Φιλοξενία: Αρτέμης Χατζηστρατόγλου

Από τη Γαύδο στο Γιεσχιού:

Δέντρα δίχως ρίζες

DSCN0114

Γύρισα σπίτι μετά από έναν μεγάλο περίπατο στο δάσος. Το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι χαράζεται διακριτικά στον καθαρό ουρανό, σαν ρόζος σε κορμό δέντρου. Κουβάλησα μια αγκαλιά ξύλα από τον αχυρώνα και άναψα τη σόμπα. Η ζέστη με μαλάκωσε, μέσα κι έξω, σαν το θερμό καλοκαιρινό αεράκι της Γαύδου ή την ανάμνησή του, καθώς χάζευα κάτι σκίτσα και παλιές φωτογραφίες από το αρχείο του Πετρόπουλου. Ένιωσα μια χαρά, αυτή του να είναι περισσότερο κουρασμένο το σώμα από το πνεύμα. Πάντα εκτιμούσα με κάποιου περίεργου είδους ρομαντισμό αυτές τις στιγμές.

Έξω από το παράθυρο φαίνονταν να απλώνονται γύρω τα δάση σαν ένα πελώριο κρεβάτι όπου κοιμάται ο κόσμος τούτος, η ανθρωπότητα ολάκερη. Άγρια φύση αλλά και ευγενική. Επικίνδυνη μα και γενναιόδωρη. Είναι στ´ αλήθεια σκληρή μα κι απέραντα ευαίσθητη. Συνειδητοποίησα ότι η διαμονή μου εδώ έχει κάνει το περπάτημά μου πιο αργό, τα βήματά μου πιο βαριά και σίγουρα. Το μυαλό μου είναι βυθισμένο ακόμα στη λήθη του δάσους. Γλυστράει από το βράχο ντυμένο από βρύα και πέφτει στο ποτάμι. Χτυπά άτσαλα στις βρεγμένες πέτρες και πιάνεται σα ψάρι από τα κλαδιά των δέντρων που γέρνουν τρυφερά πάνω από την κοίτη του ποταμιού για να χαϊδέψουν τη ροή του. Πηδάει απ´το δέντρο και αρχίζει να κυλάει απ´ την κορφή του λόφου, παλεύει με τις πευκοβελόνες και σταματάει να ξαποστάσει στον κορμό ενός πεσμένου μεγάλου δρυός. Τα βρύα και οι λειχήνες έχουν πλέξει κι εκεί μια καταπράσινη μανδύα, πάνω σ´ ότι είχε απομείνει από το ριζικό του.

DSCN0102

Στην πολή νιώθω σχεδόν πάντα το σώμα λιγότερο κουρασμένο από το μυαλό, παρ´ όλες τις γρήγορες κινήσεις, τις βιαστικές ματιές, τον αλλόκοτο χαβά του άγχους, την αφασία της μάζας όπου οι άνθρωποι κυλάνε όλο και πιο γρήγορα σαν ποταμός που στενεύει. Εδώ ο χρόνος έγινε αγαθό, η άνεση ασυδοσία, η τέχνη προϊόν, η ευχαρίστηση ναρκωτικό. Η αστικοποίηση σε όλο της το μεγαλείο σάρωσε τις κοινωνίες. Τις πέταξε στη δύνη του ατομικισμού όπου οι αξίες χρειάζονται μίσος για να στεριώσουν.

Κι αντικαταστάθηκε ετούτη η παραμυθένια ομορφιά από τα νταμάρια του Γκαλάκ και της Κιρούνα, τους κυανιούχους παραπόταμους του Δούναβη, τους κρανίου τόπους της ορεινής Χιλής αλλά και από κίβδηλες υποσχέσεις που θρασύτατα σκορπούν οι αρμόδιες γραβάτες. Και μαζί με τα βουνά, τα δάση και τις θάλασσες καταπατήθηκαν κι οι άνθρωποι. Σαν τους καπανταήδες, τους μαχαλόμαγκες και τους λοιπούς κουτσαβάκηδες που στοιχειώνουν τα βιβλία του Πετρόπουλου, που αλλοτριώθηκαν, ισοπεδώθηκαν κι αυτοί από τη λύσσα του μοντερνισμού και της δυτικοποίησης. Ολάκερες κουλτούρες κανονικοποίηθηκαν, μπήκαν σε κουτάκια, μεταμορφώθηκαν σε μικροαστική κουτοπονηριά και υπεροπτική αλαφρότητα. Αυτοί, δε, που ήσαν πολύ σκληροί για να σπάσουν, πετάχτηκαν στο περιθώριο, γινήκανε φαντάσματα και ξαναβαφτιστήκανε με πολιτικά ορθά ονόματα και ορολογίες.

Κι έτσι μείναμε αποκολλημένοι, δίχως ρίζωμα, να ακροβατούμε, να αιωρούμαστε επικίνδυνα πάνω από νεφελώδεις ιδεολογίες, μακρινά όνειρα και εύθραυστες ελπίδες, πάνω από την αυθάδεια της εκλογίκευσης, τον κυνισμό της σύγχρονης πραγματικότητας. Καθώς τεράω έξω από το παράθυρο νιώθω να κρέμομαι από έναν σταλακτίτη. Κι όσο ραΐζει η καρδιά, ραΐζει κι ο σταλακτίτης. Η καρδιά όμως δε ραΐζει απο σεβντάδες και καημούς, όπως λένε τα τραγούδια, αλλά από τις μεγάλες αποφάσεις.

– Αρτέμης Χατζηστρατόγλου

DSCN0084

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s