“Πάνε αυτά που ξέρεις” -“το ποτάμι” και οι οπαδοί του στα πανηγύρια

Παραμονή δεκαπενταύγουστου στη Νίσυρο, στο πανηγύρι της Παναγίας της Σπηλιώτισσας, κι ενώ βλέπαμε τον κόσμο να χορεύει, διαπιστώνω να με κοιτάζει έντονα -με τρόπο επιδεικτικό κι υποτίθεται, εξεταστικό, ψαρωτικό δηλαδή (αν έπιανε βέβαια)- με περίσσιο θράσος, ένας κοντός, μελαχρινός με μουστάκι και κοκκάλινο γυαλί μυωπίας, ηλικίας άνω των 40.

Μη θέλοντας να δώσω σημασία, συνέχισα να κοιτάζω το χορό, δείχνοντας όμως δυσφορία. Εκείνος συνέχισε, ακόμα πιο σίγουρος όταν κατάλαβε ότι τον αντιλήφθηκα. Με πλησίασε και με μια προκλητική (στο ψαρωτικό υποτίθεται στυλ) απαξίωση στην (αστεία) του μούρη, ρώτησε: “τι ψηφίζεις;”

Η αήττητη βλακεία, το απύθμενο θράσος, η διεθνής της μαλακίας στην εξουσία, οι νεοφιλελέ ελληνάρες σαν τους λογής-λογής Τζήμερους -αυτή η απομίμηση του μοντέρνου και της δύσης από το ημιμαθές, κομπλεξικό αποικιοκρατούμενο υποκείμενο, η εργαλειακή λογική, οι κατουρημενες ποδίες που έτρωγαν παξιμάδια από σκατό, η χυδαιότητα της ελεύθερης οικονομίας, με μπλόκαραν και πάλι, στο πρόσωπο ενός βλάκα. Αυτός ήταν ο τύπος ανθρώπου που είχαν φτιάξει, κι αυτόν παρουσίαζαν ως εναλλακτική για να διατηρηθεί η αθλιότητα και όσο το δυνατό περισσότερο, να εμβαθυνθεί.

Δεν είχα χρόνο να τα λύσω και να τα αναπτύξω θεωρητικά όλα αυτά βέβαια. Κι ούτε θα έπιανε αυτού του είδους η κριτική ανάλυση, εξηγώντας του τι λέει. Επίσης, ήταν και το πανηγύρι και δεν ήθελα να κάνω σαματά -προφανώς σα γνήσιος θρασύδειλος, πόνταρε κι εκεί. Γιατί δε ρωτάει κανείς τέτοια, αφορούν ζητήματα για τα οποία λίγες μόνο δεκαετίες πριν είχε σκοτωθεί κόσμος σε αυτή τη χώρα πάνω σε τέτοιες ερωτήσεις.

-Τι σε νοιάζει; τον ρώτησα.

-Με νοιάζει, απάντησε ξερά, σα να είχε εξουσία στο χώρο να ρωτάει ότι θέλει.

-Να μη σε νοιάζει, του είπα κάπως αδιάφορα.

-Καλά να πάθεις! φώναξε τότε, με αποκαλυψιακή σιγουριά, συνεχίζοντας να ρίχνει άδεια μήπως και πιάσει γεμάτα.

Τι να εννοούσε άραγε; Προφανώς θα είχε κάποιο μέσο όρο στο νου του, στον οποίο θα θεώρησε ότι ανήκα, δίχως να με γνωρίζει. Με τον τρόπο του λοιπόν κατήγγειλε κι αυτός την Ελλάδα, στηλιτεύοντας τα κακώς κείμενα του τόπου (δίχως να καταλαβαίνει ότι ο ίδιος ήταν ένα από αυτά, μια από τις χειρότερες εκφράσεις του τόπου και της εποχής).

Κατήγγειλε λοιπον κι αυτός με τον τρόπο του τα χάλια της Ελλάδας που προφανώς τον είχαν καθηλώσει και με τη σωρρευτική τους δύναμη τον είχαν καταστείλει μέσα από το ανεπάλληλο βίωμα της ματαίωσης. Θα ήταν από τους ανθρώπους που θα έλεγε “ξέρεις ποιός είμαι εγώ” ή “στη Γερμανία αν δεν έχεις εισητήριο πρώτοι οι επιβάτες θα σε καταγγείλουν” και άλλα παρόμοια κομπλεξικά, όσων θαμπώνονται από την επιφάνεια των πραγμάτων και το μόνο που τους νοιάζει είναι η δυνατότητα να ρολάρουν όλα σα καλοκουρδισμένα μηχανήματα. Τόσο πρωτόγονος, κι όμως θα νόμιζε ότι ήταν εκλεπτυσμένος, “πεφωτισμένος”.

Το είδος της αφύπνισης που του έφερε η κρίση και κυρίως, η δημοσιότητα της κρίσης, είχε τη μορφή της διόγκωσης του εγωισμού του, δίνοντας του χώρο για περισσότερο θράσος και καταγγελία, “επιτέλους” προκειμένου να αλλάξει κάτι στον τόπο αυτό. Κεφαλοποίησε λοιπόν κι αυτός την κρίση, προκειμένου να προβάλλει το όραμα που τον άρεσε περισσότερο, και την δική του παρουσία στα πράγματα. Ο μόνος, ο πραγματικός φταίχτης, ήταν (και) γι’ αυτόν το άτομο, “ο Έλληνας”. Το πραγματικό βάθος ήταν αυτό κατά την αντίληψη του. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ούτε κοινωνία, ούτε ιστορία, ούτε γεωγραφία, ούτε θέσεις ισχύος και ανισότητα. Το να μιλάς για συστήματα ήταν κάτι παρωχημένο, προφανώς επειδή δεν είχε ανοίξει κάνα βιβλίο για να καταλάβει τη διαφορά ατόμου-κοινωνίας και όλα τριγύρω του συνηγορούσαν στην εξατομικευμένη αντίληψη των πραγμάτων, στην εγωκεντρική, την εγωπαθή αντίληψη των πραγμάτων. Κι έτσι αναπαρήγαγε τις πιο αντιδραστικές κοινοτοπίες των ημιμαθών και των καλοπερασάκηδων, ξανασέρβιρε όσα έλεγε το σύστημα για την κριση, σε μοντέρνα συσκευασία “Σταύρου”. Ίσως και να θεωρούσε ότι έκανε το χρέος του απέναντι στην Ευρώπη και ότι το αόρατο κοινό-κριτών Ευρωπαίων στο οποίο θα ήταν υπόλογος, θα τον χειροκροτούσε, έστω κι αν η εμφάνιση του και μόνο θα ήταν αρκετή για να απαξιωθεί από τον μέσο Ευρωπαϊκό ρατσισμό.

-Εσύ τι ψηφίζεις, τον ρώτησα τότε.

-Εμάς μας πήρε το Ποτάμι, είπε τότε ήρεμα, θέλοντας επιτέλους να μιλήσει για τον εαυτό του και να πει αυτό που εξαρχής είχε στο νου του. Ξεκίνησε να μιλάει ήπια, θέλοντας να παρουσιάσει, να μοιραστεί ίσως, κάτι σημαντικό.

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων, ξέσπασα σε ασυγκράτητο γέλιο. “Εσύ καλά να πάθεις” του αντέτεινα, “γι’ αυτό και λες τέτοιες μαλακίες”.

Μαζεύτηκε τότε σα μπάμπουρας, γυρνώντας κατά 3/4 την πλάτη. Του κόπηκε η φωνή σα να μην περίμενε τέτοια αντίδραση.

“Να είσαι πιο ευγενικός ρε!” του είπα επιπλέον “όταν μιλάς σε αγνώστους”. Πόσο εύκολα τον κατέλαβε η εντροπία. Κατάλαβε ίσως πως ο Σταύρος Θεοδωράκης δεν ήταν και τόσο αρεστός όσο νόμιζε. Ή, πως ο Θεοδωρακίστικος τρόπος που επιχείρησε να πουλήσει το προϊόν -κόμμα με τις μπαγιάτικες και φλώρικες ιδέες και πρόσωπα, δεν είχε αποδώσει, παρά τις ψευδοαμεσότητες, και τις ψευδοκαταγγελιες.

Τι να ήταν άραγε; Ένας κακομοίρης που έψαχνε τρόπους να την πέσει στη Νίσυρο; Ένας μικροαστός που είδε τάχα το φως στην αδυναμία του να καταλάβει τι συμβαίνει στην Ελλάδα της κρίσης δίχως να βουτήξει στα βαθιά, με μόνες κατηγορίες όσα του έδινε η popular culture (εξού κι ο Σταύρος Θεοδωράκης), ένα κομματικό μέλος που έψαχνε να φτιάξει κίνημα; Ίσως κάτι από όλα αυτά.

Χωρίς το Στέλιο, το Ράμφο

Πρέπει να ομολογήσω ότι κι εγώ, όπως και άλλοι, λίγο την πατήσαμε με το Ράμφο στην αρχή. Μας μπέρδεψε. Τότε στα τέλη του 2009-2010, όταν ξεκινούσε η κρίση και λίγο μετά τα δεύτερα Δεκεμβριανά, είχαν ξεκινήσει να τον βγάζουν το Ράμφο στις τηλεοπτικές ειδήσεις τα ιδιωτικά κανάλια, να εξηγήσει τάχα τι συμβαίνει σε όσους δεν έβγαιναν στο δρόμο και κοίταζαν μόνο τις δουλίτσες τους και τις ιδιωτικές τους υποθέσεις. Υπήρχαν όμως πολλές απορίες γιατί δεν περίμενε και κανείς να δημιουργηθούν συμβάντα με μαζική απήχηση σε τόσο ατομικιστικές κοινωνίες όσο είναι οι Ευρωπαϊκές (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος, ενάντια σε αυτά που λέει ο Ράμφος) κι εμείς μάλιστα τα παρακολουθούσαμε από γεωγραφική απόσταση. Στα εξωτερικά από παλιά μιλούσανε για την Ελλάδα, τι γίνεται εκεί, γιατί είναι ‘έτσι’, και σε έκαναν να ντρέπεσαι και να απολογείσαι, έμπαινες κιόλας στη λογική του να αποδείξεις ότι δεν είσαι σαν αυτούς τους ιθαγενείς. Έπρεπε να απαρνηθείς τα παιδικά σου χρόνια για να γίνεις Ευρωπαίος, ενώ οι Ευρωπαίοι γύρευαν μόνο επιβεβαίωση, καμία απάρνηση, είχαν κερδίσει αναδρομικά, λαχνό διαρκείας στον πλανήτη. Ήξερες βέβαια καλά τα άσχημα της χώρας, είχες φάει τους μικρούς και μεγάλους φασισμούς της χώρας, παρόμοιους με εκείνους που έτρωγες και στο εξωτερικό της τάχα δημοκρατίας, τα πάλευες από άλλο βέβαια πόστο, όχι από του Ράμφου και των εξ-πατς εξ Ελλάδος, αλλά η εκρηκτική κατάσταση της κρίσης είχε δημιουργήσει συγκλίσεις και είχε ανοίξει διαύλους επικοινωνίας και ρευστότητας, όπου η αριστερά μπορούσε να μιλήσει με τη δεξιά, και οι απαντήσεις ήταν άφτιαχτες και άφηναν περιθώρια τόσο για το καλύτερο, το πιο γόνιμο, όσο και για το χειρότερο, το πιο επιφανειακό.

Μια φίλη μάλιστα μου είχε στείλει λινκς και είχε παρουσιάσει το Ράμφο σα ‘δύσκολο’, τόσα (λίγα) καταλάβαινε κι αυτή όπως αποδεικνύεται, έψαχνε ‘από μέσα’ της τις απαντήσεις και προτιμούσε την τηλεόραση και τους ψυχολογικισμούς αντί για τη συστημική ανάλυση. Σημεία των καιρών όλα αυτά βέβαια. Μου είχε κάνει τότε εντύπωση άσχημη αισθητικά το γεγονός ότι ο Ράμφος έβγαινε στα κανάλια, σε πρωινές εκπομπές, σε τηλεπαράθυρα κτλ. Κι επίσης, ότι έκανε κάτι διαλέξεις σε ιδιωτικά ιδρύματα, ας πούμε τύπου ‘Σταύρος Νιάρχος’ κι είχε απέναντι του κάτι γέρους αστούς κυρίως. Δε θύμιζε εκδηλώσεις που πήγαινα εγώ, ή διανοούμενους που ήξερα, οι οποίοι δεν θα έβγαιναν στην τηλεόραση, ούτε θα μιλούσαν εκεί όπου μιούσε ο Ράμφος. Όλα αυτά τα μέσα είχαν δεχθεί την κριτική που τους άρμοζε. Αλλά σκέφτηκα ότι κι αυτός πρέπει να βγάλει κάνα φράγκο, ή ότι κι αυτός χρησιμοποιεί κάθε βήμα για να περάσει το μήνυμα. Μου είχε κάνει εντύπωση επίσης ότι τότε, στο 2010, δεν μπορούσα να τον κατατάξω ακριβώς πολιτικά από όσα έλεγε, γιατί την κριτική στη χώρα την έκανα κι εγώ και άλλοι σαν εμένα, κι επίσης δεν τον είχα ξανακούσει πιο πριν. Δεν είχα σκεφτεί ότι ίσως να ήταν κι ένας φελλός απλά που βγήκε στην επιφάνεια καιροσκοπικά, λόγω ημιμάθειας και γενικευμένης σύγχισης 🙂

Σιγά σίγα, όσο άρχισε να ξεκαθαρίζει η κατάσταση, κι όσο αντί να μιλάει για το κεφάλαιο, την εκμετάλλευση, την υπερκατανάλωση και την απάθεια σα πλανητικά προβλήματα, μιλούσε για τον ψυχισμό “του Έλληνα” και άλλα επιφανειακά – λες και ο Έλληνας είναι ένας μόνο, εκείνο το παιδί που είχε το επίθετο Ελληνίδης στο σχολείο ίσως, δίχως να μιλάει για το σύστημα παρά για την ψυχολογία “του Έλληνα” με τρόπο αυτιστικό, κλείνοντας τα μάτια στο παγκόσμιο και στα κοινά στοιχεία της κρίσης – άρχισε το πράγμα να ξεκαθαρίζει. Ο Ράμφος μιλούσε σα τη Μέρκελ, σα τον Τζίμερο, σαν τη Σώτη Τριανταφύλλου. Εκεί άρχισε να φαίνεται η απάτη, όταν μάλιστα άρχισε να βγαίνει ο κόσμος στο δρόμο για τη ζωή του, με όποιο τρόπο ήξερε, τον ανεπαρκή έστω, αλλά δε γίνονται αλλιώς αυτά, κι όλοι αυτοί οι μέτριοι στάθηκαν απέναντι του γιατί προφανώς απειλούνταν.

Και τότε, το καλοκαίρι, ενώ μιλούσαμε για βιβλία και την κρίση, αναφέρθηκα στο Ράμφο και ο συνομιλητής μου είπε “ποιος είναι, ένας παπάς;”

Τότε πείστηκα πια τελειώς να μην ξανασχοληθώ (όχι ότι βέβαια είχα ασχοληθεί και ιδιαίτερα) με το Ράμφο στις αναζητήσεις μου για απαντήσεις, παρά να ασχοληθώ αναλυτικά ίσως και μόνο μαζί με την περίπτωση του – καθώς και με όσους του δίνουν σημασία – σαν ένα σημείο των καιρών, ένα ακόμα δείγμα του ηγεμονικού λόγου που απαιτεί την πειθάρχηση του υποκειμένου στην υποβάθμιση της ζωής του, προκειμένου να γίνει “Ευρωπαίος” ή “νεωτερικός”, κλείνοντας τα μάτια, ή ακόμα χειρότερα, συσκοτίζοντας τις τεράστιες ανισότητες που προκαλεί μια ιστορική και βαθιά πολιτική συνθήκη, και ζητώντας από τον κόσμο να σκεφτεί πως θα γίνει ακόμα πιο κομφορμιστής στις επιταγές της οικονομίας της αγοράς, γι’ ανταγωνιστικότητα και επιχειρηματικότητα, όταν οι πιθανότητες ατομικής επιτυχίες σε ένα σύστημα που έχει ως θεμέλιο τον αποκλεισμό (πως να ανταγωνιστείς αλλιώς;), είναι μηδαμινές.

Κι έτσι άφησα τον αντιδραστικό φολκορισμό που αντιπροσωπεύει ο Ράμφος με το παράδειγμα του, όσο κι αν πουλάει τον πεφωτισμένο Ευρωπαίο: ένας γέρος, συμβιβασμένος, συστημικός, θιασώτης της ελευθερης αγοράς, που περίπου ντρέπεται για τη χώρα καταγωγής του όσο θαυμάζει τα πιο επιφανειακά στοιχεία της ‘Δύσης’.

20150330_223700

Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης: ένας Τζων Γουέιν της εποχής μας;

 

Τα τελευταία χρόνια, ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης αναδεικνύει ένα προφίλ στο οποίο δεν μας είχε συνηθίσει στο παρελθόν. Οι περιστάσεις ωστόσο επιβάλλουν κάτι τέτοιο, καθώς η Ελλάδα δεν μπορεί άλλο να περιμένει, και η σωτηρία της πατρίδος χρειάζεται -όπως άλλοτε- ήρωες.

Ο άλλοτε νέος της εποχής μας, ένας πολλά υποσχόμενος ανανεωτής του πολιτικού μας συστήματος, ένας άνθρωπος με προβληματισμούς, δίχως της αγκυλώσεις που ίσως να χαρακτήριζαν κάποια παλιότερα μέλη της παράταξης του, έρχεται σήμερα σε νευραλγικό υπουργικό πόστο, να δράσει για την Ελλάδα, την Ευρώπη και την Ορθοδοξία. Κυρίως, να δράσει για τη νέα γενιά στην οποία συνεχίζει να βρίσκεται κοντά και να ακολουθεί τις συνήθειες της.

Ας το δούμε καθαρά, πέρα από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος – που άλλωστε μας έφεραν εδώ: ο Μιλτιάδης συγκεντρώνει όλα τα στοιχεία για να αναδειχτεί σε έναν στιβαρό πολιτικό άνδρα, εφάμιλλο σε προσφορά και πυγμή, όχι μόνο του αείμνηστου πατρός του, Ιωάννη  Βαρβιτσιώτη, μα και – τηρουμένων των ιστορικών και πολιτισμικών αναλογιών – εφάμιλλου προσωπικοτήτων του διεθνούς βεληνεκούς, που πια πέρασαν στο πάνθεον της ιστοριάς, του επιπέδου ενός Ρόναλτ Ρέηγκαν ή και ενός Τζον Γουέιν – της Ελλάδος. Άνθρωποι που είχαν εμπνεύσει τους σύγκαιρους τους σε σταυροφορίες κατά της μάστιγας του κομμουνισμού, των ναρκωτικών, του χιπισμού, της ανηθικότητας. Άνθρωποι που έσφιξαν τα λουριά της χώρας τους σε ώρες κρίσιμες, άνθρωποι που ενέπνευσαν πολλούς (όπως και ο Μιλτιάδης), άνθρωποι που έδωσαν το παγκόσμιο παράδειγμα.

Ο Μιλτιάδης έχει και τα γονίδια και την καταγωγή. Επιπλέον, οι άνθρωποι του περιβάλλοντος του φαίνεται πως γνωρίζουν καλά τα δυνατά του σημεία. Του υποδεικνύουν πως να φαίνεται πιο αρρενωπός, αποφασιστικός, σκληρός. Όχι (μόνο) να είναι μα να δείχνει αποφασιστικός, κάθε φορά που ο φακός θα τον γυρεύει. Τέλος στα αυθόρμητα χαμόγελα, εκείνα που άφηναν εκτεθειμένη την πάνω οδοντοστοιχία, να πετάγεται μονάχη της έξω από το στόμα, σε βάρος του σιαγόνος, κάνοντας τον υπουργό να μοιάζει με χάφτα, με τερατόδοντο. Τέλος και στις εκφράσεις φιλαυτίας, που προσδίδουν στο βλέμμα του υπουργού ένα ύφος απλανές, ημιυπνηλίας, που τον κάνει να μοιάζει με βοοειδές.

Μέχρι να σωθεί η χώρα, το ύφος θα είναι στοχαστικό και αποφασιστικό, ή δε θα είναι τίποτα.

 μιλκοσ

Τέρμα επίσης στις άλλοτε ρηξικελευθες δηλώσεις, που θύμιζαν Βολταίρο και γαλλικό διαφωτισμό. Τέρμα και οι δηλώσεις που αφορούσαν, παλιές και τωρινές, συνήθειες της νεολαίας, ή ζητήματα που αφορούν την ποπ κουλτούρα (την τόσο προσφιλή σε έναν παλιό εκπρόσωπο και νυν φίλο της νέας γενιάς):

Η κατάσταση επιβάλλει να είναι αμείλικτος.

  untitled2

Η ιστορία θα τον κρίνει. Ελπίζουμε ότι το παιδί αυτό θα τα καταφέρει και θα πάει μπροστά. Δεν θα προδώσει τους αγώνες του πατέρα του και της παράταξης του.

Μέχρι τότε, ακολουθείστε τον στο twitter

1609821_572709766149000_187871754_n

ΓΑΠ – νεοταβέρνες

Πιστεύω ότι το όραμα του ΓΑΠ, τώρα που περνάει ο καιρός και η παρουσία του στα δημόσια πράγματα της Ελλάδας μπορεί να αποτιμηθεί με νηφαλιότητα και ψυχραιμία, μπορεί καλύτερα να αποκρυσταλλωθεί στην αισθητική (και γιατί όχι, στο θεσμό) της νέο-ταβέρνας και του νέο-μπακάλικου.

 

(Οι ομοιότητες είναι ξεκάθαρες)

Μιλάμε για μια Ελλάδα μοντέρνα και συγχρόνως παραδοσιακή. Απαλλαγμένη από τη βλαχιά, το κιτς και τη βρωμιά, μα με τα ωραία προϊόντα, τις νόστιμες γεύσεις, το μεράκι των ανθρώπων, τη φιλοξενία, τη ζεστασιά, το φιλότιμο, και τόσες άλλες αρετές που αποτελούν εξαγώγιμα προϊόντα (στ’ αλήθεια, ανεξάντλητο, εξαγώγιμο κεφάλαιο!) αυτού του τόπου.

 

Αυτό ήταν εξάλλου και το πραγματικό νόημα της ιδεολογίας της “Δανίας του Νότου”. Η μίνιμαλ, καθαρή, λευκή Σκανδιναβική αισθητική δημιουργικά προσαρμοσμένη στο Μεσογειακό (μας) πλαίσιο.

Μόνο έτσι θα ένιωθε ο ξένος που θα επισκέπτονταν τη χώρα μας για να κάνει τις διακοπές του σα στο σπίτι του και μόνο έτσι θα μας αναγνώριζε ως Ευρωπαίους. Αν γινόμασταν έτσι, ελεύθεροι πια από τα βάρη και τις ασχήμιες του παρελθόντος, θα μπορούσαμε να συναναστρεφόμαστε με τους άλλους Ευρωπαίους σα μια οικογένεια και όχι σα φτωχοί συγγενείς.

Δυστυχώς όμως, το όραμα του Γιώργου Α. Παπανδρέου σκόνταψε στον καθυστερημένο αυτό λαό.

Κάποιοι όμως τον κατάλαβαν. Αν μη τι άλλο υπάρχει και ο Θάνος Τζήμερας, ο Στέλιος Ράμφος ή και ο Peter  Economidis, και όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, ο ΓΑΠ θα επιστρέψει και αυτός, νικητής όπως και οι προηγούμενοι του.

Το σίγουρο είναι ότι τόσο η νεοταβέρνα, όσο και το νεόμπακάλικο συστήνονται σε όλη τη χώρα, δίνοντας σε αρκετό κόσμο αυτό που θέλει, την αλλαγή που θέλει.

υ.γ. Κάποια συγκινητικά στιγμιότυπα του πρόσφατου παρελθόντος:

(2013: Συμβολική δενδοφύτευση στο ηρωικό πάρκο Γκέζι της Ιστανμπούλ, δηλώνοντας την αμέριστη συμπαράσταση του ιδίου και της Σοσιαλιστικούς Διεθνούς, απέναντι στους διαδηλωτές, καταγγέλοντας συγχρόνως την θηριώδη κρατική καταστολή του τουρκικού κράτους. Προσοχή στη γλάστρα που φυτεύεται μαζί με το δέντρο, προφανώς για τις ανάγκες μετά της φωτογράφισης).

(2011: στιγμές από το Κίνημα Αγανακτισμένων στη πλατεία Συντάγματος, επί κυβέρνησης ΓΑΠ. Διαφορετική περίπτωση αυτή όμως, κάθε ομοιότητα με τις κινητοποιήσεις στο Γκέζι, συμπτωματική, μη χάνουμε το δέντρο για το δάσος).

Neoliberal ταρίφας

wuerker_virtual

“Μιλάς τη γλώσσα όπως εγώ, από που είσαι; ” μου είπε ευθύς μόλις μπήκα στο ταξί και τον χαιρέτησα, ξημερώματα κάποιας μέρας του Οκτώβρη. “Από Ελλάδα. Εσύ;” “Από Πακιστάν.”
Σου αρέσει εδώ; Καλά είναι. Εσένα; Μου αρέσει, είπε κι αυτός. Έχει πολλούς εδώ από χώρες όπως η Ινδία, το Πακιστάν, η Ελλάδα συνέχισε. Έχετε προβλήματα στην Ελλάδα, πρόσθεσε καταφατικά. Ναι, είπα εγώ. Τι θα γίνει; ρώτησε τότε, λες και όλος ο κόσμος παρακολουθούσε τo σαδιστικό σήριαλ που μαγειρεύονταν κάτω. Περιμένουμε να πέσει η κυβέρνηση, απάντησα εγώ, μη θέλοντας να δώσω διάσταση στην ίδια κουβέντα, ξανά και ξανά.

“Χρειάζονται μυαλά είπε τότε αυτός. Όχι πολιτικοί, ειδικοί για να καθήσουν, να κάνουν συνέδρια και να δουν πως θα φτιάξει η οικονομία.”

Νομίζεις; Τον ρώτησα. “Φυσικά, οι πολιτικοί δεν είναι που τα έφεραν εδώ τα πράγματα; Χρειάζονται ειδικοί που να ξέρουν από όλο τον κόσμο για να φτιάξει η οικονομία” συνέχισε αυτός, σίγουρος για ότι έλεγε. Πως πάει η οικονομία στην Ελλάδα, ρώτησε έπειτα. Ανακάμπτει; Is the economy recovering? ρώτησε, λες και την ήξερε την οικονομία προσωπικά, ή λες και την είχε καταλάβει πως κινείται. “Όχι” του απάντησα. Θέλει λίγο χρόνο, είπε τότε αυτός. Όχι, επανέλαβα. Στο διάολο πάει η κατάσταση, χειροτερεύει με όσα κάνουν οι υποτιθέμενοι “ειδικοί”. Ήμουν αποφασισμένος να μη χρησιμοποιήσω τις ψευδογνώσεις και την ορολογία της τηλεόρασης. Είχα αρχίσει να νιώθω ότι δε λέμε τίποτα πια, ότι κάνουμε ένα small talk με μπανάλ λέξεις της τηλεόρασης. Και φάνηκε ξεκάθαρα ο αλλοτριωτικός ρόλος της τηλεόρασης γι’ ακόμη μία φορά, στους ανθρώπους της εργατικής και της μεσαίας τάξης.

Η τηλεόραση μετέτρεψε την καταστροφή που προκαλεί η οικονομία του κεφαλαίου, σε κάτι που δεν μπορείς να το αγγίξεις, κάτι για το οποίο μιλάς σα να μιλάς για τον καιρό. Οι ειδικοί ή οι Θεοί των αγορών θα αποφανθούν, αν “η οικονομία θα ανακάμψει”. Γέμισε ο χώρος με ψέμματα.

“Είναι όλα λάθος όσα κάνουν κάτω. Καταστρέφουν όσα είχαν φτιαχτεί εδώ και πολλά χρόνια. Διώχνουν τον κόσμο. Πρέπει να φορολογήσουν τους πλούσιους.” Κοίταζα να τα λέω απλά, και κατανοητά. Χοντρά ίσως. “Ναι αλλά αν φορολογήσουν τις επιχειρήσεις, θα πάνε αλλού” αντέτεινε αυτός με το πρακτικό του νου. Ας πάνε, είπα τότε. Κι εννοούσα να πάνε στο διάολο.

Έχετε πολλούς ξένους στην Ελλάδα, συνέχισε έπειτα, με ύφος που έδειχνε κατανόηση απέναντι σε ένα πρόβλημα. Παρά την έκπληξη μου, σκέφτηκα να του απαντήσω. Και του απάντησα πάλι αρνητικά για να του δείξω ότι δεν ήταν πρόβλημα, εκτός αν πήγαινε να με ψαρώσει. Δεν είναι πρόβλημα αυτό, είπα. το πρόβλημα είναι ότι δεν έχουν κάτι να κάνουν εκεί τόσο χάλια που είναι, και ότι δεν μπορούν να φύγουν από τη διαβολεμένη εκείνη χώρα. Δεν απάντησε σα να τον δυσαρέστησα. Ίσως να ένιωθε ο ίδιος ενσωματωμένος και να μη του άρεσαν κι αυτού οι μετανάστες. Το κάνουν αυτό οι παλιότεροι μετανάστες συχνά που έχουν εφησυχαστεί και που πάσχισαν χρόνια να γίνουν μέρος της χώρας υποδοχής. Ήταν πράγματι ένας grassroots νεοφιλελεύθερος, άφηνε την οικονομία (τον καπιταλισμό δηλαδή) να κινεί τα πάντα και τα παρακολουθούσε από την τηλεόραση του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ίσως και γιατί ο ίδιος δραπέτευσε από τα κάτεργα του καπιταλισμού στη χώρα καταγωγής του, η “οικονομία” δούλευε γι’ αυτόν καλά. Αν πάει στραβά κι εκεί κάποτε, ξέρει που θα τα ρίξει, ίσως να τα ρίξει εκεί που τα ρίχνουν οι αντίστοιχοι του στην Ελλάδα και αλλού, να του φταίνε κι αυτουνού οι μετανάστες, γιατί αυτός ήταν μεν μετανάστασης “αλλά δούλευε”, όπως λένε αρκετοί Έλληνες μετανάστες για να ξεχωρήσουν και να μην ταυτιστούν με την τάξη τους.

 

Στο Ντουμπρόβνικ με τον Άρη το Σπηλιωτόπουλο

Και να σου εκεί που περπατούσα στο παλιό λιμάνι, πίσω από τον τελευταίο πύργο των τειχών του Ντουμπρόβνικ για ν’ αγναντέψω τα κύματα που έσκαγαν στον κυματοθραύστη και το νησί απέναντι, έσκασε απέναντι μου μια θολά γνώριμη φάτσα, από αυτές που έχεις βομβαρδιστεί μέσω τηλεόρασης παρά τη θέληση σου. Ήταν ο Άρης Σπηλιωτόπουλος με την παρέα του, κάτι μεσόκοποι όλοι τους, σα γονείς συμμαθητών σε εποχές κοινωνικής ειρήνης. Βγάζανε μαζί φωτογραφίες, ο ένας τον άλλο: βγάλε με και μια με τον Άρη, είπε η γυναίκα της παρέας. Ο άλλος κράτησε το άη παντ σα κορνίζα ή σα καθρέπτη, όσο ο Άρης του έδινε οδηγίες χρήσης. Για ποιό λόγο έπρεπε να τον αναγνωρίζω; Ενώ δεν θα ακούσουμε ποτέ τίποτα για ανθρώπους που πραγματικά αξίζουν.

_MG_4137

Κάζουαλ ο Άρης παρά τα γκρίζα μαλλιά, τα είχε σε ατημέλητο στυλ, χιπστεράδικο. Σπορ ντύσιμο, τσάντα φάκελος περασμένη χιαστή, ένας αιώνιος οννεδίτης, από τους πιο μαλακούς του είδους, αυτούς με ευαισθησίες (για τον εαυτό τους). Να ήταν άραγε εδώ για δουλειές, για ξεκούραση; Για μια ποστ καλοκαιρινή ανεμελιά;

Η κρίση πάντως έμοιαζε να μην τον έχει πτοήσει στο ελάχιστο. Όλοι φταίγαμε εξάλλου, το είχε πει κι ο ίδιος σε στιγμές αυτοκριτικής και σύνεσης, από εκείνες που αφθονούσαν στην τηλεόραση. Όλοι μαζί όμως δεν είχαμε πάει στο Ντουμπρόβνικ για ψάρι, και οι περισσότεροι δεν θα φτάσουν ποτέ ως εκεί.
Όπως και να έχει, μόνο ο χρόνος έμοιαζε να είχε αφήσει το στίγμα του σε αυτό το αιώνιο παιδί, έναν άνθρωπο που η δουλειά δεν δάμασε ποτέ γιατί δεν δούλεψε ποτέ. Εκτός της πολιτικής είχε γράψει και ποιήματα σαν τον Τηλέμαχο Χυτήρη ή τον Μπογδάνο. Ο άνθρωπος που είχε χρεώσει στο δημόσιο το ακριβό φετίχ του με πάμπολλες γραβάτες και κοστούμια. Ένας άνθρωπος διακοσμητικός, επέπλεε σα φελλός για να μπορεί ο περίγυρος του να βγαίνει φωτογραφίες μαζί του. Αυτό ήταν το στάνταρ τους, οι άλλοι όλοι είτε σκηνικό είτε ανύπαρκτοι. Αυτός είναι ο κοσμοπολιτισμός τους, αυτή και η ποιότητα τους: να μιλάνε (κακά) αγγλικά, να κάνουν ψώνια σε Ευρωπαϊκά κέντρα, να ντύνονται σπορ. Εκεί πάνε τα λεφτά που απομυζεί η κρίση τους, να ταΐζουν φελλούς σαν τον Άρη Σπιλιωτόπουλο και να διατηρούν ένα τρόπο ζωής με οποιοδήποτε κόστος για τους άλλους.

_MG_4140

Ένας φελλός ο Άρης Σπηλιωτόπουλος, εμφανίζεται εκεί που δεν τον περιμένεις σαν μια μονίμως ανοιχτή τηλεόραση που υπάρχει σε κάθε δρόμο από όπου και αν περάσεις. Η δυσάρεστη παρουσία του ανανεώνει το ραντεβού μαζί σου θέλεις δε θέλεις και πάλι σε κάποια τηλεόραση και ακόμα χειρότερα, σε όσα αυτός εκπροσωπεί, τα οποία έχουν αλυσοδέσει τη ζωή μας. Υπάρχουν βεβαίως και χειρότεροι από αυτόν την σήμερον, βδέλλες που τέτοιοι ελαφροί, πανάλαφροι μηδενιστές σαν τον Άρη το Σπηλιωτόπουλο κατάφεραν να μεθοδεύσουν: θα μπορούσα να είχα πετύχει τον Άδωνη Γεωργιάδη, τον Φαύλο Κρεμμυδιώτη ή τον Θάνο το Τζήμερα… και ακόμα χειρότερα, ανθρωποειδή που σιχαίνομαι ακόμα και να τα αναφέρω. Σα να πατάς σκατά ένα πράγμα, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι λεφτά δεν θα πάρεις -θα σου τα πάρουν πάλι, πατήσεις δεν πατήσεις. Παρά την οργή όμως μπροστά στην πρόκληση που αποτελούν αυτές οι καρικατούρες, δεν ξεμπερδεύει κανείς εύκολα με τη δικτατορία αυτών, όπως ξεμπερδεύει όταν πατάει σκατά. Μαζί τους είναι σα να πατάς κινούμενη άμμο. Στην πραγματικότητα είσαι ήδη μέσα μέχρι να το συνειδητοποιήσεις ότι εκεί ήσουν πάντα λόγω αυτών.

Υ.Γ. Αργά το βράδυ στην πλατεία είδα την κουστωδία του Άρη ντυμένη με κοστούμια, όπως στην τηλεόραση. Καθόταν σε κάποιο εστιατόριο και κουβέντιαζαν, αυτός και άλλοι νεοδημοκράτες, ο Στυλιανίδης και κάτι άλλες φάτσες σα μαλάκια θαλάσσης, όλοι γνωστοί από την τηλεόραση, τέρατα σοβαρότητας και πατριωτισμού, σα τσούρμο μαφιόζων. Κάτι μάλλον θα ετοίμαζαν, κάποια σωτηρία (ξέρουμε για ποιούς) τελικά για δουλειά ήταν ο άνθρωπος (παρότι η ντροπή δεν είναι δουλειά).