Ιστορίες ανέργων

IMG_0771

(Όχι, δεν είναι στην Ελλάδα τραβηγμένη η φωτογραφία. Είναι στο Βορρά. Μπάνια στη Βαλτική. Έχουν όριο οι περιπέτειες; Ή και καλύτερα, να τα δούμε όλα αυτά ως περιπέτεια; Ή ν΄αφήσουμε αυτές τις κατηγορίες κατά μέρος, έτσι ώστε να μην υπονοείται η αναφορά της ‘κανονικής ζωής’;)

-Περιπέτεια σε σχέση με τι; Ποιο είναι το περιπετειώδες και που βρίσκεται; Αν όντως βρίσκεται έξω από τους νόμους της αγοράς, πως θα το φτάσουμε;

Μετά από την καλή κίνηση της δημιουργίας του ιστολογίου με τίτλο ‘το ημερολόγιο ενός ανέργου’, που λειτουργεί ως φόρουμ έκφρασης και αναζήτησης για τους ‘ανέργους’, ήρθε το βιβλίο με κάποιες από τις καταχωρήσεις εκεί. Το βιβλίο αποτελεί μια ενότητα που σκιαγραφεί ένα πολύπλευρο πορτραίτο της ανεργίας στη σημερινή Ελλάδα, ξεπερνώντας τη κυρίαρχη αφήγηση της ανεργίας, η οποία και αφορά το (αναμφισβήτητο) δράμα που βιώνει η πλειοψηφία των ανέργων.

Έχει μεγάλη σημασία να διαβάσει κανείς ολόκληρο το βιβλίο, για να δει τις πολλές όψεις και πτυχές της κατάστασης του ανέργου και του βιώματος της ανεργίας. Πέραν των στερεοτύπων, που αποδυναμώνουν το ζωντανό υποκείμενο που αντικειμενικοποιείται μέσα από τον περιοριστικό τίτλο του ‘ανέργου’ (κι έτσι παθητικοποιείται και παρουσιάζεται ως μια μονάδα μιας πανομοιότυπης μάζας), η ανεργία είναι μια κατάσταση πολλών ταχυτήτων που εμπλέκει (και ίσως ενώνει) πολλούς διαφορετικούς μεταξύ τους ανθρώπους.

Η ανεργία επίσης είναι ένας τίτλος που σου κολλάει (το σύστημα;) η κατάσταση που θέλει τη ζωή να βασίζεται στους σύγχρονους, επίσημους όρους εργασίας. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να βάφει το σπίτι του για μέρες, ή να σκαλίζει τον κήπο του, και παρόλαυτά, να θεωρείται άνεργος, γιατί δεν ανταλλάζει τις ώρες που χρειάζονται για να παράξει το έργο του, με χρήματα. Ή, γιατί το έργο είναι ασαφές και δεν μπαίνει στα αυστηρά καλούπια των κατηγοριών που έχει φτιάξει ο αστικός και βιομηχανικός τρόπος ζωής και παραγωγής. Η μητέρα που προσέχει το βρέφος είναι άνεργη αν δεν κάνει κάτι άλλο. Ο ποιητής που γράφει στίχους (δίχως απαραίτητα να τους εκδίδει), είναι επίσης άνεργος.

20140627_103449

Η λέξη ‘άνεργος’ σημαίνει ότι κάποιος δεν κάνει κάτι. Για την ακρίβεια, ότι δεν κάνει κάτι παραγωγικό, με όρους αγοράς. Ότι αυτά που ασχολείται δεν μπορεί να τα πουλήσει. Εκεί πάνω φτιάχνεται ένα τεράστιο παραμύθι (το οποίο συχνά γίνεται υπαρξιακό, καθώς η αξία η ίδια του ανθρώπου φτάνει να μετριέται από το πόσο θα καταφέρει να πουλήσει ό,τι κάνει) που σε μεγάλο βαθμό, πατάει και το μάρκετινγκ. Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε λοιπόν την ανεργία ως μια αποπροσανατολιστική λέξη, που πατάει πάνω στις πραγμοποιήσεις (reification), στους εξορθολογισμούς της εργασίας από το 18ο αιώνα κι ύστερα, που αφορά την παραγωγικότητα για την κεφαλαιική συσσώρευση και κερδοφορία. Όλα τα υπόλοιπα έτσι, έπαψαν να θεωρούνται ΄δουλειά’.

Η ανεργία βιώνεται συχνά ως ντροπή. Γιατί εξαθλιώνει. Γιατί δεν έχουμε δυνατότητες βιοπορισμού, αποκομμένοι από τις τέχνες και τις εμπειρίες της παραγωγής, αποκομμένοι από το πείραμα με πράγματα και καταστάσεις.

Το ζήτημα βεβαίως έχει να κάνει με την αδυναμία προσπορισμού, που ακολουθεί τη συνθήκη της ανεργίας. Ο βιομηχανικός πολιτισμός στο αστικό του πλαίσιο, οργανώνει της συνθήκες σπάνης, μέσα από νόμους, φορολογίες, περιφράξεις των κοινών (νερό, φυσικοί χώροι, τροφή, πνευματικές δημιουργίες…), και των μέσων παραγωγής, σε καθεστώτα μονοπωλιακής ιδιοκτησίας. Έτσι οι άνθρωποι, αποκομμένοι από τις εναλλακτικές για μια άλλη ζωή, είναι αναγκασμένοι να έχουν μόνο αυτό που το κεφάλαιο ονομάζει «εργατική δύναμη» να πουλήσουν, προκειμένου να επιβιώσουν. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς την ανισότητα που υπάρχει θεμελιακά στην οικονομία του κεφαλαίου, με όποιο όνομα κι αν την μεταμφιέσουν (π.χ. ελεύθερη αγορά κτλ). Μια ανισότητα που ποτέ δεν ξεπερνιέται με τους όρους που σου θέτει το σύστημα.

 

IMG_0755

Ποιά η σημασία όλων αυτών, ρωτούν συχνά κάποιοι τάχα δύσπιστοι. Θα μας δώσουν αυτά άραγε δουλειά;

Ας μην είμαστε μικρόμυαλοι και πικροί. Πρέπει να ξεκινήσουμε να σκεφτόμαστε και να συζητάμε. Αντικειμενικά, δεν υπάρχουν ‘δουλειές’ για ολοένα και περισσότερους. Δουλειές με όρους σχετικώς ανθρώπινους, στα όρια πάντα του αστικού προτύπου, μια καταθλιπτική συνθήκη ζωής, εξ αρχής. Οι δουλειές που ετοιμάζονται, είναι δουλειές για σκλάβους. Αυτή είναι η αλήθεια. Ας δει κανείς την Κίνα, την Αμερική και τα περισσότερα μέρη του κόσμου σήμερα. Ας κοιτάξει εκεί τις μεγάλες πλειοψηφίες των ανθρώπων εκεί, τις μικρομεσαίες τάξεις και όσους πέφτουν έξω από αυτές. Η ζωή του ανθρώπου εκεί δεν έχει καμία αξία. Ο άνθρωπος για το κεφάλαιο είναι μια αναλώσιμη μηχανή, που χρειάζεται για να βάζει μπρός άλλες μηχανές. Πρέπει επομένως να σκεφτούμε το ζήτημα της δουλειάς από την αρχή. Θεμελιακά. Και μαζί με αυτό και το ερώτημα της ζωής που θέλουμε να ζήσουμε.

Συχνά, ως άνεργος, φτάνεις να ρίχνεις το σφάλμα στον εαυτό σου. Βρίσκεσαι σε άρνηση. Των αιτιών της ανεργίας, της ανεργίας της ίδιας, του μέλλοντος σου. Επιμένεις να διαχωρίζεις τον εαυτό σου από τους αδικημένους, γιατί πιστεύεις στις αξίες της μπουρζουαζίας: ότι με τη σκληρή δουλειά θα πετύχεις και ότι μια μέρα όλα θα είναι δικά σου. ή, ότι θα μπορέσεις να βρεις τη γωνίτσα σου για να ιδιωτεύσεις ήσυχα, γιατί το αξίζεις. Το όνειρο του μικροαστού τελείωσε. Και δε χρειάζεται και να το κλαίμε καν. Χρεωκοπημένο ήταν πάντα και γι΄αυτό έσκασε και απότομα, μέσα στο ψέμα και στον κυνισμό.

Άλλοι θα έπρεπε να ντρέπονται. Κι αυτό δεν θα έρθει από μόνο του.

Το μυαλό πολλών θολώνει. Συχνά βοηθάει σε αυτό ο περίγυρος που είναι απορριπτικός και δεν έχει καμία ανάλυση της κοινωνικής βάσης της κατάστασης. Συχνά οι άνθρωποι στην κατάσταση της ανεργίας κρύβονται και οι ίδιοι, ηττώνται, το ρίχνουν στις καταχρήσεις, στο αλκοόλ, στο μαύρο και σε ουσίες που τους καταπίνουν ακόμα περισσότερο και τους κάνουν να αρνούνται την κατάσταση και τις προοπτικές λύσεις και δράσης, ακόμα περισσότερο. Κλείνονται έτσι στον ελάχιστο χώρο που τους απομένει, στο μυαλό τους, θολό και φτωχό από σκέψη και κρίση, ή από δυνατότητα επικοινωνίας και διαλόγου. Εμμένουν στη συνθήκη της αναποφασιστικότητας, συναινώντας στην υποβάθμιση και στον ιδιότυπο εγκλεισμό που η φτώχεια τους οργανώνει.

Και βεβαίως, είναι και οι άνθρωποι που δε ζουν μόνοι τους, μα που έχουν να αντιμετωπίσουν μια σειρά από φλέγοντα ζητήματα, υγείας κυρίως, αλλά και στέγης και διατροφής. Το κράτος δεν αφήνει τους φτωχούς ελεύθερους, γιατί η φτώχεια πρέπει να έχει τιμωρητικό χαρακτήρα και να αποτελεί παράδειγμα προς αποφυγή για ένα παραγωγικό εργατικό δυναμικό.

To ιστολόγιο των ανέργων, αλλά και το βιβλίο,δίνουν ένα βήμα για να συζητήσουμε μια σειρά από ζητήματα, πριν καταπιούμε την κατάσταση της ανεργίας όπως έχει, μέσα από τα κούφια στατιστικά στοιχεία, και τους εξορθολογισμούς (αλλά και τις ‘λύσεις’) που την ακολουθούν. Τα ίδια τα κείμενα των ‘ανέργων’ δείχνουν διάφορους τρόπους σκέψης και συμπεριφοράς, αλλά και διάφορες καταστάσεις επίσης, πάνω στη συγκεκριμένη συνθήκη.

IMG_0721

Στο βιβλίο υπάρχει και κείμενο μου, μια καταχώρηση που είχα κάνει κάποια στιγμή, όπου μιλούσα για τις δικές μου φάσεις ανεργίας και κάποιες σκέψεις μου γι’ αυτές. Συμπεριλαμβάνεται στο κεφάλαιο ‘άμεση δράση’, όπου γίνεται λόγος για μια πολιτική στάση απέναντι όχι μόνο στην ανεργία, μα κυρίως, στην εργασία καθαυτή.

Θέλουμε άραγε να γυρίσουμε σε ότι υπήρχε πριν την κρίση; Εγώ υπήρξα άνεργος και πολύ πιο πριν, την εποχή που η ‘χώρα’, ‘ζούσε’ στιγμές υποτιθέμενης ανάτασης, μέσα από την θεαματικοποίηση της με τα τερατώδη έργα για το εμπορικό και γκροτέσκο θέαμα της Ολυμπιάδος (που επέστρεφε στο σπίτι της). Γίνεται φανερό με τις προηγούμενες αναφορές, τώρα που το πράγμα της Ολυμπιάδος ξεφούσκωσε, ότι όλες οι λέξεις με τις οποίες προπαγανδίστηκε το ψευδοσυμβάν της, είναι σύμβολα κενού περιεχομένου, αποκομμένες από κάθε αντικειμενική πραγματικότητα, μην εκφράζοντας τίποτα πέραν από χοντροκομμένες ιδεολογικές φαντασιώσεις.

Θέλουμε άραγε τη δουλειά με κάποιους όρους βιώσιμους για το μικροαστικό φαντασιακό, κλείνοντας τα μάτια στην καταστροφή που η ζωή αυτή προκαλεί;

Θα πρέπει να σκεφτούμε τη συνθήκη του διαχωρισμού που φέρνει αυτή η κατάσταση. Του διαχωρισμού του ιδιωτικού ονείρου, αυτής της φούσκας που μόνο αποκομμένη δεν είναι από το συλλογικό και το ιστορικό. Όπως αποδείχτηκε ξανά, η ιστορική συνθήκη διέλυσε κάθε ιδιωτικό ανάχωμα που έστησαν οι μεγάλες μάζες, σε εξατομικευμένη κλίμακα.

Πολλοί ζητούν εξαργύρωση των πτυχίων τους και της προηγούμενης εργασιακής τους εμπειρίας. Ζητούν εξαργύρωση της ζωής τους έως σήμερα. Ο κοινωνικός τους κύκλος, εμπαθής κι εσωστρεφής, τους ρίχνει το ανάθεμα της προσωπικής ευθύνης για κάτι που δεν μπορούν να συλλάβουν με τις επιφανειακές αναφορές και τα κοινότοπα κι απλοϊκά, ερμηνευτικά σχήματα που έχουν, βγαλμένα από τις ειδήσεις και τις τηλεταινίες. Φαίνεται πως θα είναι ευχαριστημένοι αν τους δοθούν όσα τους είχαν υποσχεθεί όσοι προπαγάνδιζαν την ανταγωνιστικότητα, οι δάσκαλοι, οι φροντιστηριάδες, οι δημοσιογράφοι, οι κυβερνήσεις, οι οικογενειακοί φίλοι στους καθημερινούς ανταγωνισμούς μεταξύ οικογενειών για το ποιό τέκνο θα πάει καλύτερα από τα άλλα, σα να ήταν οι απανταχού γονείς εκτροφείς πουλαριών για τον ιππόδρομο “της ζωής”, σα να έπαιρναν επιχειρηματικά ρίσκα κάνοντας παιδία, για την επένδυση των οποίων, περίμεναν αβγάτισμα σε οικονομικό και κοινωνικό κεφάλαιο.

IMG_0720Desert-Islands-and-Other-Texts-1953-1974-Deleuze-Gilles-9781584350187

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, το πολύ χρήσιμο για να στοχαστεί επιτέλους η κοινωνία αυτή ένα φλέγον πρόβλημα που την καταδυναστεύει, ας αναλογιστούμε τις μειοψηφικές, αλλά και πιο μεστές, τάσεις που προκύπτουν από την κατάσταση της ανεργίας στο αστικό μοντέλο ζωής. Τις τάσεις αυτές που εκφράζονται μέσα από διάφορετικές φωνές των ανέργων εκείνων που κοιτάζουν τη ζωή λίγο πιο πάνω από την επιφάνεια της δημοσιότητας και των κυρίαρχων λόγων και τρόπων σκέψης, και αποφασίζουν να σπάσουν τους όρους που τίθεται η συζήτηση της ανεργίας και της εργασίας σήμερα, όρους ιδιαίτερα βολικούς για τους εκμεταλλευτές της εργασίας.

Ας πάμε κι εμείς το πράγμα μακριά (όπως το πάει η εξουσία εξάλλου), τώρα που διακυβεύεται η ζωή μας η ίδια.

Σιγά μην κλάψω, σιγά μην φοβηθώ!

Καλύτερα άνεργη παρά να εργάζομαι για 200 ευρό σε επιχειρηματίες του κώλου Μια χώρα γεμάτη εργοδότες κοράκια, κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις ζόμπι.

Σιγά μη γίνω δούλος σας, ρε μαλάκες, όπου σας βρίσκω θα σας πολεμώ! Άντε μου στο διάολο ΚΟΡΑΚΙΑ!

salasala , 40 χρ. , Θεσσαλονίκη

“Εκεί τον φτάσανε τον Έλληνα” (4)

2skitso-7-thumb-large

26/1/2012

(από έναν φίλο)

Μια ξεφτισμένη ξανθιά με αυτοπεποίθηση. Οι ρυτίδες βαθούλωναν τα μάτια της που λαμπύριζαν από σιγουριά και θέληση που αποχαλίνωνε το αλκοόλ της προχωρημένης βραδιάς που πότιζε την προχωρημένη της ηλικία. Ίσως και η ανόητη μουσική του μέρους. Τον έπιασε και του είπε: «μου θυμίζεις έναν φίλο μου από την Ιταλία. Είστε κι εσείς Μεσογειακοί. Θα σε γαμούσα.»
Εκείνος της είπε ότι δεν είναι ωραίο να μιλάει έτσι. Ότι δεν δείχνει σεβασμό έτσι για τους άλλους. Δεν του άρεσε, είπε, για να έκανε μια κάποια υποχώρηση. Δεν του άρεσε ούτε η όψη, ούτε και ο τρόπος της.
«Συμπαθώ τον πρωθυπουργό σας» είπε εκείνη. «Τον τραπεζίτη;» «Και αυτόν.
Κυρίως τον προηγούμενο όμως, τον Γιώργος Παπανδρέου (Giorgos Papandreou). Του έκανα συνέντευξη» (δεν ανέφερε αν τους γάμησε αυτούς ή αν θα τους γαμούσε –φαντάζομαι πως ναι όμως).
Πάνω σε αυτή την πρόκληση, αυτή την επίθεση άγνοιας, εκείνος απάντησε «είναι φασίστες και οι δύο». Το είπε αυτό για να σοκάρει, παραδέχθηκε. Για να πει σε εκείνη την άκυρη στιγμή, ανάμεσα στα ποτά, στις χυδαίες προτάσεις (η λέξη «γαμάω» ήταν το κομβικό σημαίνον της επιχειρηματολογίας της, ίσως και των αξιών –κινήτρων της, ως χαρακτηριστικό είδος του ανθρώπου «των αγορών» που «πασχίζει να ικανοποιήσει τα ιδιωτικά του συμφέροντα» «θέλω να σε γαμήσω» φέρεται να του ξαναείπε, σε μια αντιστροφή της γυναικείας απελευθέρωσης σε μια εντροπική φάση, «φαντάσου να πάω σε μια γυναίκα άγνωστη και να της πω θέλω να σε γαμήσω» μου είπε ο φίλος γελώντας όσο εξιστορούσε τι είχε εκτυλιχθεί) – μα και στις ευαισθησίες για «προσωπικότητες» μιας φαντασμένης απολιτικής μεσόκοπης – κάτι πέραν εκείνου του άκρου που βύθιζε την κοινωνία, την σκέψη, την συζήτηση, στον φασισμό μασκαρεμένο με «ρεαλισμό» ξανά και ξανά, σε διαφορετικές εκδοχές, λέξεις, εικόνες και πρόσωπα.
«Όχι» είπε εκείνη. «Ναι» αντέτεινε αυτός «Ναι αλλά κι εσείς γαμήσατε τους εαυτούς σας» συνέχισε εκείνη, σίγουρη για όσα έλεγε.
«Όχι, το καπιταλιστικό σύστημα είναι υπεύθυνο για όλα!» είπε εκείνος άγαρμπα, έχοντας χάσει την ψυχραιμία του.
«Όχι!» φώναξε εκείνη, χάνοντας με τη σειρά της την δική της ψυχραιμία, σα να θίγονταν κάτι δικό της, γνωρίζοντας στο βάθος ότι αυτή ήταν η αλήθεια που έπρεπε πάση θυσία να διαφυλάξει το σινάφι της, μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος του. Ίσως στο βάθος να ήξερε ότι όσα καταλόγιζε στους «Έλληνες», αφορούσαν τα αδιέξοδα της δικής της κοινωνίας, της δικής της ζωής. Και επειδή τον πίστευε τον καπιταλισμό σαν αλήθεια, και λάτρευε το χρήμα σαν Θεό.
«Ναι! Ο καπιταλισμός κατέστρεψε όλο τον κόσμο!»
«Όχι!» ξαναέκανε εκείνη «ο καπιταλισμός δεν έχει καμία απολύτως σχέση. Εσείς δεν πληρώνατε φόρους και δεν δουλεύατε» (τουλάχιστο αναγνώριζε ότι υπάρχει καπιταλισμός).
«Αυτή είναι άθλια προπαγάνδα που τα μήντια σας ταΐζουν. Αυτά είναι ψέματα!»
(Έστω και αν η συζήτηση γινόταν με χοντρότητες, το θέμα γι’ αυτόν ήταν στρατηγικό).
«Θέλεις να πάμε έξω και να μαλώσουμε, ή να πάμε έξω και να γαμηθούμε» είπε τότε εκείνη. Εκείνος δεν απάντησε. Δεν ένιωσε κανένα κομπλιμέντο με τις προτάσεις αυτές. Από τη μία δεν του άρεσε εκείνη, από την άλλη ο τρόπος και η ιδεολογία της βρωμούσαν τις πιο χυδαίες όψεις. Τις αποκρουστικές όψεις αυτής της κοινωνίας που ήθελε ο ίδιος να επιτεθεί και να πολεμήσει, πρώτα μέσα του. Μα και κυρίως, γιατί τα λόγια της εκείνα έδειχναν ότι δεν τον σεβόταν και ότι θεωρούσε πως είχε τον έλεγχο, γιατί τάχα «ήξερε» τι θέλουν αυτοί οι νότιοι.
Επανέλαβε την πρόταση της, με περισσότερο θάρρος.
«Μη μιλάς έτσι» είπε εκείνος.
«Είσαι ηλίθιος» του είπε αυτή. Και έπειτα δυνατά: «Ο φίλος σας είναι ωραίος μα ηλίθιος» (‎”cuteness is the handmaiden of subjugation”).
«Εσύ είσαι ηλίθια» είπε εκείνος, κοιτάζοντας την. Είχε μάθει να ελέγχει το σοκ. Κυρίως είχε δει ότι άνθρωποι σαν του λόγου της, είναι προβλέψιμοι στους τρόπους τους, συχνά. Το βασικό που έπρεπε να κάνει ήταν να μην ψαρώσει. Αυτή ήθελε να γαμηθεί και προκαλούσε. Αυτός ήθελε να της τα χώσει. Δεν ήταν βέβαια αρκετό αυτό αλλά εκείνη ήταν σίγουρη και έσφυζε από θράσος. Δεν χωρούσε αμηχανία.
«Είδαμε τι έγινε και στη Σοβιετική Ένωση» είπε αυτή, ανασύροντας το μεγαλειώδες επιχείρημα του τέλους της ιστορίας.
«Είδαμε τι έκανε και ο καπιταλισμός σε όλο τον κόσμο!»
«Τι δουλεία έχεις στη χώρα μου τότε;» συνέχισε εκείνη «Γιατί είσαι εδώ;» ρώτησε, θεωρώντας ότι είχε δικαίωμα να το κάνει, καθότι η χώρα της άνηκε.
«Εσύ τι κάνεις εδώ;» απάντησε τότε αυτός;
«Εδώ είναι η χώρα μου» έκανε αυτή, ελαφρώς σαστισμένη.
«Έχω κάθε λόγο να είμαι εδώ. Εσύ ποιά είσαι και κάνεις τέτοιες ερωτήσεις; Είμαι άνθρωπος και έχω δικαίωμα να βρίσκομαι οπουδήποτε για τους λόγους μου. Δεν θα δώσω λόγο ούτε σ’ εσένα ούτε και σε κανέναν άλλο γι’ αυτό» είπε, γνωρίζοντας ότι με την εκτεταμένη του απάντηση, έδινε κάποιο λόγο, σα να αναγνώριζε ότι ήταν ξένος. Αυτή ήταν η οδός για να μην είναι ξένος όμως. Αυτή ήταν η οδός για να τον γνωρίσουν όπως ήταν. Γι’ αυτό τα έλεγε όλα εκείνα.
«Είσαι φασίστρια» της είπε. Ένας ‘συμπατριώτης’ της που άκουγε δίπλα, έδειξε συγκατάβαση. «Ναι, είσαι» της είπε.
«Υπάρχουν άνθρωποι ακόμα και στη χώρα σου ενάντια στον καπιταλισμό» συνέχισε ο φίλος.
«Θα ήθελα το πάθος σου αυτό να το έδειχνες στο κρεβάτι» είπε εκείνη.
Εκείνος δεν απάντησε. Έκανε πως μιλάει με άλλους. Εκείνη το γύρισε πάλι στα πολιτικά, προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή του.
«Δεν σου αρέσει ο καπιταλισμός; Έχεις τηλεόραση πλάσμα;» ρώτησε τότε, σίγουρη πως όλοι έχουν μια τέτοια και προσπαθώντας να δείξει τις τάχα αντιφάσεις που έχει η καθημερινότητα των «αντικαπιταλιστών». Ότι πρέπει τάχα να ζούνε σαν αναχωρητές όσοι δεν πιστεύουν στο συγκεκριμένο κοινωνικό σύστημα.
«Όχι! Δεν βλέπω τηλεόραση.»
« Δεν έχεις άραγε ρούχα από το ΗΜ;»
«Όχι.»
«Που αγοράζεις τα ρούχα σου;»
«Σε παζάρια και σε βιοτεχνικές κομμούνες» απάντησε αυτός.
«Ψέματα, δεν είναι δυνατό αυτό!»
«Φυσικά δεν είναι, αφού οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής έχουν μονοπωλήσει τις περισσότερες εναλλακτικές δομές. Δεν είναι δικό μας σφάλμα αυτό. Απλά θα πρέπει να τις καταστρέψουμε και να εφεύρουμε νέες δομές.»
«Βλακείες! Εγώ είμαι δημοσιογράφος και γνωρίζω καλά για τι πράγμα μιλάω».
«Τι ξέρεις στ’ αλήθεια; Ότι φταίει ο κόσμος; Που βασίζεις τη γνώση σου; Επειδή μίλησες με κάποια υψηλά ιστάμενα πρόσωπα; Τι ξέρεις στ’ αλήθεια; Προπαγανδίζεις στη χώρα σου εκείνα που το σύστημα θέλει να ξέρει ο κόσμος. Δεν ενημερώνεις. Υπαγορεύεις. Με ποιό δικαίωμα άραγε μπορείς εσύ να μιλάς για την κατάσταση άλλων χωρών, όταν η ίδια αμφισβητείς το δικαίωμα ύπαρξης άλλων ανθρώπων στη δική σου χώρα;»
«Δεν υπάρχουν δικαιώματα! Τα παράσιτα δεν μπορούν να μιλούν για δικαιώματα! Και τι έχεις άραγε να πεις για τις αδήλωτες πισίνες στην Ελλάδα;»
«Εγώ δεν έχω πισίνα. Αυτοί που τις έχουν είναι εκείνοι που λένε όσα λες κι εσύ, εκείνοι που είναι ενάντια στους φόρους.

Την άφησαν και έφυγαν. Την είδαν μακριά να χαμουρεύεται με έναν από την παρέα της. Ο συμπατριώτης της την πλησίασε και της είπε: «Η γειτονιά αυτή έχει άλλη ιστορία. Δε χωράει ρατσιστές. Έχει τόσα άλλα μέρη για γιάπηδες, γιατί δεν πάτε εκεί;»
Εκείνη και οι φίλοι της έγνεψαν αόριστα μα δειλά.

Έπειτα εκείνη ξαναήρθε σε αυτούς.
«Για πλάκα τα έλεγα» έκανε. «Έχω ζήσει σε πολλά μέρη του κόσμου».
Έπειτα: «Είμαι καλή στη δουλειά μου. Βγάζω ένα εκατομμύριο το χρόνο. Δουλεύω συνέχεια. Στη χώρα αυτή υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν να δουλεύουν. Άνθρωποι που δεν θα δούλευαν σε σούπερ μάρκετ.»
«Και τι τα χρειαζόμαστε τα σούπερ μάρκετ;»
«Δεν είναι συζήτηση αυτή!»
«Αν απέλυαν εσένα από τη δουλειά σου, θα πήγαινες να εργαστείς σε σούπερ μάρκετ;»
«Δε θα με απολύσουν γιατί είμαι καλή στη δουλειά μου.»
«Αν έκλεινε η επιχείρηση;»
«Έχω καλές συστάσεις και θα έβρισκα αλλού.»
«Δε θα πήγαινες όμως σε σούπερ μάρκετ.»
«Αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να έχεις όρεξη να εργαστείς. Να κάνεις θυσίες και να αγαπάς τη δουλειά σου.»
«Λίγο δύσκολο να αγαπάς τη δουλειά του σούπερ μάρκετ.»
«Αν δε σου αρέσει να ψάξεις να βρεις καλύτερη. Όχι να ζεις με τους δικούς μου φόρους. Αυτοί όλοι που είναι επαγγελματίες άνεργοι θεωρώ ότι με κλέβουν. Κλέβουν από την τσέπη μου!» είπε ωρυόμενη. «Δεν υπάρχουν δικαιώματα!» αναφώνησε πανηγυρικά σα να ήταν η μεγαλύτερη σοφία και συνάμα ελευθερία της η αντιδραστική εκείνη φράση «τα εργατικά δικαιώματα είναι ανήθικα, είναι θεσμοποιημένη κλοπή, είναι πραξικόπημα των τεμπέληδων!». Όσο συνέχιζε να ξεστομίζει με ιδεολογική τύφλωση σκατά, έτοιμη να αλώσει τον κόσμο – το σύμπαν ολόκληρο – οι φίλοι αποχώρησαν επιδεικτικά, κοιτάζοντας την με απέχθεια για την υποκρισία και την απανθρωπιά που έδινε παράσταση. Η χώρα της ήταν αυτό που ήταν γιατί δεν άφηνε τον κόσμο να πεθαίνει με δική του ευθύνη.
Ευθύνη… μεγάλη λέξη. Και γιατί να αναλάβει το κράτος την ευθύνη; Ποιά ευθύνη αναλαμβάνει άραγε το κράτος. Όποια κι αν είναι η κριτική, για το κοινωνικό κράτος κάποτε πολέμησε κόσμος. Ήταν για το κοινό καλό, ήταν μια αρχή. Δυστυχώς έληξε το πράγμα γιατί παρά τις προθέσεις, αναδύθηκαν σκάρτοι που αποφάσισαν κάτι άλλο που δεν αφορά τους πολλούς. Δυστυχώς, η χώρα της είχε φτιάξει ανθρώπους σαν και αυτήν, κακομαθημένους από τις ανέσεις. Η χώρα της υποτροπίαζε.
Το άτομο, η κοινωνία, το κράτος. Ανοιχτά ζητήματα. Η ελευθερία, η ιδιοκτησία, τα όρια. Οι νεκροί κάθε χώρας, και εκείνοι που μόχθησαν για τις επόμενες γενιές έχασκαν αμίλητοι στο νου όσων κάτι είχαν ακούσει για αυτούς, αμίλητοι όπως όλοι οι εκμεταλλευόμενοι άνθρωποι. «Γαμήσου με το εκατομμύριο σου, κουφάλα.
Τράβα γαμήσου με τους γιάπηδες που ήρθες εδώ αναζητώντας να γαμηθείς με εξωτικά θηρία» της είπε γυρνώντας, όσο εκείνη χλόμιαζε όπως χλομιάζουν από το κακό τους τα κακομαθημένα που δεν πετυχαίνουν εκείνο που θέλουν.

(απόσπασμα από το αφήγημα ‘Ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής’ (Nησίδες, 2012))

 

Τα προηγούμενα μέρη της ενότητας ‘έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα’, μπορούν να βρεθούν εδώ:

1, 2, 3

“Τρώω 6 με 8 τοστ την ημέρα” (με διπλό τυρί): Εκεί τον έφτασαν τον Έλληνα (3)

(Aπό αληθινή ιστορία -βγαλμένη από τη ζωή των νέων μεταναστών που τριγυρνούν στην Ευρώπη περίπου σα στο σπίτι τους, δίχως ακόμα να είναι παράνομοι, δίχως ιδιότητες, δίχως χρήματα, δίχως μέλλον, κουβαλώντας αμαρτήματα γονέων, τις συνήθειες της επαρχιώτική οικογένειας, δίχως τη δυνατότητα επιστροφής, λόγο της συνεχιζόμενης καταστροφής κάτω, αλλά και λόγο της κυρίαρχης αφήγησης της “επιτυχίας στο εξωτερικό”, μιας αφήγησης βγαλμένης από τους μύθους που έφτιαξαν τα καθάρματα της Άγριας Δύσης για τους εαυτούς τους, η οποία εξαπλώθηκε με χίλιους δύο τρόπους, έτσι που να σε κάνει να ντρέπεσαι και να ζεις με το τίποτα, για το θεαθήναι. Γνωστά αυτά, όλοι οι μετανάστες τα κάνουν εξάλλου).

Άνθρωποι δίχως ιδιότητες, όλοι.

(Πιέστε στον κάτωθι αριθμό για να διαβάσετε τα μέρη
1 και 2)

“Εκεί τον φτάσανε τον Έλληνα” (2 -συμβάντα)

Κάποια στιγμή ακούστηκε ότι ο Άδωνης Γεωργιάδης είχε περάσει από τα μέρη μας για λίγες ημέρες. Ευτυχώς δεν τον πέτυχα πουθενά. Βέβαια ένας τέτοιος αχρείος δε θα σύχναζε στα μέρη που σύχναζα εγώ. Αν υπάρχει ένα καλό που ζούμε εδώ πάνω, είναι που γλυτώσαμε από τέτοιους κοπρίτες σαν τον Γεωργιάδη που αφθονούν εκεί, δεν είναι δυνατό να τους ανεχτούμε ξανά κοντά μας.

Ο Χ. που τον συνάντησε (λόγο δουλειάς) ήταν ευχαριστημένος (ίσως και αισιόδοξος). “Για εμένα” είπε “είναι ο καλύτερος που πέρασε από εδώ”. “Δεν με ενδιαφέρουν τα πολιτικά” είπε “Κοκκινιά μεγάλωσα, είχαμε την ΚΝΕ και το Μπλόκο, αλλά δεν ασχολούμαι με τα πολιτικά”.

Ένα τσογλάνι είναι” του είπε ο άλλος. “Ναι αλλά όταν είχαν έρθει άλλοι υπουργοί εδώ, δεν γυρνούσαν καν να με χαιρετήσουν όταν τους οδηγούσα στο αεροδρόμιο. Ο μόνος που μου είπε, κάτσε αδελφέ, ήταν αυτός. Κι αυτός ήταν και ο μόνος που πήγε διαβασμένος στις συναντήσεις και ακολούθησε πιστά το πρόγραμμα. Έκανε κι ερωτήσεις και συμμετείχε στις συζητήσεις. Όχι σα τους άλλους”. “Και ποια ήταν η δουλειά που έκανε; Τι παρήγαγε;” “Έχει βουνά η Ελλάδα, έχει νησιά, χάνεται χρήμα τζάμπα. Έχει νοσοκομεία που δεν πατάει ασθενής. Να κόψει τα περιττά θέλει ο άνθρωπος” απάντησε ο Χ (να κάνει τη δουλειά, όπως θα έλεγε και η Άννα Νταλάρα).

Τον έπεισε παριστάνοντας τον φίλο, και κάνοντας παράσταση/προσομοίωση δουλειάς -άσχετο αν παρήγαγε καταστροφή. Ήταν χαμηλό όμως το επίπεδο, αποκρουστικά τα πολιτικά, άθλιοι και οι άλλοι πριν τον Άδωνη, άνοιξαν το δρόμο στο γκεμπελίσκο που κεφαλαιοποίησε την αθλιότητα τους. Ήταν κι αυτός (ο Χ.) ένα αθώο, αγράμματο παιδί από τον Πειραιά.

*

Ένα πρωί έλαβα ένα μήνυμα από αγνώστους στο κάουτσσέρφινγκ. “Γεια σου! Σε παρακαλούμε, φιλοξένησε μας, δεν θα σε ενοχλήσουμε, είσαι Έλληνας, θα μας νιώσεις! Είμαστε και από την ίδια πόλη” Δεν διευκρίνιζαν πόσο ήθελαν να μείνουν. Ήταν όμως προφανές ότι ετοιμάζονταν να μετακομίσουν. Στο προφίλ τους δεν είχαν πολλά, μόλις το είχαν μάλλον ανοίξει. Δε μπορούσε κανείς να καταλάβει και τόσα γι’ αυτούς. Τους απάντησα αρνητικά. Σε ένα δωμάτιο έμενα. Δεν γίνονται έτσι αυτά, σκέφτηκα. Μου έφεραν αμηχανία. Λίγο στο χαβαλέ, λίγο στην απελπισία, λίγο με μια εκβιασμένη οικειότητα, μη γνωρίζοντας κι οι ίδιοι που ακριβώς βρίσκονται και που ετοιμάζονται να πάνε. Άνθρωποι της εποχής τους, δεν μπορούσαν να δουν κάπως σφαιρικά τα πράγματα, λίγο πιο πέρα από αυτήν. Θα χτυπούσε άραγε κανείς μια πόρτα στην Ελλάδα να ζητήσει φιλοξενία;

“Ρώτα αν μπορεί κάποιος φίλος σου να μας φιλοξενήσει. Πως μπορούμε να βρούμε δουλειά εκεί; Κάθε πληροφορία είναι πολύτιμη” απάντησαν αργότερα στεγνά και κάπως επιτακτικά, ρίχνοντας άδεια μάλλον, και ότι πιάσουν.

Μου θύμισαν μια παλιά ιστορία 20 χρόνια πριν,  και μια ταινία που είχα δει δέκα χρόνια πριν, με τίτλο “Έλληνες τουρίστες” (κατά το ρατσιστικό ανέκδοτο “Αλβανοί τουρίστες” που έκανε θραύση στα 1990′ς, ως το πιο σύντομο ανέκδοτο) μια ιστορική αντιστροφή της τότε πραγματικότητας: οι Έλληνες μετανάστευαν μαζικά στην Αλβανία αντί για τους Αλβανούς στην Ελλάδα, λόγο ότι τάχα στον Εμφύλιο νίκησαν οι κομμουνιστές και είχε μπει η χώρα στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Το 1991 έπεσε ο σοσιαλισμός από την Ελλάδα με κινητοποιήσεις του κόσμου, η ταινία έδειχνε και συνεντεύξεις εκείνων που είχαν ρίξει το άγαλμα του Ζαχαριάδη από το Χημείο κι έλεγαν “ποτέ ξανά”. Έλληνες έφυγαν μαζικά για μια καλύτερη ζωή στον καπιταλισμό, σε πλούσιες χώρες σαν την Αλβανία. Εκεί τους μεταχειρίζονταν σα τα ζώα και τους εκμεταλλεύονταν παντού. Ένας βενζινάς έλεγε σ’ έναν Έλληνα που είχε στη δούλεψη του και τον έτρεχε “τι νόμιζες ρε, Ελλάδα είναι εδώ;”

Η ιστορία που μου θύμησαν, συμπεριλαμβάνεται στο παρακάτω κείμενο:

Aύγουστος 27, 2011

Ένας άνθρωπος.

Αποκομμένος. Γνωρίζει οργανικά τις αφηγήσεις της ζωής του. Τις γνωρίζει τόσο καλά που δεν μπορεί καν να τις αρθρώσει. Οι άλλοι δεν βλέπουν καμία αναφορά.

Εκείνος δεν μπορεί να εξηγήσει. Εκείνοι θα μπορούσαν να καταλάβουν, στα μέτρα του ανθρώπινου, την αντιστοιχία. Δε θέλουν όμως. Κλείνουν τα αυτιά.

Για να μπορούν να βρίζουν. Για να μπορούν να εκτονώνονται. Για να μπορούν να δικαιολογούν.

Για να μπορούν να μην κάνουν τίποτα. Για να μπορούν να κατηγορούν. Για να μπορούν να εκμεταλλεύονται. Τον άνθρωπο. Που έρχεται από μακριά. Που έρχεται από παντού. Ο άνθρωπος πρέπει να μιλήσει. Κάποιοι θα καταλάβουν. Κάποιοι, όχι.

Άνθρωποι από παντού τριγυρνούν στα πέρατα της οικουμένης, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Όλος ο πλανήτης είναι η Αμερική (από μια άποψη). Άνθρωποι τριγυρνάνε πασχίζοντας να φτιάξουν νέες ρίζες. Να αναγνωριστεί η αφήγηση τους.

Για την ώρα, τα σημεία αναφοράς τους είναι σβησμένα από την όψη τους, στα μάτια των ξένων, ξένοι σε ξένους, όλοι έγιναν ξένοι.

Όλο και περισσότεροι ωθούνται στο να φύγουν. Ανάγκη και επιθυμίες μπλέκονται. Κοινός παρανομαστής, η έλλειψη: η έλλειψη αυτογνωσίας που θα κρίνει τις ανάγκες, που θα κρίνει τους τόπους, που θα κρίνει τις επιθυμίες. Η έλλειψη του μέτρου που θα σβήσει και κάτι από όλα αυτά.

*

Στο κεμπαμπτζίδικο, στη γωνία των οδών Nørrebrogade και Blågårdsgade (εκεί που πιο παλιά ήταν ποδηλατάδικο) μια παρέα νέων, εναλλακτικών, τρώγανε πίτες όρθιοι, απ’ έξω. Από μακριά, για κάποιον που ήξερε φαινόταν φίλοι, με την ίδια οικειότητα που πρόδιδε σε αυτή την μικρή λεπτομέρεια την αφέλεια και τους τρόπους που έφερναν από εκεί που μόλις είχαν έρθει. Όλα διαφορετικά.

Μπορούσα να φανταστώ μέρος της αφήγησης τους. Υπάρχουν κοινοί τόποι.

Πιο κοντινοί τόποι.

Ανυποψίαστοι, σε αυτή τη χώρα που όλα τα μετράει. Ανήξεροι, με το θράσος του πρωτάρη, με το καλώς εννοούμενο θράσος του νέου που του φαίνονται όλα εύκολα και κατανοητά. Ήρθαν για καλύτεροι ζωή; Ήρθαν για να ξεφύγουν την θλίψη της Ελλάδας; Ήρθαν για να τραβήξουν το όραμα που τους κληροδότησαν οι γονείς τους; Θα ξεφύγουν άραγε από όλα αυτά;

Θυμάμαι τους πρώτους ανθρώπους που από την Αλβανία έφταναν στην Θεσσαλονίκη, κάποιο πρωί την άνοιξη του 1991, πηγαίνοντας σχολείο, να κάθονται έξω από της Αγιά-Σοφιάς τον περίβολο, ξένοι, κουρασμένοι μα με θάρρος.

Τους προσπέρασα ανταλλάζοντας βλέμματα, σα να ανταλλάζαμε κάποιο πρωτόγνωρο θέαμα, εγώ για αυτούς, εκείνοι για εμένα, οι κατατρεγμένοι και ο πολιτισμένος, νόμισα, το δείγμα μια ευνομούμενης, ευρωπαϊκής χώρας, σε κίνηση στην εύρυθμη ρουτίνα της. Τότε ακόμα, τις πρώτες εκείνες εβδομάδες, οι εφημερίδες τους παρουσίαζαν σα θύματα του κομμουνισμού, και με μια άποψη προκαλούσαν τότε στις αρχές την ανέξοδη και αυτάρεσκη «ανθρωπιά» των τηλεθεατών. Ήταν το άλλοθι που έλεγε το πόσο καλά είμαστε εμείς εδώ και πόσο ευχαριστημένοι πρέπει να είμαστε κτλ. Λίγο αργότερα, οι Αλβανοί έγιναν ανέκδοτο, εγκληματίες. «Αλβανός σκότωσε Βορειοηπειρώτη» ήταν ένας συνήθης τίτλος εκείνη την εποχή. Ήταν και η περίπτωση εκείνου του ζευγαριού που είχε φέρει ο παπάς στην εκκλησία, στο προαύλιο της οποίας –ελλείψη ελεύθερων χώρων στο πνιγμένο κέντρο της πόλης- που έπαιζε ο αδελφός μου. Εκείνο το ζευγάρι λοιπόν ζητούσε μανιωδώς βοήθεια, γιατί δεν υπήρχε τίποτα γι’ αυτούς στην πόλη εκείνη.

Έπιασαν το λοιπόν τα παιδία, τον αδελφό μου και ένα φιλαράκι του, με το οποίο έπαιζαν μαζί στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Ζήτησαν από τα μικρά παιδία βοήθεια, να τους πάνε στα σπίτια τους, και δεν τα άφηναν. Έτσι σε λίγο πήραν το δρόμο για το σπίτι μας, δύο τετράγωνα μόνο απόσταση. Η μάνα μας μέσα θα μαγείρευε. Ανοίγοντας ανυποψίαστη την πόρτα και βλέποντας τον μικρό στην αθωότητα του μαζί με δύο ξένους, τον τράβηξε από μητρικό ίσως ένστικτο μέσα και πρόφτασε να τους κλείσει την πόρτα. Αυτοί από έξω χτυπούσαν. Δεν μπορώ να σας φιλοξενήσω έτσι, αποκρίνονταν η μάνα. Θα κοιμηθούμε στη σκάλα, έλεγαν αυτοί, έξω. Και το τροπάριο αυτό το αδιέξοδο τραβούσε για ώρα. Κάποια στιγμή βγήκε ο «δίπλα». Εκ των υστέρων μάθαμε ότι κοντοστεκόταν όπως συνήθιζε, πίσω από την πόρτα, στην ασφαλή μεριά του εσωτερικού του σπιτιού του και άκουγε τι γινόταν. Έκανε έξοδο σα δράκος, με βρυχηθμούς και φωνές για «αστυνομία!». Έντρομοι εκείνοι έφυγαν αμέσως, αφήνοντας κατά μέρος κάθε διαπραγμάτευση. Ο γείτονας τότε γύρισε στην μάνα μου: «τι τους κρατάς» ρώτησε αγριεμένος σα προϊστάμενος της, ή σα δάσκαλος. Κάτι πήγε να πει εκείνη ότι δεν ήξερε, ότι δεν είχε ξανατύχει, ότι φοβήθηκε. «Έχουμε και παιδιά!» ξεφώνησε εκείνος τότε αποφασιστικά, «έχουμε περιουσίες!» Έπειτα έκλεισε την πόρτα πίσω του, επιστρέφοντας στο ασφαλές βασίλειο που διοικούσε.

Όσο για εκείνους τους -ποιός να ξέρει τι ήταν ακριβώς- εκείνους τους απελπισμένους, δεν ξανακούσαμε. Ούτε ο αδελφός μου τους ξαναείδε εκεί που έπαιζε, στο προαύλιο της εκκλησίας.

Κανείς δεν έμαθε την αφήγηση τους. Μόνο μέρος της.

Μια στιγμή στις χειρότερες τους.

Αυτοί βέβαια που τώρα έφτασαν εδώ, δεν είναι σαν εκείνους. Δεν είναι απελπισμένοι, δεν έφτασαν με τα πόδια δίχως χαρτιά, δεν τους κυριεύει ο πανικός μιας μεγαλούπολης όπου όλα είναι ακατανόητα, όπου οι άνθρωποι έχουν χάσει τη σημασία τους, όπου δεν υπάρχουν σημεία τομείς με τους άλλους. Οι γονείς τους μπορούν και πληρώνουν, ενώ οι ίδιοι έχουν απαιτήσεις, νομίζουν ότι τους δέχονται ισότιμα σαν Ευρωπαίους εδώ πάνω. Χρειάζονται ακόμα χρόνια για να φύγουμε όπως έφευγαν οι παππούδες. Είναι και εκείνοι κάτω, κάποιοι, που δεν έχουν τη δυνατότητα να φύγουν. Κάποιοι που φοβούνται να φύγουν επίσης. Ίσως εκεί να πηγαίνουμε κι εμείς. Αν προλάβουμε να φτάσουμε βέβαια, τώρα που άνοιξαν οι ασκοί των Αιολών.

Είμαστε μόνο στην αρχή. Κάτι που δεν μπορούμε να συλλάβουμε πλήρως.

υ.γ. Προσπάθησα να θέσω τις πραγματικές διαστάσεις της κοινότοπης φράσης που χρησιμοποίησα για τίτλο. Η φράση είναι εξάλλου λάθος -το εξηγώ παρακάτω αυτό. Πως κατάντησε ο άνθρωπος είναι ο σωστότερος τίτλος, αν θέλουμε να μιλήσουμε για επίπεδο.

 υ.γ. 2. Η τελευταία εξιστόρηση δημοσιεύτηκε στα “ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής”.  

“Έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα” (1 -η θεωρία).

Aφηγηματικά σχήματα σε κρίση: “Έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα” (μαζί με άλλες χοντρές κουβέντες, υποκριτικές σαχλαμάρες).

Μια τάχα γεμάτη φράση, που υποτίθεται ότι εκφράζει κάποια γενική αγανάκτηση των καιρών. Με τρόπο όμως φαύλο και σκοταδιστικό. Έτσι που να θυμίζει όλα τα κακώς κείμενα της προ κρίσης εποχής – που πια φαντάζει ιδεατή ενώ ποτέ δεν ήταν. Μια φράση σκαλωμένη. Υπενθυμίζει μόνο σε κάποιους την πνευματική φτώχεια που φέρει (βασικό) μερίδιο ευθύνης για τα δεινά που μαστίζουν τους ανθρώπους. Τη φτώχεια που κάνει τους ανθρώπους να τρομοκρατούνται από τις κινδυνολογίες και τις κούφιες απειλές της εξουσίας. Τη φτώχεια που κάνει τους ανθρώπους να δέχονται αμαχητί τις θανατικές καταδίκες που τους παραδίδονται γραφειοκρατικά. Ή την πνευματική φτώχεια των πολλών που ξεπλένει τέρατα σαν τον Άδωνη Γεωργιάδη, καθιστώντας τα ρυθμιστές του δημόσιου λόγου, επιφορτισμένα με το έργο της διάνοιξης του δρόμου για την εγκαθίδρυση των τύραννων. Την πνευματική φτώχεια που εμποδίζει τους ανθρώπους να διακρίνουν τα τέρατα, που μαζί με κάποια δόση υλικής εξαχρείωσης, κάνει ανθρώπους να ταυτίζονται με ανθρωπόμορφα κτήνη, αιμοδιψή, εγωπαθή.

Πως “έτσι” δηλαδή; Δεν διευκρινίζεται, εννοείται. Θα μας πουν με στόμφο: “τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται”. Επίσης, ποιοί “τον καταντήσανε”; Κι αυτό υποτίθεται ότι “εννοείται”. Και τι τελικά σημαίνει κατάντημα; «Προφανώς» εννοείται. Ή και, ποιός είναι “ο Έλληνας”; Κι αυτό είναι, υποτίθεται, πασιφανές (στους “Έλληνες”). Μια περιεκτική φράση που ξεχειλίζει από λεβεντοχωριατιά, κομπορρημοσύνη και πρωτόλειο καημό, τον σάπιο καημό που αναβλύζει στις ταβέρνες της επικράτειας.

Είναι μια φράση συναινετική. Ενώνει όλους “τους Έλληνες”. Δεν εξηγεί, καταφάσκει. Επιβεβαιώνει, ανεξαρτήτως –φαινομενικά- τοποθετήσεων. Είναι μια φράση -συμπέρασμα που μπλοκάρει τόσο τη σκέψη όσο και τη δράση. Είναι μια από τις φράσεις που επιμένουν να καλλιεργούν την αδυναμία, τη διάλυση της σκέψης, του στοχασμού πάνω στα κοινά, τα οποία έχουν σήμερα γίνει αναπόσπαστο μέρος της ιδιωτικότητας, με τις εξατομικεύσεις που η εξουσία επιχειρεί όσο κατασκευάζει τις (κτηνώδεις) νέες θεσμίσεις για την μετά-κρίση κανονικότητα.

Στη φράση “έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα” συμπυκνώνονται όλες oι αντιφάσεις που περιέχουν προτάσεις που θέλουν να κλείσουν ερωτήματα, παρά να τα ανοίξουν. Έστω κι αν η εποχή είναι κατάλληλη για ερωτήσεις εφ όλης της ύλης, έστω και αν όλα τα θέματα έχουν ανοίξει – σε πείσμα όσων αρνούνται τις πιθανότητες των καιρών – επιμένοντας σε μονόδρομους που επενδύουν με ιατρικούς και θεολογικούς δογματισμούς. Έστω κι αν ισχυρίζονται ότι τις στείρες αρνήσεις τις εκφράζουν όσοι καταφάσκουν στη ζωή και αρνούνται την καταστροφή που επιβάλλουν με θρησκευτική πίστη, έστω κι αν Αδώνιδες ψευδολογούν ότι τη στείρα άρνηση την εκφράζουν όσοι αναγνωρίζουν κι αποστρέφονται την αποκρουστικότητα της πραγματικότητας που οι δογματισμοί του κεφαλαίου παράγουν. Οι μηδενιστές και οι στείροι αρνητές, είναι όσοι υποστηρίζουν με κάθε δύναμη τα μέτρα που οργανώνουν την έλευση του θανάτου, πίσω από τους εξορθολογισμούς που χρειάζεται η κρίση τους. Την τυραννία που κρυφά προκρίνει το θάνατο, ως τη μόνη διέξοδο για τους πολλούς.

Αυτοί που αρθρώνουν φράσεις όπως η προηγούμενη, μπορούν επίσης να ισχυριστούν τα πάντα, εν είδη ποιητικής αδείας: η κενότητα περιεχομένου μπορεί να συνδέσει πράγματα αντιφατικά. Μπορεί για παράδειγμα να ισχυριστεί κανείς ότι έτσι τον κατάντησαν τον Έλληνα “οι πολιτικοί”, “η Τρόικα”, “τα λαμόγια”, “η αριστερά και οι ελληνόφωνοι που υποστηρίζουν τους μετανάστες”, “η λέσχη (μπόντι) μπίλντερμπεργκ”, “ο Σόρος”, “οι αναρχοσυριζαίοι”, “οι τεμπέληδες δημόσιοι υπάλληλοι”, μαζί. Μπορούν επίσης να πουν ότι αν δούλευε ο Έλληνας τώρα “δε θα ήταν εδώ”, αλλά “τον έμαθαν να μη δουλεύει και να ζει με δανεικά”, να “κοροϊδεύει την Ευρώπη” κτλ. Η αποσύνδεση του λόγου από το νόημα και η αδυναμία στοχασμού πάνω στην εμπειρική πραγματικότητα που φέρει η άρνηση των αντιφάσεων της πραγματικότητας (μιας τέτοιας πραγματικότητας μάλιστα όπως η σημερινή), ανοίγει το δρόμο στην ασυδοσία ενός πληθωρικού μα φτωχού, μη-λόγου που μόνο εντείνει τη σύγχιση.

Οι κενού περιεχομένου, γεμάτες στερεότυπα ερμηνείες της κρίσης, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρων στον δημόσιο λόγο της κρίσης και των ευθυνών της, ευθύνες οι οποίες χρεώθηκαν στους πολλούς με τα λίγα. Μέσα σε αυτό το στενό και φτηνό πλαίσιο ερμηνείας της κρίσης και της εποχής μας, η διέξοδος που δόθηκε στους πολλούς με τα λιγότερα, ήταν αυτή του μνησίκακου και κενολόγου εθνικισμού, μέρους του οποίου είναι και φράσεις/συμπεράσματα του στυλ “έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα”, ανθρώπων που γυρνούν την πλάτη, “με τον τρόπο των ανθρώπων που θέλουν να μείνουν μόνοι με το γέλιο τους” (Φρανς Κάφκα, παράτα τα!).