“Εκεί τον φτάσανε τον Έλληνα” (2 -συμβάντα)

Κάποια στιγμή ακούστηκε ότι ο Άδωνης Γεωργιάδης είχε περάσει από τα μέρη μας για λίγες ημέρες. Ευτυχώς δεν τον πέτυχα πουθενά. Βέβαια ένας τέτοιος αχρείος δε θα σύχναζε στα μέρη που σύχναζα εγώ. Αν υπάρχει ένα καλό που ζούμε εδώ πάνω, είναι που γλυτώσαμε από τέτοιους κοπρίτες σαν τον Γεωργιάδη που αφθονούν εκεί, δεν είναι δυνατό να τους ανεχτούμε ξανά κοντά μας.

Ο Χ. που τον συνάντησε (λόγο δουλειάς) ήταν ευχαριστημένος (ίσως και αισιόδοξος). “Για εμένα” είπε “είναι ο καλύτερος που πέρασε από εδώ”. “Δεν με ενδιαφέρουν τα πολιτικά” είπε “Κοκκινιά μεγάλωσα, είχαμε την ΚΝΕ και το Μπλόκο, αλλά δεν ασχολούμαι με τα πολιτικά”.

Ένα τσογλάνι είναι” του είπε ο άλλος. “Ναι αλλά όταν είχαν έρθει άλλοι υπουργοί εδώ, δεν γυρνούσαν καν να με χαιρετήσουν όταν τους οδηγούσα στο αεροδρόμιο. Ο μόνος που μου είπε, κάτσε αδελφέ, ήταν αυτός. Κι αυτός ήταν και ο μόνος που πήγε διαβασμένος στις συναντήσεις και ακολούθησε πιστά το πρόγραμμα. Έκανε κι ερωτήσεις και συμμετείχε στις συζητήσεις. Όχι σα τους άλλους”. “Και ποια ήταν η δουλειά που έκανε; Τι παρήγαγε;” “Έχει βουνά η Ελλάδα, έχει νησιά, χάνεται χρήμα τζάμπα. Έχει νοσοκομεία που δεν πατάει ασθενής. Να κόψει τα περιττά θέλει ο άνθρωπος” απάντησε ο Χ (να κάνει τη δουλειά, όπως θα έλεγε και η Άννα Νταλάρα).

Τον έπεισε παριστάνοντας τον φίλο, και κάνοντας παράσταση/προσομοίωση δουλειάς -άσχετο αν παρήγαγε καταστροφή. Ήταν χαμηλό όμως το επίπεδο, αποκρουστικά τα πολιτικά, άθλιοι και οι άλλοι πριν τον Άδωνη, άνοιξαν το δρόμο στο γκεμπελίσκο που κεφαλαιοποίησε την αθλιότητα τους. Ήταν κι αυτός (ο Χ.) ένα αθώο, αγράμματο παιδί από τον Πειραιά.

*

Ένα πρωί έλαβα ένα μήνυμα από αγνώστους στο κάουτσσέρφινγκ. “Γεια σου! Σε παρακαλούμε, φιλοξένησε μας, δεν θα σε ενοχλήσουμε, είσαι Έλληνας, θα μας νιώσεις! Είμαστε και από την ίδια πόλη” Δεν διευκρίνιζαν πόσο ήθελαν να μείνουν. Ήταν όμως προφανές ότι ετοιμάζονταν να μετακομίσουν. Στο προφίλ τους δεν είχαν πολλά, μόλις το είχαν μάλλον ανοίξει. Δε μπορούσε κανείς να καταλάβει και τόσα γι’ αυτούς. Τους απάντησα αρνητικά. Σε ένα δωμάτιο έμενα. Δεν γίνονται έτσι αυτά, σκέφτηκα. Μου έφεραν αμηχανία. Λίγο στο χαβαλέ, λίγο στην απελπισία, λίγο με μια εκβιασμένη οικειότητα, μη γνωρίζοντας κι οι ίδιοι που ακριβώς βρίσκονται και που ετοιμάζονται να πάνε. Άνθρωποι της εποχής τους, δεν μπορούσαν να δουν κάπως σφαιρικά τα πράγματα, λίγο πιο πέρα από αυτήν. Θα χτυπούσε άραγε κανείς μια πόρτα στην Ελλάδα να ζητήσει φιλοξενία;

“Ρώτα αν μπορεί κάποιος φίλος σου να μας φιλοξενήσει. Πως μπορούμε να βρούμε δουλειά εκεί; Κάθε πληροφορία είναι πολύτιμη” απάντησαν αργότερα στεγνά και κάπως επιτακτικά, ρίχνοντας άδεια μάλλον, και ότι πιάσουν.

Μου θύμισαν μια παλιά ιστορία 20 χρόνια πριν,  και μια ταινία που είχα δει δέκα χρόνια πριν, με τίτλο “Έλληνες τουρίστες” (κατά το ρατσιστικό ανέκδοτο “Αλβανοί τουρίστες” που έκανε θραύση στα 1990′ς, ως το πιο σύντομο ανέκδοτο) μια ιστορική αντιστροφή της τότε πραγματικότητας: οι Έλληνες μετανάστευαν μαζικά στην Αλβανία αντί για τους Αλβανούς στην Ελλάδα, λόγο ότι τάχα στον Εμφύλιο νίκησαν οι κομμουνιστές και είχε μπει η χώρα στο σοσιαλιστικό μπλοκ. Το 1991 έπεσε ο σοσιαλισμός από την Ελλάδα με κινητοποιήσεις του κόσμου, η ταινία έδειχνε και συνεντεύξεις εκείνων που είχαν ρίξει το άγαλμα του Ζαχαριάδη από το Χημείο κι έλεγαν “ποτέ ξανά”. Έλληνες έφυγαν μαζικά για μια καλύτερη ζωή στον καπιταλισμό, σε πλούσιες χώρες σαν την Αλβανία. Εκεί τους μεταχειρίζονταν σα τα ζώα και τους εκμεταλλεύονταν παντού. Ένας βενζινάς έλεγε σ’ έναν Έλληνα που είχε στη δούλεψη του και τον έτρεχε “τι νόμιζες ρε, Ελλάδα είναι εδώ;”

Η ιστορία που μου θύμησαν, συμπεριλαμβάνεται στο παρακάτω κείμενο:

Aύγουστος 27, 2011

Ένας άνθρωπος.

Αποκομμένος. Γνωρίζει οργανικά τις αφηγήσεις της ζωής του. Τις γνωρίζει τόσο καλά που δεν μπορεί καν να τις αρθρώσει. Οι άλλοι δεν βλέπουν καμία αναφορά.

Εκείνος δεν μπορεί να εξηγήσει. Εκείνοι θα μπορούσαν να καταλάβουν, στα μέτρα του ανθρώπινου, την αντιστοιχία. Δε θέλουν όμως. Κλείνουν τα αυτιά.

Για να μπορούν να βρίζουν. Για να μπορούν να εκτονώνονται. Για να μπορούν να δικαιολογούν.

Για να μπορούν να μην κάνουν τίποτα. Για να μπορούν να κατηγορούν. Για να μπορούν να εκμεταλλεύονται. Τον άνθρωπο. Που έρχεται από μακριά. Που έρχεται από παντού. Ο άνθρωπος πρέπει να μιλήσει. Κάποιοι θα καταλάβουν. Κάποιοι, όχι.

Άνθρωποι από παντού τριγυρνούν στα πέρατα της οικουμένης, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Όλος ο πλανήτης είναι η Αμερική (από μια άποψη). Άνθρωποι τριγυρνάνε πασχίζοντας να φτιάξουν νέες ρίζες. Να αναγνωριστεί η αφήγηση τους.

Για την ώρα, τα σημεία αναφοράς τους είναι σβησμένα από την όψη τους, στα μάτια των ξένων, ξένοι σε ξένους, όλοι έγιναν ξένοι.

Όλο και περισσότεροι ωθούνται στο να φύγουν. Ανάγκη και επιθυμίες μπλέκονται. Κοινός παρανομαστής, η έλλειψη: η έλλειψη αυτογνωσίας που θα κρίνει τις ανάγκες, που θα κρίνει τους τόπους, που θα κρίνει τις επιθυμίες. Η έλλειψη του μέτρου που θα σβήσει και κάτι από όλα αυτά.

*

Στο κεμπαμπτζίδικο, στη γωνία των οδών Nørrebrogade και Blågårdsgade (εκεί που πιο παλιά ήταν ποδηλατάδικο) μια παρέα νέων, εναλλακτικών, τρώγανε πίτες όρθιοι, απ’ έξω. Από μακριά, για κάποιον που ήξερε φαινόταν φίλοι, με την ίδια οικειότητα που πρόδιδε σε αυτή την μικρή λεπτομέρεια την αφέλεια και τους τρόπους που έφερναν από εκεί που μόλις είχαν έρθει. Όλα διαφορετικά.

Μπορούσα να φανταστώ μέρος της αφήγησης τους. Υπάρχουν κοινοί τόποι.

Πιο κοντινοί τόποι.

Ανυποψίαστοι, σε αυτή τη χώρα που όλα τα μετράει. Ανήξεροι, με το θράσος του πρωτάρη, με το καλώς εννοούμενο θράσος του νέου που του φαίνονται όλα εύκολα και κατανοητά. Ήρθαν για καλύτεροι ζωή; Ήρθαν για να ξεφύγουν την θλίψη της Ελλάδας; Ήρθαν για να τραβήξουν το όραμα που τους κληροδότησαν οι γονείς τους; Θα ξεφύγουν άραγε από όλα αυτά;

Θυμάμαι τους πρώτους ανθρώπους που από την Αλβανία έφταναν στην Θεσσαλονίκη, κάποιο πρωί την άνοιξη του 1991, πηγαίνοντας σχολείο, να κάθονται έξω από της Αγιά-Σοφιάς τον περίβολο, ξένοι, κουρασμένοι μα με θάρρος.

Τους προσπέρασα ανταλλάζοντας βλέμματα, σα να ανταλλάζαμε κάποιο πρωτόγνωρο θέαμα, εγώ για αυτούς, εκείνοι για εμένα, οι κατατρεγμένοι και ο πολιτισμένος, νόμισα, το δείγμα μια ευνομούμενης, ευρωπαϊκής χώρας, σε κίνηση στην εύρυθμη ρουτίνα της. Τότε ακόμα, τις πρώτες εκείνες εβδομάδες, οι εφημερίδες τους παρουσίαζαν σα θύματα του κομμουνισμού, και με μια άποψη προκαλούσαν τότε στις αρχές την ανέξοδη και αυτάρεσκη «ανθρωπιά» των τηλεθεατών. Ήταν το άλλοθι που έλεγε το πόσο καλά είμαστε εμείς εδώ και πόσο ευχαριστημένοι πρέπει να είμαστε κτλ. Λίγο αργότερα, οι Αλβανοί έγιναν ανέκδοτο, εγκληματίες. «Αλβανός σκότωσε Βορειοηπειρώτη» ήταν ένας συνήθης τίτλος εκείνη την εποχή. Ήταν και η περίπτωση εκείνου του ζευγαριού που είχε φέρει ο παπάς στην εκκλησία, στο προαύλιο της οποίας –ελλείψη ελεύθερων χώρων στο πνιγμένο κέντρο της πόλης- που έπαιζε ο αδελφός μου. Εκείνο το ζευγάρι λοιπόν ζητούσε μανιωδώς βοήθεια, γιατί δεν υπήρχε τίποτα γι’ αυτούς στην πόλη εκείνη.

Έπιασαν το λοιπόν τα παιδία, τον αδελφό μου και ένα φιλαράκι του, με το οποίο έπαιζαν μαζί στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Ζήτησαν από τα μικρά παιδία βοήθεια, να τους πάνε στα σπίτια τους, και δεν τα άφηναν. Έτσι σε λίγο πήραν το δρόμο για το σπίτι μας, δύο τετράγωνα μόνο απόσταση. Η μάνα μας μέσα θα μαγείρευε. Ανοίγοντας ανυποψίαστη την πόρτα και βλέποντας τον μικρό στην αθωότητα του μαζί με δύο ξένους, τον τράβηξε από μητρικό ίσως ένστικτο μέσα και πρόφτασε να τους κλείσει την πόρτα. Αυτοί από έξω χτυπούσαν. Δεν μπορώ να σας φιλοξενήσω έτσι, αποκρίνονταν η μάνα. Θα κοιμηθούμε στη σκάλα, έλεγαν αυτοί, έξω. Και το τροπάριο αυτό το αδιέξοδο τραβούσε για ώρα. Κάποια στιγμή βγήκε ο «δίπλα». Εκ των υστέρων μάθαμε ότι κοντοστεκόταν όπως συνήθιζε, πίσω από την πόρτα, στην ασφαλή μεριά του εσωτερικού του σπιτιού του και άκουγε τι γινόταν. Έκανε έξοδο σα δράκος, με βρυχηθμούς και φωνές για «αστυνομία!». Έντρομοι εκείνοι έφυγαν αμέσως, αφήνοντας κατά μέρος κάθε διαπραγμάτευση. Ο γείτονας τότε γύρισε στην μάνα μου: «τι τους κρατάς» ρώτησε αγριεμένος σα προϊστάμενος της, ή σα δάσκαλος. Κάτι πήγε να πει εκείνη ότι δεν ήξερε, ότι δεν είχε ξανατύχει, ότι φοβήθηκε. «Έχουμε και παιδιά!» ξεφώνησε εκείνος τότε αποφασιστικά, «έχουμε περιουσίες!» Έπειτα έκλεισε την πόρτα πίσω του, επιστρέφοντας στο ασφαλές βασίλειο που διοικούσε.

Όσο για εκείνους τους -ποιός να ξέρει τι ήταν ακριβώς- εκείνους τους απελπισμένους, δεν ξανακούσαμε. Ούτε ο αδελφός μου τους ξαναείδε εκεί που έπαιζε, στο προαύλιο της εκκλησίας.

Κανείς δεν έμαθε την αφήγηση τους. Μόνο μέρος της.

Μια στιγμή στις χειρότερες τους.

Αυτοί βέβαια που τώρα έφτασαν εδώ, δεν είναι σαν εκείνους. Δεν είναι απελπισμένοι, δεν έφτασαν με τα πόδια δίχως χαρτιά, δεν τους κυριεύει ο πανικός μιας μεγαλούπολης όπου όλα είναι ακατανόητα, όπου οι άνθρωποι έχουν χάσει τη σημασία τους, όπου δεν υπάρχουν σημεία τομείς με τους άλλους. Οι γονείς τους μπορούν και πληρώνουν, ενώ οι ίδιοι έχουν απαιτήσεις, νομίζουν ότι τους δέχονται ισότιμα σαν Ευρωπαίους εδώ πάνω. Χρειάζονται ακόμα χρόνια για να φύγουμε όπως έφευγαν οι παππούδες. Είναι και εκείνοι κάτω, κάποιοι, που δεν έχουν τη δυνατότητα να φύγουν. Κάποιοι που φοβούνται να φύγουν επίσης. Ίσως εκεί να πηγαίνουμε κι εμείς. Αν προλάβουμε να φτάσουμε βέβαια, τώρα που άνοιξαν οι ασκοί των Αιολών.

Είμαστε μόνο στην αρχή. Κάτι που δεν μπορούμε να συλλάβουμε πλήρως.

υ.γ. Προσπάθησα να θέσω τις πραγματικές διαστάσεις της κοινότοπης φράσης που χρησιμοποίησα για τίτλο. Η φράση είναι εξάλλου λάθος -το εξηγώ παρακάτω αυτό. Πως κατάντησε ο άνθρωπος είναι ο σωστότερος τίτλος, αν θέλουμε να μιλήσουμε για επίπεδο.

 υ.γ. 2. Η τελευταία εξιστόρηση δημοσιεύτηκε στα “ημερολόγια μιας ενδιαφέρουσας εποχής”.  

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s