Fin de Copenhague

20150314_161349

 Κοπεγχάγη. «Ο ορίζοντας» La fin de Copenhague1 Eξόριστος πολλά χρόνια. Όταν τότε ήταν επιλογή. Μια επιλογή που κλείνει στη συνήθεια μα και σε γεγονότα εκτός ελέγχου. Μια επιλογή που γίνεται δυσκολότερη: το να φύγω. Κάποτε υπήρξαμε εδώ. Αλλάξαμε εδώ. Συναντηθήκαμε εδώ. Αποχαιρετιστήκαμε εδώ. Ξανανταμώσαμε εδώ. Τραβήξαμε γι’ αλλού, από εδώ. Συνεχίζουμε, εδώ, έστω και αν άλλοι φεύγουν. Έστω και να σε στοιχειώνουν όλα τα χρώματα και οι σκιές που θυμίζουν τη Φθινοπωρινή Σονάτα2 και τα έργα του Μunch, και πάνω από όλα, η ασήκωτη, απατηλή, θλιμμένη ομορφιά των τόπων αυτών: η κριτική πρέπει να γίνει από επιλογή, αλλιώτικα ποτέ δεν θα ξεφύγεις. Πρέπει να θέσεις τα σωστά ερωτήματα, για να σηκωθείς ξανά. «Τι κάνω εδώ;» Η ερώτηση που επιστρέφει μονίμως, διαλύοντας το παρελθόν το ίδιο, που αποδεικνύεται σαθρό και ανεύθυνο, σα να βρέθηκε επιτέλους το μέτρο για την κρίση των πραγμάτων και την αποτίμηση της ζωής έως τώρα με σκοπό την χάραξη πλεύσης, ξανά. Άνθρωποι έξω τριγυρνούν στο χιόνι, βιαστικοί, κάθε πρωί όλοι τρέχουν. Παρά τις εντάσεις των αυξημένων απαιτήσεων, μια ηρεμία βασιλεύει εξωτερικά και οι άνθρωποι γνωρίζουν να λύνουν τις διαφορές τους συζητώντας λογικά. Έτσι θέλουν να ζήσουν, λένε και δεν καταλαβαίνουν τα αίματα που είναι έτοιμα να χυθούν κάπου αλλού, στο όνομα της αδικίας. Ο θάνατος είναι η μόνη παράδοξη σιγουριά, γιατί να τον επισπεύσουμε; Γιατί να μην ζήσουμε; Γιατί, ενώ υπάρχει χώρος για όλους; Κι ενώ ξεκινούν με τις σωστές ερωτήσεις, γυρνούν έπειτα αδιάφορα την πλάτη, βέβαιοι πως οι άλλοι έκαναν λάθος, πως οι άλλοι ήταν λάθος εξ αρχής. Δεν μπορούν να δουν ότι η ευμάρεια τους βασίζεται στον πόνο κάποιων άλλων, όταν οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να είναι καταναλωτές, σκλάβοι, ή κάτοικοι μιας έρημης γης – για χάρη χωρών σαν και αυτής. Εδώ όσοι βρίσκονται στην κορυφή γι’ αντάλλαγμα τους επέτρεψαν στο πλήθος καλούς μισθούς και καλές συνθήκες, ώστε ν’ αναπτυχθούν ατομικότητες. Εκλεπτυσμένη βαρβαρότητα: εδώ αποστειρώνουν, ενώ στην Ελλάδα γκρεμίζουν. Το σπίτι στην γειτονιά –κέντρο απόκεντρο, ένα δωμάτιο, μια κάμαρη, άδειο, τόσο άδειο που δεν μπορούσε κανείς να κρύψει τίποτα. Πέντε χρόνια ακίνητα, γλιστρούν στους γύψινους διακόσμους, ξανά και ξανά, απρόβλεπτα, προβλέψιμα, ξανά και ξανά. Που να βρίσκεται τώρα εκείνη η ζωή, ένα κομμάτι, ένα ακόμα τέλος, δεν έχει τόσο σημασία, δεν χρειάζεται φόρτιση και κανένας επικήδειος, κανένα κύκνειο άσμα, απλά να φύγεις και να κλείσεις την πόρτα ανοίγοντας μια άλλη. Δεν υπάρχουν φαντάσματα, ο δρόμος είχε γνωρίσει πολλούς ενοίκους, πολλούς ακόμα περαστικούς, στα εκατό και τόσο χρόνια ύπαρξης του και μαζί με αυτούς ήταν κι εκείνος ξανά, ενώνονταν μαζί τους, με την ανυπαρξία τους, ντυμένη από αυτόν σε μια μορφής ματαιόδοξη συνείδηση που τάχα τους αναγνώριζε με οδηγία το υστερόγραφο του ιδανικού αυτόχειρα ποιητή: «Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!!»3 Η πόλη είχε συχνά αποκαλυφθεί σε σημείο αποκρουστικό, χώρια δε αφιλόξενο. H πόλη αυτοκτονούσε κάθε βράδυ πνιγμένη στα αβαθή αδιέξοδα της, ανοίγοντας δρόμο για συμφορές, σε όλους τους απροετοίμαστους, την ιστορική πλειοψηφία της εποχής. Πέθαινε στους μικρούς ανεπαίσθητους θανάτους που βίωναν οι κάτοικοι της καθένας ξεχωριστά, όπως το συνηθίζουν στον παγερό Βορρά. Και πραγματικά, παρά την τάξη, παρά τις ομορφιές, δεν υπήρξε ούτε ένας άνθρωπος εκεί που να συνάντησε και να του έκανε την εντύπωση που του έκανε η πόλη και ο μύθος που έσερνε στα πέρατα μακριά της. Δεν είχε ανθρώπους αντάξιους της που να ζουν εκεί και έπλεε σαν καράβι των μετρίων, λες και τα ιδεατά που πάσχισαν να φτιάξουν –και που πραγματικά κατάφεραν καλύτερα από οπουδήποτε αλλού- ήταν συνάμα καταδίκη. Άνθρωποι πνίγονταν στις πολλές επιλογές που άφηνε η πόλη, στις πολλές επιλογές εδώ στο τέλος του ορίζοντα, όλων όσων υπόσχονταν η εποχή μας, η ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός της ιστορικής μας στιγμής. Εδώ οι άνθρωποι δεν είχαν τόσο ισχυρά δεσίματα, προπαγάνδιζαν, εδώ οι γέροι κλείνονταν σε οίκους ευγηρίας, εδώ οι νέοι ταξίδευαν, εδώ ο έρωτας ήταν εύκολος. Στις πόλεις εδώ στον ορίζοντα, οι άνθρωποι δεν κλείνονταν στις σχέσεις, δεν του τυραννούσαν οι κατάρες και τα πάθη των γέρων τους. Εδώ είχαν στυλ σε κάθε στιγμή, εδώ το μάτι ήταν προπονημένο στις λεπτομέρειες. Εδώ τα είχαν καταλάβει «όλα». Εδώ όλα ήταν εύκολα. Εδώ οι άνθρωποι δεν έμεναν στάσιμοι, εδώ τίποτα δεν έμενε στάσιμο. Κι όμως εδώ οι «επιλογές» για τη ζωή και το διαρκές κυνήγι τους, σε βύθιζαν στην αναποφασιστικότητα, στον εφησυχασμό, στην κοινωνική φοβία. Εδώ οι «επιλογές» δεν σου άφηναν χώρο να τελειώσεις κάτι ή να καταπιαστείς, να ταυτιστείς και να αφοσιωθείς με κάτι (πέραν του ασαφούς πεδίου του «εαυτού»). Εδώ οι επιλογές «για όλους» έκαναν όλους δορυφόρους σε ελλειπτικές, προσωπικές τροχιές που σπάνια συναντιούνταν. Παρά τις καλές προθέσεις, εδώ έγινε μια πόλη που για πάντα θα σε θεωρεί ξένο και που πάντα θα σε μετράει, αυτό ήταν το τίμημα όλων αυτού του είδους των επιλογών. Γιατί αυτού του είδους οι επιλογές δεν ήταν οι μόνες. Ήταν μόνο οι επιλογές εκείνου του ορίζοντα. Πίσω από τα χαμόγελα, πίσω από την προθυμία, υπάρχει η αδυσώπητη εμμονή του ελέγχου, η δικτατορία της υπεροχής, το κυνήγι μικρών, ασήμαντων ανταγωνισμών που μαστίζουν πάντα εκείνους που έχουν, τα πλουσιόπαιδα του σχολείου κάποτε, μαζεμένα, ξαναγυρνούν σε μια αιώνια παρατεταμένη εποχή, την εποχή του εαυτού, την εποχή του νάρκισσου, εδώ, πίσω, παντού τοίχοι, και λίγοι διέξοδοι, προπάντων, λίγοι τρόποι για να μάθεις ότι είσαι ξένος. Βαδίζοντας ανάμεσα σε ψευδαισθήσεις ανεκτικότητας, ανάμεσα σε εκείνους που σε θέλουν πίσω τους για να μην υψωθεί ποτέ το επίπεδο, το δικό σου, το δικό τους, θα σου κρύβουν πάντα αυτό που είναι μπροστά στα μάτια σου, κάθε φορά που γυρνάς μόνος, κάθε φορά που συνειδητοποιείς ότι ζεις όπως όλοι οι ξένοι ανέκαθεν, κάθε φορά που γυρνάς μόνος [ο καλλιτέχνης από εκεί εξάλλου είχε πει, όταν ρωτήθηκε τι σημαίνει να δημιουργείς στην πόλη αυτή: «η Κοπεγχάγη σήμερα βρίσκεται σε μια αντεπαναστατική κατάσταση»]. Τα όμορφα κορίτσια που με τα γυμνά τους πόδια σε μύρια ποδήλατα, κάθε πρωί, σε κάθε γωνιά, ξανά και ξανά, κάθε βράδυ και κάθε απόγευμα, σου τσαλάκωναν την ψυχή, τα κορίτσια που εναπόθεσες τις ελπίδες σου, θα μαραθούν και θα αναγεννηθούν, ξανά και ξανά, και θα τα κυνηγήσουν αγόρια από όλα τα μήκη και τα πλάτη κάθε φορά σαν την πρώτη φορά και θα κάνουν έρωτα στα κορίτσια όπως έκανες κι εσύ, αχόρταγα, αβυσσαλέα, δίχως σταματημό, δίχως να χορτάσουν, θα ελπίσεις, όπως δεν χόρτασες κι εσύ. Ίσως ακόμα να είναι η καλύτερη δυνατή πόλη σε μια εποχή με τόσο χαμηλό ορίζοντα μέτρου σύγκρισης, σε μια εποχή όπου δεν υπάρχει συλλογικό όραμα συλλογικής προόδου, πέραν από ευχολόγια, και λέξεις δίχως αναφορές. Αλίμονο σε όσους δεν βρουν τρόπους, ιδίως σε τέτοια μέρη, που όλοι έχουν εργαλεία και που από μικρή ηλικία μαθαίνουν να ακονίζουν τα μαχαίρια τους, σε τέτοια μέρη που πυκνώνουν μέχρι εκεί που ξεκίνησες, αλίμονο σου. Είναι διαταγή να είσαι χαρούμενος, και αν δεν σου αρέσει πρέπει να φύγεις, μα η ευθύνη πάντα δική σου. (Αλήθεια; Αντιστάσου στις βολικές αφηγήσεις, έστω και αν βρήκες βήμα. Σε γερνάνε. Σε κλείνουν) Στα παλιατζίδικα, βιβλία, κούτες βιβλίων από τα ωραία σπίτια τους όπως φαντάζουν πίσω από τα μεγάλα παράθυρα δίχως πατζούρια, βιβλία ανακατεμένα από πολλούς θανάτους αγνώστων, βιβλία στα αζήτητα, σαν τους αγνώστους των κτηρίων, στις όμορφες γειτονιές με τα ποδήλατα, στις γειτονιές που στροβιλίζουν στο κεφάλι σου βιώνοντας τες στο ποδήλατο, ξανά και ξανά στην αιώνια εποχή μια νιότης. Στο Χαξλεϊκό σύμπαν του λειτουργισμού, της χαράς, του κανιβαλισμού, της τελειότητας, της νιότης. Και της λήξης. Η πόλη έχει γίνει μια φυλακή. Πρέπει να δίνω λόγο για κάθε τι που αφορά την παρουσία μου και τα κίνητρα μου, συνεχώς, σε όλους. Είμαι μονίμως υπόλογος σε κάθε συναναστροφή, στις ίδιες κοινότοπες κι επιτηδευμένες ερωτήσεις, στις ίδιες εξονυχιστικές παρατηρήσεις, για ζητήματα που ποτέ δεν θεώρησα ουσιαστικά – σε ζητήματα ηλίθια, τα οποία ανάγονται στις προκαταλήψεις εκείνων που ρωτάνε, που όλοι τους είναι τόσο αφόρητα ίδιοι. Και δυστυχώς κατάντησαν όλοι αυτοί, οι γνωστοί και οι άγνωστοι, οι μεθυσμένοι φωνακλάδες που καμώνονται τους κοινωνικούς, ή εκείνοι οι γνωστοί που υποδύονται τους φίλους και τους κοσμοπολίτες, να αποτελούν μια γενικευμένη μάζα, μέσα στην ομοιότητα των συμπεριφορών και των λόγων τους, μέσα στην ομοιότητα της άρνησης τους να δουν την πορεία της πόλης τους και των ζωών τους. Η Κοπεγχάγη, αυτή η θλιμμένη μούσα πρώιμων ονείρων, αυτή η κομψή βόρεια θεότητα έγινε ένας αδιέξοδος τόπος, όπου ελάχιστα μπορεί να περιμένει κανείς σαν εμένα. Η Κοπεγχάγη έγινε μια πόλη για λίγους, για εκείνους που καταφέρνουν να θέτουν τα κριτήρια –τα οποία τουλάχιστο στην εποχή που διανύουμε, ευθυγραμμίζονται με τις κυρίαρχες τάσεις της εποχής [στις πιο δύσκολες στιγμές κάποτε έτσι σκεφτόμουν]. Είναι η αλήθεια ότι η πόλη αυτή, που χανόταν κρυμμένη στις ομίχλες, στις βαθιές χειμωνιάτικες νύχτες, που γυμνώνονταν στα μακρά απελευθερωμένα ηλιόλουστα μερόνυχτα του καλοκαιριού και του Μάη, πίεζε για αισιοδοξία. Στα αμέτρητα, όμορφα, πρόσωπα. Πίεζε για μια αισιοδοξία, η οποία όμως δεν είχε κάτι από το ’60 αλλά σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, έδειχνε την προοπτική για κάτι άλλο. Έστω και αν είναι από τις λίγες πόλεις που βρίσκονται σε μια, κινηματογραφική διάθεση που είχε κάτι από nouvelle vague: στυλ, αναζήτηση του έρωτα και του εαυτού (αν και εις μάτην!), αμφιβολία. Τελειότητα. Έστω, επιφανειακά, αλλά καλύτερα από αλλού, έλεγα για να δικαιολογήσω την ύπαρξη μου εκεί και να δώσω ευκαιρίες λες και τάχα έφταιξα μόνο εγώ. Ήταν η αποθέωση της ατομικότητας σε ένα εναλλακτικό του Αμερικάνικου, μοντέλο. Οικολογικό, καλαίσθητο. Με μια βία διαφορετική, ευτυχώς όχι φυσική. Αλλού τα δύο είδη βίας συνυπάρχουν. Εδώ η έντονη αίσθηση του ατόμου προστατεύει από τη φυσική βία, ίσως από φόβο για τις προσωπικές συνέπειες ενός διαξιφισμού. Ίσως να ήρθε η ώρα να το δεχτώ: ηττήθηκα, εισχώρησα στη χώρα των μύθων και δεν μου άρεσε η πεζή της όψη. Κι όμως, σε έναν κόσμο που καταρρέει, οι μύθοι εκείνοι δεν θα είχαν κανένα μέλλον, παρά θα ήταν μια καθαρή πια αντίδραση, ένας αναχρονισμός, μια συντήρηση του κόσμου που μας έφερε ως εδώ, στο χείλος του γκρεμού. Το ερώτημα είναι, τώρα τι; Ένα ερώτημα που δεν τίθεται από όλους. Αλήθεια; Και ο Peter, o Karl, o Rasmus, η Pia, η Sarah, η Marie, και πόσα άλλα παιδιά από εκεί, που ήταν όσο ανθρώπινα είσαι κι εσύ, ή όσο άνθρωπος θα ήθελες να είσαι, ήταν άραγε και όλοι αυτοί το ίδιο, έτσι που τσουβαλιάζεις τα πάντα και τους πάντες, όπως κάνουν όσοι σε κατηγόρησαν κάποτε για όσα δεν ευθύνεσαι, για όσα αγνοούν; Εκεί υπήρξε κι ένας Άσγκερ Γιορν που έστειλε πίσω το βραβείο του Γκουγκενχάιμ το 1964, ένα βραβείο που ο ίδιος δεν ζήτησε ποτέ- γράφοντας σε τηλεγράφημα: GO TO HELL WITH YOUR MONEY BASTARDSTOPREFUSE PRIZESTOPNEVER ASKED FOR ITSTOPAGAINST ALL DECENCY MIX ARTIST AGAINST HIS WILL IN YOUR PUBLICITYSTOPI WANT PUBLIC CONFIRMATION NOT TO HAVE PARTICIPATED IN YOUR RIDICULOUS GAME. Σε έκανε η πίκρα και η ματαίωση μνησίκακο. Ό,τι και αν έγινε, κάνε την εξέγερση σου ξανά, ενάντια στις σταθερές σου, ανοίξου, δεν έφταιγαν μόνο εκείνοι, δεν είναι και τόσο διαφορετικοί, αυτός είναι ο ορίζοντας, παντού.

1 Asger Jorn – Guy Debord
2 Ίνγκμαρ Μπέργκμαν
3 Κωνσταντίνος Καρυωτάκης To παραπάνω κείμενο μαζί με άλλα (κειμενα για πόλεις, φωτογραφικά κολάζ και ποίηματα του Μάνου Νικολάου) εκδόθηκε στο βιβλίο ‘η πόλις φεύγει’ (Εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη, Απρίλης 2013).
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s