Κάτι κουφές ιστορίες

Κατέβηκα το βράδυ μετά τη δουλειά στον δρόμο που σύχναζε η νεολαία και άλλοι.
Ο δρόμος στη μέση ήταν σκαμμένος και περιφραγμένος.
Μέσα συνέχιζαν να σκάβουν.
Γέροι από έξω κοιτούσαν και κρατούσαν σημειώσεις πότε πότε, για τα μηχανικά έργα.
«Τι κάνουν» ρώτησα. «Σκάβουν» μου απάντησαν ξερά, γνωρίζοντας για τι πράγμα μιλάνε.
«Γιατί σκάβουν;» «Ο δρόμος θα ναρκοθετηθεί» μου απάντησαν, το ίδιο ξερά.
«Ο λόγος;» ρώτησα. «Βάζουν νάρκες» απάντησαν. «Ο δρόμος θα ναρκοθετηθεί μέχρι το τέλος του.» «Καταλαβαίνω» έκανα. «Για ποιό λόγο όμως;» «Δεν γίνεται διαφορετικά, είναι απαραίτητο» απάντησαν. «Δεν μπορούμε να πούμε περισσότερα» είπαν.
(Όμως, η αλήθεια είναι ότι δεν ήξεραν περισσότερα).

*

Ήταν ένα παιδί σοβαρό. Κάποιοι όμως παρατήρησαν ότι ίσως και να είχε (κατά τη γνώμη τους) μεγάλο κεφάλι. Ξεκίνησαν να το διαδίδουν. Ξάφνου, το νέο έκανε θραύση.
Ύδρο! Ξεκίνησε ν’ αντιλαλεί παντού! Ύδρο! τον φώναζαν τα παιδιά στο ποδόσφαιρο. Είχε γίνει πια ο ύδρο, ο hydrohead, το παιδί με το μεγάλο κεφάλι, το παιδί με το τεράστιο κεφάλι. Μικρά παιδάκια, παρασυρμένα από τον μύθο πλησίαζαν από μακρυά να τον δουν και να αναφωνήσουν και αυτά με ζέση «Ύδρο», σα να ήταν κάποιο βάπτισμα πυρός που θα έπαιρναν, ή μια χάρη.
Εκείνος δεν έλεγε τίποτα. Κοιτούσε με ένα βλέμμα θολό μόνο, σα να μην τον άγγιζαν πλήρως όλα εκείνα. Σα να περίμενε καρτερικά – είτε σα μάρτυρας, είτε και από θέση ισχύος- για εκείνους που δεν ήξεραν τι κάνουν, σα να περίμενε να ωριμάσουν, ή σα να μην καταλάβαινε, σα να είχε όντως και νερό στο κεφάλι (εκτός από μυαλό).

*

Ο Χρήστος Παπαγιάννης, ένα παιδί με σύνδρομο ντάουν (down), 30 χρονώ, κλεισμένο σπίτι στο χωριό, ζώντας με τη μητριά του (μια γuναίκα που την έλεγαν «η κακιά γυναίκα» γιατί με όλους μάλωνε), χήρα γιατί ο άντρας της κάηκε ζωντανός στο χωράφι κάποια καταραμένη στιγμή, ενώ έκαιγε κάτι ξερόχορτα μετά το θερισμό, κάτι που κάνουν όλοι οι αγρότες εκεί, κάτι που έκανε και ο ίδιος σε όλη του τη ζωή, στα ίδια χωράφια.
Από το μπαλκόνι, ο Χρήστος Παπαγιάννης ρώτησε έναν μικρότερο του, περαστικό, «πως σε λένε;»
Ο περαστικός, πονηρός, με μια γνώση περισσότερη από του Χρήστου Παπαγιάννη, του απάντησε «με λένε Χρήστο Παπαγιάννη» και ο Xρήστος Παπαγιάννης, απαίδευτος στον κόσμο, απάντησε με έκπληξη και απορία «κι εμένα έτσι με λένε!».

Εντυπωσιακή η σπιρτάδα του περαστικού, η ετοιμότητα του για το κακό: σε μια απρόσμενη ερώτηση που ήταν άδολη και φιλική, απάντησε με εμπαιγμό, τον οποίο ο Χρήστος Παπαγιάννης ποτέ δεν κατάφερε να ανακαλύψει, δείγμα ότι η δικαίωση τις πιο πολλές φορές δεν έρχεται ποτέ.
(Aρκετός κόσμος εκεί λίγο αργότερα, ψήφισε ναζιστές).

*

Η ιστορία του τελευταίου ανθρώπου:

Ήξερε ότι εκείνοι θα έρχονταν γι’ αυτόν κάποτε. Το ήξερε αυτό από την αρχή, την πολύ αρχή και σα να το προετοίμαζε. Ίσως και να ζούσε για εκείνη τη στιγμή. Αυτός ήταν ο λόγος που είχε φτάσει έως εκεί. Για να τους αποφύγει και αν μπορούσε, να τους κρυφτεί. Να διαχωρίσει τη θέση του. Στο κάτω κάτω, διεκδίκησε απλά μια ασήμαντη γωνιά εκεί, σε μέρος που φαινόταν αδιάφορο για όλους. Δίχως να απειλέι τα σχέδια κανενός, δίχως να στέκεται εμπόδιο σε κανέναν. Θα μπορούσε να γίνει. Όπως εξάλλου, θα μπορούσε να μην είχε καν γεννηθεί. Αυτό το τελευταίο ουσιαστικά περίπου επιδίωξε να δείξει τουλάχιστο. Και σχεδόν πίστεψε τότε ότι γινόταν τάχα αόρατος, ή, ότι ήταν ένα μέρος της φύσης, των πουλιών, των δέντρων που δεν χαμπάριαζαν και αποκλείονταν από την όψη εκείνη των παιχνιδιών του ανθρώπινου είδους.

Επειδή έβλεπε μονάχα όσα ο ίδιος ήθελε να βλέπει, φρόντιζε πάντα να βλέπει όσα δεν έβλεπαν οι άλλοι για να μην του τα πάρουν. Αλλά από τη στιγμή που τα έβλεπε, θαρρείς μέσω του τα μάθαιναν και οι άλλοι, τα φθονούσαν και πάσχιζαν να του τα πάρουν. Συχνά τους τα άφηνε και πήγαινε για άλλα. Είχε μάθει από παιδί, τότε στο τρέξιμο, στους αγώνες δρόμου, την τρωτότητα του όταν κάποτε τον νίκησαν, παρότι για μεγάλο διάστημα τους νικούσε όλους όσους τον παράβγαιναν στο τρέξιμο. Τον είχαν νικήσει, παρότι πάσχισε να τους νικήσει ξανά με όλες του τις δυνάμεις. Τότε ήταν που είδε ότι σε κάποια πράγματα δεν είχε και πολλά να κάνει και ότι θα έπρεπε να ξεκινάει πάντα από αλλού, από δικούς του δρόμους. Μόνος το βρήκε το μονοπάτι και τώρα τους άκουγε στα μεγάλα τροχοφόρα τους, ορδές από δαύτους, να το οικειοποιούνται και να έρχονται γι’ αυτόν, να πάρουν πίσω ό,τι εξ αρχής τους ανήκε. Χώρος βέβαια υπήρχε. Θα μπορούσαν δηλαδή τα πράγματα να είναι αλλιώς. Σε λίγο όμως θα τελείωναν όλα. Θα μπορούσε αλήθεια να ήταν μια πέτρα, ένα χορταράκι και έτσι θα τους ξέφευγε, όπως σκέφτονταν οι μελοθάνατοι καμιά φορά στις τελευταίες ονειροπολήσεις τους, μπροστά στην αδυνατότητα, στην αδειανότητα, στο παράλογο. Μα δεν ήταν. Σύντομα, παρότι δεν έπαιζε από καιρό, θα τους αντιμετώπιζε, σε ένα παιχνίδι γνωστό και μάλλον χαμένο. Τους έβλεπε ήδη όπως πλησίαζαν, ίδιο εκστρατευτικό σώμα, από κάτω χαμηλά, μέσα από τα δέντρα, σε ένα σύννεφο αραιής σκόνης που σκόρπαγαν τα τροχοφόρα διαβρώνοντας το έδαφος, μιας σκόνης περιττής.

*

Δικαιολογία ποιητών: “Χρήστο δε μπορώ τώρα, έχω έμπνευση.” (Μίλτος Σαχτούρης στο Χρήστο Μπράβο).

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s