And what exactly is a dream and what exactly is a joke?

And what exactly is a dream and what exactly is a joke

Αναρωτήθηκε ο Syd Barrett στο «Jugband Blues», εκπαραθυρωμένος από τη μπάντα που ο ίδιος ίδρυσε, και η οποία έπαιρνε την κατεύθυνση που ήθελαν «εκείνοι οι φοιτητές αρχιτεκτονικής» (μέχρι χτες σύντροφοί του στους Floyd), δηλαδή ενδοσκοπικό, στοχαστικό, ευαίσθητο και ταυτόχρονα αυστηρά οργανωμένο, προγραμματισμένο, τεχνολογικό ροκ που κατέληξε μετά το 1980 με ξερά συνθήματα «we don’t need no education», συγκρούσεις εγωισμών και γηράσκοντα ναρκισσισμό. Και όμως, οι Floyd χωρίς Barrett υπήρξαν εξαιρετικοί στην πορεία τους, έχουν κορυφαίες στιγμές και δίσκους ολόκληρους, αλλά δε θα μιλήσουμε σήμερα για εκείνους.


Ο αποκαμωμένος Syd μετά από δύο προσωπικούς δίσκους ή καλύτερα απόπειρες για δίσκους, αφού έφυγε από τους Floyd, τα παράτησε όλα και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του σε απομόνωση, κοντά στη μητέρα του ζωγραφίζοντας, όπως μας πληροφορούν τα μουσικά περιοδικά. Έγινε μύθος («I know where Syd Barrett lives» – Television Personalities), αλλά ούτε αυτό μας αφορά πραγματικά. Για να τελειώσουμε με τα (βαρετά) βιογραφικά στοιχεία, σίγουρα δεν ήταν σε καλή κατάσταση, δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει το γκρουπ σε μαζική καταξίωση και γεμάτα στάδια όταν έφυγε από τους Floyd, όμως:
Ο Syd δεν είχε σκοπό να γίνει είδωλο ή γνωστός ή να αρέσει στα κορίτσια. Αγαπούσε ρομαντικά τα μπλουζ και την ποίηση, αυτά του έδωσαν το υλικό για μια νέα μουσική γλώσσα, με την οποία μίλησε για όσα έβλεπε γύρω του. Από την αγγλική κοινωνία σε μετάβαση μέχρι τον εαυτό του, μέχρι τα άστρα. Στην τέχνη του αποφάσισε να δοθεί ολόψυχα, ως παρανάλωμα του πυρός, με αποτέλεσμα να κατακερματίσει τον εαυτό του, με τη βοήθεια παραισθησιογόνων (που αργότερα η ιατρική απέδειξε ότι προκαλούν σχιζοφρένεια). Όσο άντεξε, άγγιξε τα πιο δύσβατα σημεία της ψυχής (τι αδόκιμη, φροϋδική λέξη, αλλά δε βρίσκω άλλη).


Μας μίλησε για το όνειρο σαν υπερρεαλιστής ποιητής, μας έφερε σε επαφή με την πιο σκοτεινή και δύσβατη πλευρά του εγώ, παίρνοντάς μας από το χέρι με το χιούμορ του, διαβεβαιώνοντάς μας ότι το ταξίδι μπορεί, αξίζει να γίνει και δεν θα είναι και τόσο επώδυνο. Μίλησε για την αγάπη κόντρα στον υλισμό όχι με κάποια πουριτανική υπερ-ιδεολογία της «ειρήνης» αλλά με όχημα ένα τραγούδι για το ποδήλατό του (Bike) – που ούτε καν του ανήκει αλλά θα ήθελε να το μοιραστεί με την αγαπημένη του, με σεξουαλική υστεροβουλία φυσικά . Η ορμή του να γράψει και να τραγουδήσει ήταν βαθιά ποιητική, ήταν ανάγκη και διαδικασία ανακάλυψης. Το χιούμορ του άμεσο, αθώο αλλά και οριακό, ακατάλληλο για δημόσιες σχέσεις, τέτοιο που θέτει σε δοκιμασία τον άλλο, δεν τον διασκεδάζει, πάντα όμως ανθρώπινο, ανυπόκριτο.
Κατά τις ηχογραφήσεις του (υποκριτικού) ύμνου προς αυτόν «shine on you crazy diamond» επισκέφθηκε τους παλιούς του μουσικά προοδευμένους φίλους που έπαθαν σοκ βλέποντάς τον ξυρισμένο γουλί (και τα φρύδια μαζί). Φυσικά, σκέφτηκαν πώς κατάντησε, ότι τρελάθηκε τελείως, τον λυπήθηκαν. Ο Waters (ξεπλένοντας τις τύψεις του με οίκτο) του έβαλε να ακούσει το κομμάτι που έγραφε για ‘κεινον. Το άκουσε προσεκτικά και μετά από δευτερόλεπτα σιωπής, του είπε “it’s a bit old”. Αυτή ήταν η άποψή του. Σύντομη, ευγενική, αστεία, ειρωνική, όπως και η εμφάνισή του, που ουσιαστικά αποσκοπούσε να τους δείξει πόσο «τρελός» ήταν, αφού εκείνοι αυτό πίστευαν, να πάει τη δική τους αντίληψη στην υπερβολή. Φυσικά, κανείς δεν κατάλαβε το αστείο ή τη συγχωρητική καλοσύνη που τους έδειξε με την επίσκεψή του.
Με θρήνους ο μουσικός τύπος αναφέρεται στην απόσυρση του Barrett (που οφείλεται και σε κλονισμένη ψυχική και σωματική υγεία, πράγματι). Αυτό που δεν γράφουν είναι ότι ο δημιουργός Barrett δεν είχε λόγο να ασχοληθεί άλλο με μια γλώσσα που ήταν ήδη νεκρή. Η «ροκ» μουσική είχε τυποποιηθεί, η μυθολογία της, το πάθος που την οδηγούσε, οι υποσχέσεις και οι ουτοπίες που ανάβλυζε, όλα. Ο χρόνος όλα τα αποξηραίνει, και η εμπορευματοποίηση βοηθάει βέβαια. Να πιάσει μια κιθάρα για να πει τι, σε ποιόν? Αντιθέτως, η ζωγραφική του παρείχε το χρόνο, την ελευθερία και την άνεση να εκφραστεί όπως ήθελε (και μπορούσε) πλέον.
Άλλωστε, τη στιγμή της έκρηξης των χρωμάτων, της επανάστασης, όταν όλα ήταν ή φάνηκαν δυνατά, o Barrett την άδραξε, για να μας πει όσα πρόλαβε και είναι αρκετά. Όταν η σκόνη καταλάγιασε και άρχισαν τα συνθήματα και η αυτοαναφορική λατρεία ήταν ήδη αργά για ‘κεινον. «Vegetable Man» ο ίδιος, σύμφωνα με την οδυνηρή αυτοκριτική του, και γύρω του όλα ξένα… δεν υπήρχε πια γέλιο, ανακάλυψη, όνειρο. Αυτά που μας λείπουν, και εκείνος.
«Wouldn’t you miss me, wouldn’t you miss me at all?»

(του Σ.Μ., ή Π.Τ.)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s