“Έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα” (1 -η θεωρία).

Aφηγηματικά σχήματα σε κρίση: “Έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα” (μαζί με άλλες χοντρές κουβέντες, υποκριτικές σαχλαμάρες).

Μια τάχα γεμάτη φράση, που υποτίθεται ότι εκφράζει κάποια γενική αγανάκτηση των καιρών. Με τρόπο όμως φαύλο και σκοταδιστικό. Έτσι που να θυμίζει όλα τα κακώς κείμενα της προ κρίσης εποχής – που πια φαντάζει ιδεατή ενώ ποτέ δεν ήταν. Μια φράση σκαλωμένη. Υπενθυμίζει μόνο σε κάποιους την πνευματική φτώχεια που φέρει (βασικό) μερίδιο ευθύνης για τα δεινά που μαστίζουν τους ανθρώπους. Τη φτώχεια που κάνει τους ανθρώπους να τρομοκρατούνται από τις κινδυνολογίες και τις κούφιες απειλές της εξουσίας. Τη φτώχεια που κάνει τους ανθρώπους να δέχονται αμαχητί τις θανατικές καταδίκες που τους παραδίδονται γραφειοκρατικά. Ή την πνευματική φτώχεια των πολλών που ξεπλένει τέρατα σαν τον Άδωνη Γεωργιάδη, καθιστώντας τα ρυθμιστές του δημόσιου λόγου, επιφορτισμένα με το έργο της διάνοιξης του δρόμου για την εγκαθίδρυση των τύραννων. Την πνευματική φτώχεια που εμποδίζει τους ανθρώπους να διακρίνουν τα τέρατα, που μαζί με κάποια δόση υλικής εξαχρείωσης, κάνει ανθρώπους να ταυτίζονται με ανθρωπόμορφα κτήνη, αιμοδιψή, εγωπαθή.

Πως “έτσι” δηλαδή; Δεν διευκρινίζεται, εννοείται. Θα μας πουν με στόμφο: “τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται”. Επίσης, ποιοί “τον καταντήσανε”; Κι αυτό υποτίθεται ότι “εννοείται”. Και τι τελικά σημαίνει κατάντημα; «Προφανώς» εννοείται. Ή και, ποιός είναι “ο Έλληνας”; Κι αυτό είναι, υποτίθεται, πασιφανές (στους “Έλληνες”). Μια περιεκτική φράση που ξεχειλίζει από λεβεντοχωριατιά, κομπορρημοσύνη και πρωτόλειο καημό, τον σάπιο καημό που αναβλύζει στις ταβέρνες της επικράτειας.

Είναι μια φράση συναινετική. Ενώνει όλους “τους Έλληνες”. Δεν εξηγεί, καταφάσκει. Επιβεβαιώνει, ανεξαρτήτως –φαινομενικά- τοποθετήσεων. Είναι μια φράση -συμπέρασμα που μπλοκάρει τόσο τη σκέψη όσο και τη δράση. Είναι μια από τις φράσεις που επιμένουν να καλλιεργούν την αδυναμία, τη διάλυση της σκέψης, του στοχασμού πάνω στα κοινά, τα οποία έχουν σήμερα γίνει αναπόσπαστο μέρος της ιδιωτικότητας, με τις εξατομικεύσεις που η εξουσία επιχειρεί όσο κατασκευάζει τις (κτηνώδεις) νέες θεσμίσεις για την μετά-κρίση κανονικότητα.

Στη φράση “έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα” συμπυκνώνονται όλες oι αντιφάσεις που περιέχουν προτάσεις που θέλουν να κλείσουν ερωτήματα, παρά να τα ανοίξουν. Έστω κι αν η εποχή είναι κατάλληλη για ερωτήσεις εφ όλης της ύλης, έστω και αν όλα τα θέματα έχουν ανοίξει – σε πείσμα όσων αρνούνται τις πιθανότητες των καιρών – επιμένοντας σε μονόδρομους που επενδύουν με ιατρικούς και θεολογικούς δογματισμούς. Έστω κι αν ισχυρίζονται ότι τις στείρες αρνήσεις τις εκφράζουν όσοι καταφάσκουν στη ζωή και αρνούνται την καταστροφή που επιβάλλουν με θρησκευτική πίστη, έστω κι αν Αδώνιδες ψευδολογούν ότι τη στείρα άρνηση την εκφράζουν όσοι αναγνωρίζουν κι αποστρέφονται την αποκρουστικότητα της πραγματικότητας που οι δογματισμοί του κεφαλαίου παράγουν. Οι μηδενιστές και οι στείροι αρνητές, είναι όσοι υποστηρίζουν με κάθε δύναμη τα μέτρα που οργανώνουν την έλευση του θανάτου, πίσω από τους εξορθολογισμούς που χρειάζεται η κρίση τους. Την τυραννία που κρυφά προκρίνει το θάνατο, ως τη μόνη διέξοδο για τους πολλούς.

Αυτοί που αρθρώνουν φράσεις όπως η προηγούμενη, μπορούν επίσης να ισχυριστούν τα πάντα, εν είδη ποιητικής αδείας: η κενότητα περιεχομένου μπορεί να συνδέσει πράγματα αντιφατικά. Μπορεί για παράδειγμα να ισχυριστεί κανείς ότι έτσι τον κατάντησαν τον Έλληνα “οι πολιτικοί”, “η Τρόικα”, “τα λαμόγια”, “η αριστερά και οι ελληνόφωνοι που υποστηρίζουν τους μετανάστες”, “η λέσχη (μπόντι) μπίλντερμπεργκ”, “ο Σόρος”, “οι αναρχοσυριζαίοι”, “οι τεμπέληδες δημόσιοι υπάλληλοι”, μαζί. Μπορούν επίσης να πουν ότι αν δούλευε ο Έλληνας τώρα “δε θα ήταν εδώ”, αλλά “τον έμαθαν να μη δουλεύει και να ζει με δανεικά”, να “κοροϊδεύει την Ευρώπη” κτλ. Η αποσύνδεση του λόγου από το νόημα και η αδυναμία στοχασμού πάνω στην εμπειρική πραγματικότητα που φέρει η άρνηση των αντιφάσεων της πραγματικότητας (μιας τέτοιας πραγματικότητας μάλιστα όπως η σημερινή), ανοίγει το δρόμο στην ασυδοσία ενός πληθωρικού μα φτωχού, μη-λόγου που μόνο εντείνει τη σύγχιση.

Οι κενού περιεχομένου, γεμάτες στερεότυπα ερμηνείες της κρίσης, χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρων στον δημόσιο λόγο της κρίσης και των ευθυνών της, ευθύνες οι οποίες χρεώθηκαν στους πολλούς με τα λίγα. Μέσα σε αυτό το στενό και φτηνό πλαίσιο ερμηνείας της κρίσης και της εποχής μας, η διέξοδος που δόθηκε στους πολλούς με τα λιγότερα, ήταν αυτή του μνησίκακου και κενολόγου εθνικισμού, μέρους του οποίου είναι και φράσεις/συμπεράσματα του στυλ “έτσι τον καταντήσανε τον Έλληνα”, ανθρώπων που γυρνούν την πλάτη, “με τον τρόπο των ανθρώπων που θέλουν να μείνουν μόνοι με το γέλιο τους” (Φρανς Κάφκα, παράτα τα!).

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s