον;

Ο παλιός σελιδοδείκτης έγραφε: καιρός να ξανανάψουμε τ’ άστρα (Απολιναίρ)

Ο έλεγχος περνάει από την αυτοπειθάρχηση. Η πειθαρχία έχει νόημα ύπαρξης – πέραν εκείνου της κυριαρχίας – όμως εδώ η αγορά μηχανικά δημιουργεί το πλαίσιο που θα εγγυηθεί την πειθαρχία στο αστικό μοντέλο της κοινωνίας, η ίδια η αγορά που έρχεται να αποροφήσει τους κραδασμούς που προκαλεί η αδειανότητα της αστικής ζωής.

Να ξανασκεφτούμε το ζήτημα των διαχωρισμών της ζωής που θέτει ο κόσμος του αστού:

Το τέλος της Κοπεγχάγης (επ άπειρον)

*

Η Σκόπελος ως λύση

IMG_2403

IMG_2394

Λύση σε τι; Στη ζωή της πόλης, γενικά; Στο χρόνο που περνάει; Στη βαρβαρότητα που προελαύνει, στα απανωτά σοκ της αναδιάρθρωσης της οικονομίας (του κεφαλαίου), και στις μύριες μιζέριες που απλώνονται εκεί, εντείνοντας τα πολεοδομικά αδιέξοδα της σύγχρονης Ελλάδας, του σύγχρονου κόσμου.

Ποιος έκανε έτσι τις πόλεις; Ας αναρωτηθούν με κάθε ειλικρίνεια, όσοι (νεοέλληνες, νεοφιλελέ, νεόπλουτοι, αλλά και old money φάση) κατηγορούν “τους Έλληνες” ή την “αριστερά”, για το κακό γούστο ή και για όσα συμβαίνουν εδώ (γενικά μιλώντας, πάντα), σήμερα. Θα δουν τότε τα είδωλα τους, τα πρότυπα τους -τα ακούσια έστω πρότυπα τους, τους εκφραστές της κουλτούρας που αντιπροσωπεύουν – τον παττακό και τον παπαδόπουλο, τον καραμανλή, και πολλούς άλλους γελοίους θιασώτες της εξουσίας, ανδρείκελα της ντόπιας ολιγαρχίας. Μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα μάλιστα, ότι η σημερινή κατάσταση είναι η συνέχεια και μόνο, των προηγούμενων.

Τα νησιά και η θάλασσα λοιπόν, μας δίνουν το στίγμα για μιαν άλλη ζωή.

Πως όμως να τη φτάσεις; Πως να ζήσεις στη θάλασσα και στα νησιά, σήμερα;

Οι σκόπελοι και οι ύφαλοι που πρέπει να χαρτογραφήσεις, χαράσσοντας πορεία: να βρεις κάτι που να μπορείς να κάνεις, το οποίο δυστυχώς πρέπει να είναι δεμένο με τους νόμους της αγοράς, καθηλώνοντας την ύπαρξη μας στο στάδιο της ανάγκης, παρά τις τεχνικές προόδους και την αφθονία που φέρνουν. Πρέπει να είναι κάτι που ίσως “λείπει” από εκεί. Πρέπει να μάθεις να το κάνεις. Να σου αρέσει, αλλά να πάρεις και τα ρίσκα της επαγγελματικής ενασχόλησης με δαύτο, κάτι που το καθιστά ανιαρό και συχνά επικίνδυνο. Πρέπει να βρεις ανθρώπους να συναναστραφείς, επαγγελματικά και κοινωνικά, εκεί. Πρέπει να μάθεις τις συνήθειες και τα ήθη που κυριαρχούν εκεί. Και να αφοσιωθείς.

Αυτός είναι ένας τρόπος, να μείνεις εκεί. Αν δεν μπορείς να είσαι ταξιδιώτης.

IMG_2487

– Απαξιωμένες τουριστικές εγκαταστάσεις: κάποια παλιά ντισκοτέκ σε παραλία της Σκοπέλου, εκεί που τώρα κυριαρχεί ο μύθος των γυρισμάτων κάποιας ταινίας που συγκίνησε τα πλήθη με τίτλο ‘mama mia’.

*

Η Ρόδος ως μη τόπος: η Ρόδος παριστάνει την “Ρόδο” (ή και οτιδήποτε άλλο τσιμπάει τον τουρίστα, ή ζητάει ο τουρίστας)

IMG_2559IMG_2558

Ξαναβρέθηκα εκεί σχεδόν τυχαία. Σκέφτηκα ν΄αναζητήσω ίχνη, μα ήταν ανώφελο να δημιουργήσω συνδέσεις που δεν υπήρχαν πια, συνδέσεις νοσταλγίας. Ο κύκλος είχε γίνει κι αν ζητούσα κάτι από τότε, δεν αφορούσε ό,τι υπήρχε τότε εκεί.

Δυστυχώς, συνάντησα τη Ρόδο και την Κω στις προκαταλήψεις των επισκεπτών τους, στις χώρες τους. Υπάρχουν βαθύτεροι λόγοι αυτής της απαξίωσης βέβαια, που πάνε μακρύτερα στο χρόνο και στον χώρο, από τη Ρόδο ή την Κω των τελευταίων 30 χρόνων. Παρόλαυτα, δεν είχα καμία σχέση με τις επιθυμίες και τις πρακτικές, τόσο των ντόπιων όσο και των τουριστών, ούτε και με τις διασκεδάσεις και τα θεάματα στα μέρη εκείνα, τη χυδαιότητα των οποίων θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να αντιμετωπίσω και να υποστώ.

Κάποια είδηση έγραφε ότι το νησί των Ιπποτών είναι ξανά πρώτο στην εκμετάλλευση των εργαζομένων στην βιομηχανία του τουρισμού. Η αισχροκέρδεια βασίλευε πίσω από την ελεγχόμενη κίνηση των τουριστικών ορδών. Σκανδιναβικά (και άλλα) πλήθη, ξεχύνονταν από παντού στα παλιά και νέα σοκάκια. Ποθητά σώματα γυναικών κατέκλυζαν το βλέμμα και το μυαλό μας, οδηγώντας το στην άβυσσο των ανείπωτων αντιφάσεων, του προσιτού, του άμεσου που όμως κρέμεται ουδετεροποιημένο και διαχωρισμένο, από μίλια συμβολικών αποστάσεων και χασμάτων μεταξύ ανθρώπων, και λαών, μιαν άβυσσο από την οποία κάηκαν πολλοί, κι ενέτειναν τη μοναξιά εμάς των πλέον υποψιασμένων, που είχαμε ήδη ζήσει τους εφήμερους έρωτες του καλοκαιριού, τις έντονες, μα και μετρημένες και υπολογισμένες μέρες διακοπών που οργανώνει ο κόσμος των αστών και της ταχύτητας.

TRAFFIC CIRCULATION, SUPREME STAGE OF CITY PLANNING
Traffic circulation is the organization of universal isolation. As such, it constitutes the major problem of modern cities. It is the opposite of encounter: it absorbs the energies that could otherwise be devoted to encounters or to any sort of participation. Spectacles compensate for the participation that is no longer possible. Within this spectacular society one’s status is determined by one’s residence and mobility (personal vehicles). You don’t live somewhere in the city, you live somewhere in the hierarchy. At the summit of this hierarchy the ranks can be ascertained by the degree of mobility. Power is objectively expressed in the necessity of being present each day at more and more places (business dinners, etc.) further and further removed from each other. A VIP could be defined as someone who has appeared in three different capitals in the course of a single day. (“Basic Program of the Bureau of Unitary Urbanism” – Situationist International 6, August 1961)

Θα μπορούσε άραγε να υπάρξει έρωτας στη Ρόδο σήμερα; Θα μπορούσε. Αλλά ίσως να δυσκολεύει, να χάνεται στις υποσχέσεις, στις ομοιόμορφες και στανταρισμένες ψευδοεπιλογές της καταναλωτικής κοινωνίας, στην αδυναμία συγκέντρωσης, στα αναρίθμητα όμορφα πρόσωπα και σώματα. Θα μπορούσε, πιο εύκολα όμως στους νεώτερους, που ίσως να μην έχουν εμποτιστεί από το πνεύμα της χρησιμοθηρίας, του υπολογισμού και της ποσότητας. Πιο εύκολα σε εκείνους που θα αναζητούν μοναδικότητες.

IMG_2555

Ένα δωμάτιο στη Ρόδου του Αυγούστου κοστίζει όσο 5 βράδια κάπου αλλού. Συχνά, το δωμάτιο αυτό θα είναι στον όροφο μιας πολυκατοικίας που χτίστηκε βιαστικά για να στεγάσει όσο το δυνατό περισσότερα κεφάλια τουριστών, σε ένα τοπίο που θυμίζει υποβαθμισμένο προάστιο των πόλεων της σημερινής Ελλάδας. Σε τιμή σουρεαλιστική βέβαια. Σαν να μένεις στη Σταυρούπολη, με νοίκι 70 ευρό τη μέρα.

IMG_2570

C01-30c

Αφήσαμε τη νύχτα λοιπόν να περάσει, υπομονετικά, στους δρόμους της περιπέτειας που διέσχισε ο Κόρτο Μαλτέζε και άλλοι ήρωες, γνωρίζοντας ότι η έξοδος θα βρισκόταν κάπου αλλού, μακριά από το άγχος ή την άγνοια της μάζας που δέχεται μόνο ότι “ξέρει” από πριν. Μιας μάζας που μοιάζει να μην αλλάζει τόπους στις οργανωμένες μετακινήσεις της.

IMG_2583

*

Το Τάμπερε ως πιθανότητα (the possibility of Tampere)

IMG_0577

Ο καθαρός αέρας του Τάμπερε αναζωογονεί τα πνευμόνια μας. Αρχές Ιούνη, και συναντώ τα αντίθετα από όσα φαντάζεται κανείς για εκεί. Ο καυτός ήλιος της Φινλανδίας μας τσουρουφλίζει το πρόσωπο. Δεν έφερα τα κατάλληλα ρούχα (φαντάστηκα μόνο έναν ατελείωτο χειμώνα για εκεί, τον Άη Βασίλη κτλ).

Το καλοκαίρι κυλάει αργά εδώ με τη νύχτα να έχει εξοβελιστεί από τον ορίζοντα. Φιλικοί άνθρωποι όπου κι αν πάμε.

Μνήμες του φινλανδικού εμφυλίου πολέμου σε πολλά σημεία. Εκεί δόθηκαν οι τελευταίες μάχες με τους λευκούς που επικράτησαν, με τη βοήθεια της Γερμανίας της εποχής.

Τη Φινλανδία βέβαια, τη σώζουν σήμερα μια χούφτα φίλοι μόνο και βεβαίως, ο Aki Kaurismaki, αυτός ο παντοτινός διεθνιστής σύμμαχος, ο μόνος πραγματικός ρεαλιστής.

Η πόλη ξυπνάει μνήμες από πράγματα που γνωρίζω. Αρχιτεκτονική, θάλασσα, στέκια, άνθρωποι. Η πόλη έρχεται έτσι στα μέτρα μου.

Το μουσείο Λένιν, το μοναδικό μουσείο για τον Λένιν, στεγάζεται στο κτήριο των συνδικάτων, που παλιά, όταν η Φινλανδία ήταν μέρος της τσαρικής Ρωσίας, Ρώσοι επαναστάτες περνούσαν από εκεί. Στο χώρο του μουσείο μάλιστα, λέγεται ότι ο Λένιν πρωτογνώρισε το Στάλιν. Ο Λένιν έπειτα, παραχώρησε αυτονομία στη Φινλανδία. Γι’ αυτό και το μουσείο.

Ένας σύντροφος Φινλανδός που ζει Αθήνα με μια Αθηναία, και τα καλοκαίρια γυρνάει με σχεδία τη Βαλτική -την πιο ρυπαρή θάλασσα του κόσμου από τη βιομηχανία- και τις λίμνες της χώρας του. Αναθεματίζει τη μοναξιά των Φινλανδών και το μικροαστικό όνειρο τους για ένα εξοχικό στα δάση, στην υπέροχη Φινλανδική φύση, που αξίζει να εξερευνήσει και να αγκαλιάσει κανείς, πάση θυσία. Πλήρως ενημερωμένος για τα αίσχη που διαδραματίζονται στη χώρα μας. Από τους λίγους δυτικούς ξένους εκεί, που συμμετέχουν στους αγώνες, και συχνάζουν στα Εξάρχεια. Αγαπάει την Αθήνα παρά την ασχήμια της.

Η Φινλανδία είναι μεταξύ των κόσμων: απαξιωμένη από τη Σκανδιναβία, να απαξιώνει τη Ρωσία και τις Βαλτικές χώρες. Για εμένα είναι Σκανδιναβική χώρα, για τους Σκανδιναβούς όμως είναι η χώρα-παρίας. Μετανάστες Φινλανδοί δούλευαν στα Σουηδικά εργοστάσια 30 και 40 χρόνια πριν, ενώ πόλεμοι δημιούργησαν άλλα πάθη και άλλη ιστορία στη χώρα αυτή, σε σχέση με τις Σκανδιναβικές.

Η μαγική Σκανδιναβία, η εξωτικοποιημένη συχνά, Σκανδιναβία, η απόμακρη Σκανδιναβία. Πρέπει να είσαι ανοιχτός για να σου δοθεί, παρά τις αντιξοότητες, τις δυσκολίες και τις αντιδράσεις. Αν κλειστείς, θα πνιγείς στην αδιαφορία της καθημερινότητας των χωρών εκεί.

*

Βελιγράδι: το μέλλον

Το ατελείωτο μουσείο της Επανάστασης: η αδυνατότητα μνημειοποίησης της επανάστασης /η επανάσταση (αντί του καπιταλισμού) ως μια συνεχή διαδικασία

IMG_0971

IMG_1007

Τα βομβαρδισμένα, από τις έξυπνες τάχα βόμβες του ΝΑΤΟ, κτήρια, στέκουν αμήχανα από το 1999. Δεν έγιναν μνημεία. Περιμένουν να πουλήσουν τα κουφάρια των αχρηστευμένων πια πολεμικών εγκαταστάσεων στο κέντρο της πόλης, σε κάποια πολυεθνική με ξενοδοχεία.

Δεκάδες ΜΚΟ κατέκλυσαν τη Σερβία μετά τον πόλεμο για να την αναδιαρθρώσουν. Έγιναν σεμινάρια μάλιστα, για να διδάξουν στους Σέρβους πως να ξεπεράσουν τον βίαιο τους χαρακτήρα, “ως λαό”. Αναδρομικά, βλέπει κανείς τη δύναμη και την υλικότητα της ιδεολογίας της κυριαρχίας, και των μύθων και των λόγων που διασπείρει, λόγων συχνά κενών περιεχομένου. Και ποιοι είναι εκείνοι που θα χαρακτηρίσουν “βίαιο”, έναν ολόκληρο λαό; Ποιου είδους εμπειρογνωμόνων οργανώνει τέτοιου είδους “γνώσεις” και πάνω σε ποια στοιχεία βασίζεται την πίστη τους; Κι όμως, η προπαγάνδα τέτοιων ανοησιών, έπιασε τόπο. Το πολιτικό σχέδιο της οικονομικής αναδιάρθρωσης, που συμπεριλάμβανε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, έπιασε τόπο (με τους όρους του κεφαλαίου), με συνέπεια τη μαζική φτωχοποίηση, την άνοδο ολιγαρχιών και μαφιόζων, τον κρατικό υπερδανεισμό χρήματος που γίνεται έτσι ο εγγυητής της διαδικασίας απαλλοτριώσεων που ξεκίνησε εκει, την αποχαύνωση και το φασισμό. Η γνώση που αποκτήθηκε εκεί (και σε άλλες περιφερειακές χώρες), εφαρμόστηκε έπειτα κι αλλού, με μεγάλη επιτυχία όπως δείχνουν τα πράγματα, βαφτίζοντας όλους τους “Έλληνες”, “τεμπέληδες”.

IMG_0984

(όχι, δεν είναι Κοπεγχάγη, είναι στο δρόμο κατεβαίνοντας, κάπου με περισσότερες αντιφάσεις στο τοπίο, με περισσότερες non cosy zones, ας πούμε. Έχει όμως το ενδιαφέρον του κι αυτό, υπάρχουν κι εκεί affordable gadgets για την ωραιοποίηση των ερειπίων (και του εγκλεισμού), στο μυαλό μας).

*

DISTANCIATION FROM THE URBAN SPECTACLE
The spectacle system that is in the process of integrating the population manifests itself both as organization of cities and as permanent information network. It is a solid framework designed to reinforce the existing conditions of life. Our first task is to enable people to stop identifying with their surroundings and with model patterns of behavior. This is inseparable from making possible free mutual recognition in a few initial zones set apart for human activity. People will still be obliged for a long time to accept the era of reified cities. But the attitude with which they accept it can be changed immediately. We must encourage their skepticism toward those spacious and brightly colored kindergartens, the new dormitory cities of both East and West. Only a mass awakening will pose the question of a conscious construction of the urban environment. (“Basic Program of the Bureau of Unitary Urbanism” – Situationist International 6, August 1961)

*

Έξοδος; Στη Νίσυρο

IMG_2695

IMG_2846 IMG_2828

IMG_2852 IMG_2603

Το γεγονός ότι η Νίσυρος είναι άγονη γραμμή και έχει δύσκολα δρομολόγια, τη σώζει από το μαζικό τουρισμό, κατά κάποιο τρόπο. Βεβαίως, πολλά άλλα νησιά, όπως εκείνα των Μικρών Κυκλάδων, καταστράφηκαν στην πορεία, αλώθηκαν, καταχτίστηκαν,άφησαν την τοπική παραγωγή να παρακμάζει κι έγιναν μια από τα ίδια στο βωμό του κέρδους και της εμπορευματοποίησης. Έχουμε επομένως πολλούς λόγους να πιστεύουμε ότι η ίδια τύχη επιφυλάσσεται για για τη Νίσυρο. Θα χάσουμε τότε και αυτό το λιγοστό απομεινάρι ουτοπίας και διαφορετικής ζωής που ανοίγει σαν υπόσχεση, σε όσους από εμάς το αναζητούμε, με θολό μυαλό από τις διασκεδάσεις, τους μικρούς χρόνους και τους λόγους του εμπορίου.

Η Νίσυρος είχε τα λίγα, μα ουσιαστικά, που έχουμε ανάγκη, όλα προσιτά.

IMG_2822

Αναμνήσεις από το περασμένο καλοκαίρι

IMG_0629IMG_0614

1. Όπως και κάθε χρόνο άλλωστε, το καλοκαίρι έμπαινε απαλά, γλυκά, σχεδόν τρυφερά, απλωμένο στις μακριές ημέρες του βορρά, με τις δροσερές, μικρές βραδιές του. Η πυκνότητα των καταθλιπτικών συμβάντων όμως, το περιόριζε. Δεν υπήρχε τίποτα, έπαιρνες συχνά όρκο, καθώς και πως όλα τελείωσαν. Σε δάμαζε επίσης και η συσσώρευση του χρόνου η ίδια. Όταν τη σκεφτόσουνα. Τα κορίτσια πάλι σε ζάλιζαν. Έρχονταν ξανά από παντού. Από κάθε γωνιά και δεν ήθελες να φανείς ανόητος. Δεν ήθελες να μένεις μέσα. Κάθε βράδυ στις μπυραρίες και στα καφενεία, συζητούσες με φίλους το παρελθόν και τις προοπτικές.  Αυτός ήταν ο Ιούνης, ξανά. Ένα τζετ λαγκ διαφορετικών κόσμων. Παραπατούσες. Ήλπιζες. Το ζούσες.

2. Σινεμά ο Παράδεισος, στην Αντίπαρο

IMG_3895

Μια μικρή στιγμή νοσταλγίας: η μουσική του θέματος της “κινηματογραφικής λέσχης”. Εκεί, οι εικόνες του Παζολίνι και άλλων. Μια ολόκληρη εποχή που μοιάζει να σφραγίστηκε με τα απανωτά λουκέτα της κρίσης. Το λουκέτο της ΕΡΤ, μια ταφόπλακα στην αρχή του καλοκαιριού.

 


(στο 8.30)

3. Η Αντίπαρος ακολούθησε το δρόμο των άλλων νησιών. Δεν είναι πλέον πανκ. Στην Αντίπαρο είχαμε κάποτε παρακολουθήσει τη σύλληψη του Σεχίδη, βρήκαμε τα ψωνισμένα ίντυ πάρτι από οπαδούς που κατοικούσαν στην Αθήνα, έπειτα είχαμε χορέψει (κατά διαβολική σύμπτωση) με Γερμανίδες τουρίστριες πλάι στον Τζίμη Πανούση. Ο Άρης χόρευε σαν αγγούρι, έδειχνε ότι δεν ήξερε από χορό, και πως μόνο το έκανε για τη γνωριμία. Η Γερμανίδα δεν έδειχνε να τη νοιάζει. Χαιρόταν μόνο. Χόρευε ο Άρης με δύο αριστερά πόδια. Εσύ κάπνιζες και παρίστανες τον καλλιτέχνη. Γούσταρε η άλλη Γερμανίδα, την αποθέωνες με τον τρόπο σου.

Αργότερα ήμασταν από τους λίγους που αγανακτούσαμε με την έναρξη της Ολυμπιάδας που επέστρεφε σπίτι της (σικ) -θέλαμε να την πέσουμε από αγανάκτηση στα γυράδικα που μάζευαν κόσμο στις τηλεοράσεις τους, θέλαμε να φωνάξουμε συνθήματα αλλά ήμασταν οι μόνοι, όπως και στις διαδηλώσεις ενάντια. Ξανά, χρόνια αργότερα, βρεθήκαμε εμπρός σε μια άλλη Ολυμπιάδα, που πια δεν έλεγε τίποτα σε κανέναν. Η ντίσκο Λαλούνα έγινε τώρα καλτ, και μαζεύει τους πάντες, ακόμα και παραθεριστές, που έρχονται εκεί για να βρουν κάτι πιο εξωτικό από την Πάρο. Χαρούμενες παρέες γηγενών νέων με αυτοκίνητα περιμένουν το πρωινό καράβι γι’ απέναντι. Μοιάζουν το μέλλον: μιας διχασμένης χώρας, με τον τρόπο που είναι διχασμένη η Βραζιλία, ή και άλλες χώρες όπου ο τρίτος και ο πρώτος κόσμος συνυπάρχουν. Μπροστά στην αποθέωση του τουρίστα όμως, φρικιά φτιάχνανε καβάτζες στα έρημα νησιά τριγύρο, ακόμα και σήμερα, μια εποχή που χρήζει σοβαρότητος, μια εποχή αναπτυξιακή, με κοινωνικά εκπαιδευτικούς στόχους. Στερημένοι σοβαρότητας ή και στόχων, αυτοί, πήγαιναν με τα πόδια. Έστω κι αν τα κότερα – σα καρχαρίες – τους έζωναν, και οι ευκαιρίες για τους καρχαρίες καραδοκούσαν να καταπλήξουν τα πλήθη.

IMG_3926

4. Τραβούσαμε το βράδυ, σαν εξωγήινοι. Μια ακαθόριστη θλίψη μας έζωνε, η θλίψη που ζώνει και τους νέους μα και αλλιώτικη. Έβλεπα τους φίλους ν’ αλλάζουν, με έβλεπαν κι αυτοί να απομακρύνομαι. Νιώθαμε όλοι ότι η αλληλεγγύη αυτή δεν μας αρκεί. Τραβούσαμε στο χάραμα, έχοντας απολέσει και την τελευταία ελπίδα για τη σκηνή, παρότι ήμασταν ετοιμοπόλεμοι, να πέσουμε για όλους όσους κρατούσαμε στην καρδιά μας. Θα τα θυσίαζα όλα και τότε και πάντα, για όσους ήθελα να υπερασπιστώ. Χαμηλά, στα βράχια που χτυπούσαμε το χταπόδι, κάποιο άλλο καλοκαίρι, πύκνωναν μόνο οι σμέρνες. Χτυπιόντουσαν στη φουσκοθαλασσιά κι έβγαζαν σπίθες σε κάθε απόπειρα ραβδίσματος. Δεν μπορούσαμε πια ούτε να κολυμπήσουμε. Κι έτσι, σαν τους πρώτους εξόριστους, καθόμασταν με τα βιβλία ώσπου να πέσει ο ήλιος και ν’ αναπτερωθούν οι ελπίδες.

cropped-img_6737.jpg

Στο εκκλησάκι της νησίδας, του μόνου μέρους που μπορούσε κανείς να πει ότι είχε μείνει ακόμα και τώρα κάτι. Αποδείχτηκε πως ήταν παγιδευμένο. “Μπήκαν μέσα, μπήκαν μέσα” φώναξαν κατακαημένες, κι ευθείς αμέσως, ένα πλήθος πιστών μαζεύτηκε. Κακοντυμένοι τραμπούκοι περίμεναν ν΄αδράξουν την ευκαιρία, ανάμεσα από τον Τομ Χανκς, την Εύα Καϊλή, τον Φοίβο Δεληβοριά και άλλους που επώνυμα παραθέριζαν εκεί. Κρατούσα το μπουκάλι σαν πύκνωσαν, για να το φέρω στον πρώτο που θα τολμούσε να χτυπήσει. Ένας πιτσιρικάς έφαγε σφαλιάρα από κάποιον αθέατο, στο πρώτο σφάλμα που υπέπεσε. “Ηρέμησε!” του είπε πατρικά ο χοντρός, κι έπειτα του έριξε και δεύτερη σφαλιάρα. Περνούσε καλά ο χοντρός. Ο άλλος επιχείρησε μια επίθεση σε ανύποπτους για να ξεσπάσει, πριν εξαφανιστεί. Το μέρος φυλάσσονταν, κάποιοι είχαν δημιουργήσει σε εθελοντική βάση, θέσεις εργασίας για το μέλλον. Κάτι ετοίμαζαν λοιπόν. Τα βιβλία που σέρναμε όλο το χρόνο, γίνονταν βαρίδια από τα οποία δεν μπορούσαμε ν΄απαγκιστρωθούμε. Χλεύαζαν τότε οι άλλοι, μιμούμενοι λέξεις που είχαν αρπάξει, λέξεις που τους έμοιαζαν σχετικές, ώστε να μας κάνουν πέρα. Οι θέσεις εκεί ήταν πιασμένες. Έγινε σύντομα φανερό, και στους πιο δύσπιστους, πως ήμασταν καθηλωμένοι. Δεν υπήρχει πια τίποτα. Καθώς έκλειναν όλοι οι δρόμοι των νησιών που παλιότερα γυρίζαμε φτηνά, των νησιών που μας είχαν γλυτώσει από την έρημη χώρα μας, των νησιών που μας έκαναν ν’ αγαπήσουμε την αποκρουστική μας χώρα, γίνονταν πια έρημοι κι αυτά και τρέχαμε τώρα εμείς να πάμε σε όσα περισσότερα προλάβουμε, λες και να τα δούμε μόνο θ΄αρκούσε να καλύψει το κόστος της ζωής που άφηνε το κάθε ένα που εγκαταλείπαμε. Ζύγωναν τα ιστιοφόρα που τα οδηγούσαν παλιοί ταξιδευτές των πλοίων της γραμμής, στις ερημιές. Πίσω, μια κουστωδία ευχαριστημένων ντόπιων, κι εργολάβοι που ακόνιζαν τα μαχαίρια. Λίγες οικογένειες ζούσαν το ιδιωτικό τους όνειρο, και οι άλλοι σκοτώνονταν μεταξύ τους, στις άχαρες πόλεις που έβραζαν κάθε καλοκαίρι, μερικά καλοκαίρια μετά (στην δυστοπική εκδοχή του μέλλοντος).

_MG_3808

Το καλοκαίρι είναι πάντα Ανδρέας Εμπειρίκος

 

Λένινγκραντ, 26/12/1962

Το θεατρικό έργο του Γκριμπογιέντωφ είναι θαυμάσιο και παίζεται αριστοτεχνικά. Το χειροκρότησα με ενθουσιασμό, όπως όλοι. Κρίμα που δεν το είδε ούτε ο Θεοτοκάς, ούτε ο Σωσός, ούτε ο Τσαντανάσης, ο οποίος με μέθυσε το απόγευμα στον Οίκο των Συγγραφέων και δεν μπόρεσε να έλθη ύστερα από τον έμετo που έκαμε.

Το πρωί πήγαμε στο Ινστιτούτο Σμόλνυ, το παλαιό οικοτροφείο των κοριτσιών της ρωσσικής αριστοκρατίας, από το οποίο ξεκίνησε η επανάστασις του 1917, και όπου έμενε και ηργάζετο τότε ο Λένιν.
Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης μου, ο Σωσός μου είπε: “σκέψου τι μουνί θα υπήρχε άλλοτε εδώ μέσα!” Εγώ του απάντησα: “Ναι, ναι, το σκέφτηκα κι εγώ προ ολίγου. Όλος ο αφρός και μάλιστα ο αφρός του αφρού!” Και λέγοντας γέμισε το στόμα μου σάλια…

(Aνδρέας Εμπειρίκος -Ταξίδι στη Ρωσσία, ημερολόγια και φωτογραφίες, Δεκέμβριος 1962, Εκδόσεις Άγρα)

Untitled-5_28

(και δύο εξαιρετικά ντοκυμαντέρ(ς)):

 _MG_1375

H θάλασσα, τα νησιά

      800px-Narrenschiff_%281549%29

(Το πλοίο των τρελών, 1549)

Συμβαίνουν τόσα πολλά και τόσο σοβαρά, που δεν αφήνουν χώρο για τα ανθρώπινα και τα πιο προσωπικά. Όλα μοιάζουν ετεροχρονισμένα, ιδίως αν θέλεις να κάνεις κάτι που να αφορά τη συνολική κατάσταση του ανθρώπου, δίχως να αναφερθείς άμεσα στα τεκτενόμενα. Τότε φαίνεται ο ετεροχρονισμός περισσότερο, γιατί σε αφορούν και παρακολουθείς όσα εξελίσσονται. Ο κοινωνικός χρόνος γίνεται ο μόνος χρόνος, πολιτικοποιώντας κάθε όψη της ζωής.

 _MG_3812

Στη θάλασσα όμως είναι αλλιώς. Η θάλασσα είναι ένα όριο διαφορετικών κόσμων. Όταν είσαι στη θάλασσα, φεύγεις από τα ζητήματα της ξηράς. Ο βυθός είναι ένας άλλος κόσμος, διαφορετικά επηρεασμένος από τα ανθρώπινα. Είναι μια άλλη διάσταση που αν τη μάθεις – όσο μπορείς, η απόδραση ξεκινάει να μοιάζει εφικτή.

(Εντυπώσεις: η θάλασσα της Ελλάδας είναι βαθιά μπλε και αλμυρή, σα μάτια ξένων γυναικών και ανυπότακτη, γεμάτη βουνά. Από πολλές απόψεις ξεκάθαρη, μα και παραπλανητική. Δεν μπορεί κάτι τόσο μεγάλο να είναι τόσο ξεκάθαρο σε κάποιον τόσο μικρό. Η θάλασσα της Ιταλίας είναι όλο βράχια και κακοτράχαλη σα σκαμμένο πρόσωπο, με τα νερά της λιπαρά, όλο λαδί από τη βιομηχανία και υποψίες αποβλήτων ρηγμένων από τη μαφία, ενώ της Ισπανίας είναι μια μεγάλη, ατελείωτη τσιμεντένια ευθεία. Η θάλασσα της Σουηδίας είναι γκρίζα σα τον ουρανό και αραιή σαν επιφανειακή σχέση, σα λίμνη, σαν σταθερή κατάσταση που αφήνει μόνιμη την αμφιβολία).

_MG_1882

Πρέπει να μάθεις τη θάλασσα. Που σημαίνει να μάθεις τα όρια σου. Δεν είμαστε φτιαγμένοι για να ζούμε μέσα στη θάλασσα, μα για να επιπλέουμε σε αυτή. Αν ξεχαστείς λίγο στη γλυκιά αρμονία του βυθού, ίσως παραμείνεις στην ασφυκτική αγκαλιά του. Θα σε κρατήσει μέχρι το θάνατο σα ψυχωτικός γονέας. Αν πανικοβληθείς, επίσης, μικρός κι εκτεθειμένος στην άγνωστη ρουτίνα του, δε θα αναδυθείς ποτέ. Σαν τον καταδύτη της Αντιπάρου που νόμιζε ότι είχε χρόνο να λύσει την τρίαινα του από ένα ψάρι του βυθού που μάνιασε χτυπημένο. Η ηρεμία είναι το μάθημα του βυθού, η νηφαλιότητα και η αυτοκυριαρχία. Η θάλασσα μπορεί να διδάξει την αυτογνωσία, αν δεν παρασυρθείς στον κόσμο της, έναν κόσμο γοητευτικό, που όμως δεν είναι ανθρώπινος. Τα θαύματα της είναι παραισθήσεις: βλέπεις να γίνονται μάχες που έγιναν παλιά, ή που δεν έγιναν ποτέ – σαν τους ψαράδες των Αντικυθήρων το 1900, που είδαν σφαγές στα ριγμένα αγάλματα του γνωστού ναυαγίου, που έγινε κάποιους αιώνες πριν και παρέμεινε δίχως να τους περιμένει – όσο η γη, αμέτρητη, μονίμως θα χάνεται κάτω από τα πόδια σου.

Η απεραντοσύνη της θάλασσας. Ένας Ειρηνικός όμως γεμάτος νεκρές θάλασσες, όχι από αλάτι, αλλά από πλαστικά και ραδιενέργεια. Σε αύξηση. Μπορείς άραγε τότε να ζήσεις από τη θάλασσα; Ή, τα σχέδια για πλωτά οικόπεδα σε αχαρτογράφητες περιοχές όπου ισχύουν άλλα δίκαια, λιγότερο σαφείς ιδιοκτησίες; Να σημαίνουν άραγε πως θα πρέπει να ξεχάσουμε για πάντα τη στεριά, καθώς οι κτήσεις τάχα είναι για πάντα; Η καταστροφή ίσως να είναι για πάντα. Και σε ένα περιβάλλον αβίωτο, ποια η ελευθερία σε επιπλέοντα καρυδότσουφλα; Η ελευθερία εκείνων που ναυάγησαν από τη στεριά, ή η ελευθερία του φυλακισμένου του Κάφκα, που μετατρέπει το κελί του σε πολυτελή έπαυλη; Η κίβδηλη ελευθέρια των ανάξιων να κληρονομήσουν αυτό τον κόσμο, η κίβδηλη ελευθερία των υβριστών, μα και η ανελευθερία των θυμάτων του κόσμου αυτού, των πνιγμένων διασχίζοντας τη Μεσόγειο από όποια δίοδο μπορούν.

ShipofFools

Το Αιγαίο ιδιαίτερα, είναι γεμάτο σκοπέλους και υφάλους. Η ξηρά είναι κοντά αλλά μπορεί να αποδειχθεί κι απατηλή. Οι ξέρες της Πάρου ήταν τόσο κοντά, κι όμως τα κύματα που έπνιξαν το πλοίο της γραμμής πήραν μαζί τους πολλές δεκάδες ανθρώπων που πάσχιζαν να φτάσουν στην ξηρά.

 giant_octopus_attack

Στα νησιά επίσης. Παρότι είναι περισσότερο προσβάσιμα και ψηλαφημένα.

” Το να ονειρεύεσαι νησιά, είτε με φόβο είτε με χαρά, σημαίνει να ονειρεύεσαι την απόσταση, να βρίσκεσαι ήδη χώρια, μακριά από κάθε ήπειρο, το να είσαι χαμένος και μόνος ή το να ονειρεύεσαι ένα ξεκίνημα από το μηδέν, την αναδημιουργία, την αρχή εκ νέου. ” Gilles Deleuze, έρημα νησιά, 1953

French_Theory_Symposium

(Gilles Deleuze à Big Sur, Jean-Jacques Lebel)

Δεν υπάρχουν άλλοι κόσμοι άγνωστοι στη γη αυτή για να φτάσουν οι περιπλανώμενοι και να τα φτιάξουν όλα από την αρχή, με την αφθονία όσων προσφέρονται, στη φύση. Έχουμε τα νησιά μέσα μας σα δείκτες, ιδανικά, σύμβολα για Σειρήνες, Χίμαιρες μα και Ουτοπίες. Νησιά διπρόσωπα, Ιανοί, νησιά σα δίκοπα μαχαίρια, σπαρμένα με κατάρτια όλο ναυάγια, στους δρόμους που δεν ακολουθούν κανονικά πλοία. Χρειάζεται να σκεφτείς γιατί τα αναζητείς. Και θα το κάνεις, ιδίως αν περνάς μονίμως από το ένα στο επόμενο, δίχως η δίψα σου να καταλαγιάζει. Μπορεί και να χαθείς.

726px-Herbert_James_Draper_-_Ulysses_and_the_Sirens_%281909%29

800px-John_William_Waterhouse_-_Ulysses_and_the_Sirens_%281891%29

Πρέπει να σκεφτείς γιατί φεύγεις. Γιατί δεν μπορείς να μείνεις άλλο, γιατί θέλεις να τα αρχίσεις όλα από την αρχή, ή γιατί συνήθισες να φεύγεις;

Είναι ωραίο και να επιστρέφεις όμως στα νησιά. Στα ίδια νησιά από τα οποία πέρασες κάποτε. Ποτέ δεν μένουν τα ίδια. Έστω και αν μοιάζουν να αλλάζουν προς το χειρότερο και να γίνονται κι αυτά καθρέπτες κι εκφραστές μια μονότονης και γενικευμένης κατάστασης, ίδιας για κάθε στεριά. Είναι καλό να ψηλαφείς τα ίχνη σου. Είναι καλό να γυρνάς ακόμα και όταν έχεις κατασταλάξει. Στο γιαλό εκείνον που συνάντησες και χαιρέτησες, σαν τραγούδι για το μυστικό ακρογυάλι, που ήταν ότι πιο κοντά μπορούσε στον παράδεισο, δικό σας για όσο το ζούσατε, δικό σας για πάντα στη μνήμη, αγκυροβολημένοι σε κάποια υπόσχεση σε κάποιο χρόνο που θα κρατούσε “για πάντα”. Γιατί είναι καλό να γυρνάς; Για να μην ξεχνάς. Τα νησιά.

Υπάρχουν όμως και οι άλλες όψεις. Εκείνες που κάνουν τη θάλασσα φέρετρο και τα νησιά φυλακή. Στο βράχο του Αρμενιστή, στο δεύτερο πόδι, στη Χαλκιδική, υπήρχε στην απόμερη μεριά του, αυτή που έβλεπε κατάματα το πέλαγος, μια πλάκα για κάποιον καταδύτη που δεν επέστρεψε ποτέ. Κάποιον καταδύτη που τον κατάπιε το νερό της θάλασσας. Δεν βρέθηκε ποτέ. Κι έγραφε η πλάκα εκείνη από μάρμαρο, πως πάντα κάποιοι θα περίμεναν την ανάδυση του, αιώνια.

Είναι και οι ιστορίες των εξορίστων. Τα νησιά τότε είχαν μια ολότελα άλλη όψη, το ίδιο και η θάλασσα. Τα νησιά ήταν έρημοι, περιτριγυρισμένοι από ένα απέραντο και απροσπέλαστο υγρό φράγμα. Τα νησιά ήταν μια καταδίκη απέναντι σε ακραίες φύσεις, τόποι αλλοτρίωσης και μαρτυρίου. Ο γδαρτός άνεμος της Δονούσας το έλεγε καθαρά, παρά τα τυρκουάζ νερά της. Τα νησιά επίσης γίνονταν τότε μια διάσταση απόκοσμη, όπου βασίλευε το χάος: εκεί, κάθε νοσηρότητα ήταν εφικτή, και οι εξόριστοι ήταν μόνο σώματα αναλώσιμα, βορρά για τον στεγνό ήλιο, τις μύγες, τα ποντίκια, τους βασανιστές, τα κτήνη, το αλάτι και τα ψάρια. Η θάλασσα ήταν δίπλα μα ξέβραζε πτώματα από τους βομβαρδισμούς, η θάλασσά ήταν μπροστά κοιμόσουν στο πλάι της και ξυπνούσες με την ανάσα της, επιθυμώντας την σφόδρα, να ξανασμίξεις μαζί της, να φιλιώσεις μαζί της, να την παραδώσεις στους επόμενους δαμασμένη κι ειρηνική, να την υπερβείς και να την διεισδύσεις. Τέρατα τότε στέκονταν μπροστά της, Λαιστρυγόνες κλείνοντας σου το δρόμο, τέρατα της θαλάσσης.

 549px-Temptation_of_Saint_Anthony_central_panel_by_Bosch

Δρόμοι για να περπατηθούν, όλα. Ό,τι κι αν γίνεται, αξιοπρέπεια.