“Πάνε αυτά που ξέρεις” -“το ποτάμι” και οι οπαδοί του στα πανηγύρια

Παραμονή δεκαπενταύγουστου στη Νίσυρο, στο πανηγύρι της Παναγίας της Σπηλιώτισσας, κι ενώ βλέπαμε τον κόσμο να χορεύει, διαπιστώνω να με κοιτάζει έντονα -με τρόπο επιδεικτικό κι υποτίθεται, εξεταστικό, ψαρωτικό δηλαδή (αν έπιανε βέβαια)- με περίσσιο θράσος, ένας κοντός, μελαχρινός με μουστάκι και κοκκάλινο γυαλί μυωπίας, ηλικίας άνω των 40.

Μη θέλοντας να δώσω σημασία, συνέχισα να κοιτάζω το χορό, δείχνοντας όμως δυσφορία. Εκείνος συνέχισε, ακόμα πιο σίγουρος όταν κατάλαβε ότι τον αντιλήφθηκα. Με πλησίασε και με μια προκλητική (στο ψαρωτικό υποτίθεται στυλ) απαξίωση στην (αστεία) του μούρη, ρώτησε: “τι ψηφίζεις;”

Η αήττητη βλακεία, το απύθμενο θράσος, η διεθνής της μαλακίας στην εξουσία, οι νεοφιλελέ ελληνάρες σαν τους λογής-λογής Τζήμερους -αυτή η απομίμηση του μοντέρνου και της δύσης από το ημιμαθές, κομπλεξικό αποικιοκρατούμενο υποκείμενο, η εργαλειακή λογική, οι κατουρημενες ποδίες που έτρωγαν παξιμάδια από σκατό, η χυδαιότητα της ελεύθερης οικονομίας, με μπλόκαραν και πάλι, στο πρόσωπο ενός βλάκα. Αυτός ήταν ο τύπος ανθρώπου που είχαν φτιάξει, κι αυτόν παρουσίαζαν ως εναλλακτική για να διατηρηθεί η αθλιότητα και όσο το δυνατό περισσότερο, να εμβαθυνθεί.

Δεν είχα χρόνο να τα λύσω και να τα αναπτύξω θεωρητικά όλα αυτά βέβαια. Κι ούτε θα έπιανε αυτού του είδους η κριτική ανάλυση, εξηγώντας του τι λέει. Επίσης, ήταν και το πανηγύρι και δεν ήθελα να κάνω σαματά -προφανώς σα γνήσιος θρασύδειλος, πόνταρε κι εκεί. Γιατί δε ρωτάει κανείς τέτοια, αφορούν ζητήματα για τα οποία λίγες μόνο δεκαετίες πριν είχε σκοτωθεί κόσμος σε αυτή τη χώρα πάνω σε τέτοιες ερωτήσεις.

-Τι σε νοιάζει; τον ρώτησα.

-Με νοιάζει, απάντησε ξερά, σα να είχε εξουσία στο χώρο να ρωτάει ότι θέλει.

-Να μη σε νοιάζει, του είπα κάπως αδιάφορα.

-Καλά να πάθεις! φώναξε τότε, με αποκαλυψιακή σιγουριά, συνεχίζοντας να ρίχνει άδεια μήπως και πιάσει γεμάτα.

Τι να εννοούσε άραγε; Προφανώς θα είχε κάποιο μέσο όρο στο νου του, στον οποίο θα θεώρησε ότι ανήκα, δίχως να με γνωρίζει. Με τον τρόπο του λοιπόν κατήγγειλε κι αυτός την Ελλάδα, στηλιτεύοντας τα κακώς κείμενα του τόπου (δίχως να καταλαβαίνει ότι ο ίδιος ήταν ένα από αυτά, μια από τις χειρότερες εκφράσεις του τόπου και της εποχής).

Κατήγγειλε λοιπον κι αυτός με τον τρόπο του τα χάλια της Ελλάδας που προφανώς τον είχαν καθηλώσει και με τη σωρρευτική τους δύναμη τον είχαν καταστείλει μέσα από το ανεπάλληλο βίωμα της ματαίωσης. Θα ήταν από τους ανθρώπους που θα έλεγε “ξέρεις ποιός είμαι εγώ” ή “στη Γερμανία αν δεν έχεις εισητήριο πρώτοι οι επιβάτες θα σε καταγγείλουν” και άλλα παρόμοια κομπλεξικά, όσων θαμπώνονται από την επιφάνεια των πραγμάτων και το μόνο που τους νοιάζει είναι η δυνατότητα να ρολάρουν όλα σα καλοκουρδισμένα μηχανήματα. Τόσο πρωτόγονος, κι όμως θα νόμιζε ότι ήταν εκλεπτυσμένος, “πεφωτισμένος”.

Το είδος της αφύπνισης που του έφερε η κρίση και κυρίως, η δημοσιότητα της κρίσης, είχε τη μορφή της διόγκωσης του εγωισμού του, δίνοντας του χώρο για περισσότερο θράσος και καταγγελία, “επιτέλους” προκειμένου να αλλάξει κάτι στον τόπο αυτό. Κεφαλοποίησε λοιπόν κι αυτός την κρίση, προκειμένου να προβάλλει το όραμα που τον άρεσε περισσότερο, και την δική του παρουσία στα πράγματα. Ο μόνος, ο πραγματικός φταίχτης, ήταν (και) γι’ αυτόν το άτομο, “ο Έλληνας”. Το πραγματικό βάθος ήταν αυτό κατά την αντίληψη του. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο, ούτε κοινωνία, ούτε ιστορία, ούτε γεωγραφία, ούτε θέσεις ισχύος και ανισότητα. Το να μιλάς για συστήματα ήταν κάτι παρωχημένο, προφανώς επειδή δεν είχε ανοίξει κάνα βιβλίο για να καταλάβει τη διαφορά ατόμου-κοινωνίας και όλα τριγύρω του συνηγορούσαν στην εξατομικευμένη αντίληψη των πραγμάτων, στην εγωκεντρική, την εγωπαθή αντίληψη των πραγμάτων. Κι έτσι αναπαρήγαγε τις πιο αντιδραστικές κοινοτοπίες των ημιμαθών και των καλοπερασάκηδων, ξανασέρβιρε όσα έλεγε το σύστημα για την κριση, σε μοντέρνα συσκευασία “Σταύρου”. Ίσως και να θεωρούσε ότι έκανε το χρέος του απέναντι στην Ευρώπη και ότι το αόρατο κοινό-κριτών Ευρωπαίων στο οποίο θα ήταν υπόλογος, θα τον χειροκροτούσε, έστω κι αν η εμφάνιση του και μόνο θα ήταν αρκετή για να απαξιωθεί από τον μέσο Ευρωπαϊκό ρατσισμό.

-Εσύ τι ψηφίζεις, τον ρώτησα τότε.

-Εμάς μας πήρε το Ποτάμι, είπε τότε ήρεμα, θέλοντας επιτέλους να μιλήσει για τον εαυτό του και να πει αυτό που εξαρχής είχε στο νου του. Ξεκίνησε να μιλάει ήπια, θέλοντας να παρουσιάσει, να μοιραστεί ίσως, κάτι σημαντικό.

Στο άκουσμα αυτών των λέξεων, ξέσπασα σε ασυγκράτητο γέλιο. “Εσύ καλά να πάθεις” του αντέτεινα, “γι’ αυτό και λες τέτοιες μαλακίες”.

Μαζεύτηκε τότε σα μπάμπουρας, γυρνώντας κατά 3/4 την πλάτη. Του κόπηκε η φωνή σα να μην περίμενε τέτοια αντίδραση.

“Να είσαι πιο ευγενικός ρε!” του είπα επιπλέον “όταν μιλάς σε αγνώστους”. Πόσο εύκολα τον κατέλαβε η εντροπία. Κατάλαβε ίσως πως ο Σταύρος Θεοδωράκης δεν ήταν και τόσο αρεστός όσο νόμιζε. Ή, πως ο Θεοδωρακίστικος τρόπος που επιχείρησε να πουλήσει το προϊόν -κόμμα με τις μπαγιάτικες και φλώρικες ιδέες και πρόσωπα, δεν είχε αποδώσει, παρά τις ψευδοαμεσότητες, και τις ψευδοκαταγγελιες.

Τι να ήταν άραγε; Ένας κακομοίρης που έψαχνε τρόπους να την πέσει στη Νίσυρο; Ένας μικροαστός που είδε τάχα το φως στην αδυναμία του να καταλάβει τι συμβαίνει στην Ελλάδα της κρίσης δίχως να βουτήξει στα βαθιά, με μόνες κατηγορίες όσα του έδινε η popular culture (εξού κι ο Σταύρος Θεοδωράκης), ένα κομματικό μέλος που έψαχνε να φτιάξει κίνημα; Ίσως κάτι από όλα αυτά.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s