Τρεις Σκανδιναβοί: Edvard Munch, Ingmar Bergman, Asger Jorn

Τρεις δημιουργοί από τη Σκανδιναβία: Edvard Munch, Ingmar Bergman, Asger Jorn.

Ο Munch με τη μοναξιά, τη μελαγχολία, τη νοσταλγία. Ο Bergman με τις γυναίκες, τα υπαρξιακά δράματα, τους τόπους καταφυγής κι επιστροφής. Ο Jorn με τις επαναστάσεις, τα ταξίδια, το παιγνίδι, τις καταστάσεις. Κοινός τόπος: το υψηλό επίπεδο αυτοσυνειδησης, πλάθοντας τους τεράστιους κόσμους της υποκειμενικότητας τους. Κοινός τόπος: η καταφυγή στις τέχνες, ανεξάρτητα της καταβολής τους: επαναστατικής, υπαρξιακής, ή ρομαντικής.

Edvard-Munch  Jorn+bild  persona-tourn2

Ο Munch ίσως εκφράζει καλύτερα από όλους τους αυτό που σκέφτεται κανείς για τον Βορρά: την κατάθλιψη και την ομορφιά. Ο σκοτεινός εξπρεσιονισμός του Munch έχει με κάποιο τρόπο συνδεθεί με την εξωτικοποιημένη εικόνα που έχει καλλιεργηθεί για τον Βορρά, η οποία έχει βεβαίως σπέρματα αλήθειας. Η προτεσταντική ηθική, οι άδειοι δρόμοι, το κρύο που παγώνει τις ψυχές. Άνθρωποι που ζουν μόνοι. Φθόνος και κρυμμένοι πόθοι. Ζήλεια. Ο θάνατος να πλανάται σαν ψύχωση και σαν πραγματικότητα της εποχής εκείνης, μια τραγικής εποχής, μιας εποχής σοκ στο γύρισμα του 20ου αιώνα, που γενικεύονταν η μηχανοποίηση, που ξεκινούσε η προλεταριοποίηση,  που το εμπόριο έπαίρνε τη θέση του μέτρου της ζωής. Η μοναξιά της πρωτοπορίας στις παρυφές του “πολιτισμένου κόσμου”, σε μια απομονωμένη κι επαρχιωτική Νορβηγία, τότε που μετανάστευαν μαζικά για την Αμερική και οι Σκανδιναβοί, πριν γίνει το κοινωνικό κράτος και πριν βασίσει η Νορβηγία την οικονομία της στο πετρέλαιο. Η αντίδραση των μποέμ στην αστική ζωή και κυρίως στην προλεταριοποίηση που ετοίμαζαν οι αστοί για όλους τους υπόλοιπους. Καταχρήσεις, οκνηρία, πίστη στη θέληση και στη δύναμη του ανθρώπου. Η απομάγευση του κόσμου και η χολή των έκπτωτων ρομαντικών, σαν τον Νίτσε που ονειρεύονταν νέες αριστοκρατίες και υπεράνθρωπους. Ευτυχώς ο Munch αρνήθηκε πεισματικά κάθε επαφή με τους ναζί κατακτητές της χώρας του και έζησε απομονωμένος το τέλος της ζωής του, έχοντας την τιμή να δει τα έργα του να θεωρούνται “παρακμιακά” από τα ναζιστικά κτήνη.

danceOfLife_3

Ε. Munch, 1900. Ο χορός της ζωής: τρεις ηλικίες της γυναίκας, η νέα με τα λευκά, η μεσήλικη με τα κόκκινα, η γερασμένη με τα μαύρα. Το πρόσωπο του θανάτου επίσης, ως τρελού χορευτή στο λυκόφως.

Ο Bergman κοντά στο Munch: με τα ατελείωτα αδιέξοδα και τις μόνιμες επιστροφές στις εκτάσεις της μνήμης και των τραυμάτων. Οι γονείς. Η τύχη. Η εκκλησία. Ο πόλεμος. Η παροδικότητα. Η αποξένωση, η αλλοτρίωση σε εσωτερικούς διχασμούς, ανάμεσα σε αγνώστους, μόνος σε ξένους τόπους. Τα καταφύγια της Σουηδίας, στις εσχατιές του κόσμου, στους όγκους από γρανίτη, στη δροσιά της ομορφιάς της χώρας του, τους τόπους στον κόσμο όπου κανείς μπορεί να ξεφύγει από τους χρόνους του κόσμου, να βάλει τελεία, να γυρίσει την πλάτη σε εντάσεις που δεν τον αφορούν, να ζήσει αυτόνομα και με αξιοπρέπεια. H αναπόδραστη ερώτηση/κρίση όμως πλανάται, σε κάθε δόξα, σε κάθε καταφύγιο, ακολουθεί τον άνθρωπο δείχνοντας την ελαχιστότητα του, και τα  οικουμενικά όρια της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου κανένα καταφύγιο δεν μπορεί να σφαλίσει εκτός του: är du beredd? Τα όρια του ανθρώπου πέραν του κοινωνικού ζητήματος, τα όρια της ξεχωριστής ζωής: το αρνητικό τυχαίο, η αρρώστια, το γήρας, οι άλλοι, ο θάνατος.

Ο Jorn όμως παίζει και διαλύει όρια, έστω και αν ο θάνατος από καρκίνο τον βρήκε πιο νέο από τους άλλους δύο, που πέθαναν σε γεράματα: το πάθος για τη ζωή που ανασταίνεται συνεχώς, αναδύεται στις χρωματικές υπερβολές, στη λαμπρότητα και στις παιδικές, μα και λαϊκές, μορφές της ζωγραφικής του. Παρόλο που στη χώρα του είναι μόνο γνωστός ως “μεγάλος ζωγράφος”, ενσωματωμένος στα μεγάλα αφηγήματα του έθνους, στις εναλλακτικές πτυχές τους – αυτές που εμφανίζουν την κοινοτοπία και την ένδεια του εθνικισμού σε πιο “μοντέρνο” περιτύλιγμα – ο Jorn ήταν βεβαίως πολύ περισσότερο από αυτό. Ο Jorn ήταν ένας θεωρητικός και συνάμα επαναστάτης, που διέλυε συνεχώς τις μορφές, αναποδογυρίζοντας τες, μετατρέποντας τες, παρατώντας τες, φτιάχνοντας άλλες, ορμώμενος από μια δίψα για τη ζωή και την ανάγκη της δημιουργίας καταστάσεων και ερεθισμάτων για τον εμπλουτισμό της ζωής, μακριά από τις φαυλότητες της καταναλωτικής κοινωνίας και της εκμηχανισμένης ζωής, μακριά από μια ζωή καθορισμένη από το χρήμα.

Η ιστορία ως κοινωνική πραγματικότητα πράξεων και γεγονότων, μοιάζει να επιβεβαιώνει και τους τρεις. Η ιστορία όμως δεν είναι απόλυτο μέγεθος. Η ερμηνεία της ιστορίας είναι ο αθέατος παράγοντας που αποσταθεροποιεί τις βεβαιότητες, ανοίγοντας τις πιθανότητες για κάτι άλλο, τα θραύσματα και τα μικρά μεγέθη που περνούν αθέατα. Τα τραύματα βεβαίως ενυπάρχουν και εκεί. Μεγαλύτερα τραύματα ίσως. Σαν στο κουτί της Πανδώρας όμως, εκεί φωλιάζει και η ελπίδα. Η ιστορία δείχνει την απάτη και τα τέρατα, στον Munch και στον Bergman. Ας θυμηθεί κανείς τη μικρή στιγμή του Περσόνα, όταν η Λιβ Ούλμαν κοιτάζει τη φωτογραφία του παιδιού με τα σηκωμένα χέρια κάτω από τις κάνες των ναζιστικών όπλων, στο γκέτο της Βαρσοβίας. Ο εστιασμός της κάμερας στον τρόμο του προσώπου του. Ή στη “Σιωπή”, την κατά τα άλλα ασύνδετη εικόνα της μανούβρας ενός τανκ σε κατοικημένο δρόμο μιας άγνωστης μεσογειακής πόλης, ιδωμένο από το παράθυρο ενός ξενοδοχείου που κατέλυαν τρεις ξένοι επισκέπτες. Η ιστορία όμως αναδεικνύει και το άλλο πρόσωπο, αυτό του αδύνατου, αυτό της επανάστασης: του Στάλινγκραντ, του Μάη του ’68, της Κούβας, της Δανέζικης αντίστασης, της Καταστασιακής Διεθνούς, του κινήματος για ένα φαντασιακό Μπαουχάους, του COBRA, του κέντρου συγκριτικού βανδαλισμού στο Σίλκεμποργκ, του κοινοβίου του Drakkabugget και των τρελών σχεδίων της Β’ Καταστασιακής Διεθνούς, να φτιάξει ένα αυτόνομο κράτος -καταφύγιο καλλιτεχνών- σε νησί μεταξύ Δανίας και Σουηδίας, βρίσκοντας μια “Σκανδιναβική λύση”: να αγοράσουν το νησί.

1968majJorn  168-670

Εικόνες: ο Άσγκερ Γιόρν στην Κούβα το 1968, ζωγραφίζει τοίχους εθνικοποιημένης τράπεζας σε παγκόσμιο συνέδριο καλλιτεχνών. Αφίσες του Γιόρν που κυκλοφόρησαν το Μάη του 1968 στην εξέγερση στο Παρίσι. Κάτω: ‘Ασγκερ Γιόρν, 1972. Στάλινγκραντ.

Stalingrad-1972

Ο Munch και ο  Bergman λένε “όχι”: μην έχεις αυταπάτες. Ο θάνατος πάντα νικά. Δείχνουν το μέτρο του ανθρώπου, κάτι που όμως δεν σημαίνει απαραίτητα την παραίτηση πάντα. Δείχνουν την απαραίτητη απομόνωση που χρειάζεται – σε στιγμές μόνο – ο άνθρωπος για να κρίνει τον κόσμο και τον εαυτό του. Γιατί πρέπει να συλλογιστεί κανείς την ευαισθησία της ζωής. Ο Μπρεχτ εξάλλου έλεγε: “αν δε σκεφτούν οι ταπεινοί τα ταπεινά, ποτέ δεν θα υψωθούν”. Η ζωή όμως δεν βιώνεται κατά μονάδας. Η ζωή είναι κοινωνική. Γι΄αυτό άλλωστε και η απομόνωση κρύβει τους άλλους στις πιο αδυσώπητες στιγμές τους, συχνά. Ο Jorn προβάλλει μια άλλου είδους άρνηση που συνάμα είναι κατάφαση για τη ζωή, για μια άλλη ζωή. Ο Jorn λέει “όχι” στην κάθε είδους τελολογία και συμβιβασμού, προκρίνοντας την ένταση εκείνου που θα μπορούσε να υπάρξει.

Θα κλείσω με τον Jorn και αποσπάσματα από τα κείμενα του, για την ζωή και την τέχνη:

“Η βιομηχανία και η επιστήμη επιβάλλουν σαν αρετή την καταστολή της τυχαίας πράξης και της ασυνεκτικής σκέψης. Αλλά η καταστολή αυτή είναι η αιτία της αδράνειας που εγκλωβίζει ολοένα και περισσότερο την κουλτούρα.”

“Ο ελεύθερος καλλιτέχνης είναι ένας επαγγελματίας ερασιτέχνης. Το πνεύμα του ερασιτεχνισμού δεν συνεπάγεται πλήρη αυτοδιδακτισμό, αλλά είναι η ικανότητα εκείνου που μπορεί να υπερβαίνει τις γνώσεις του και να κατακτά μια νέα αθωότητα, ένα νέο σημείο μηδέν ή ένα αίσθημα πλήρους άγνοιας”.

“Μόνο το φανταστικό μπορεί να εμψυχώσει τους λογικούς συλλογισμούς. Μια πλήρως εξορθολογισμένη και διατεταγμένη ζωή αποκοιμίζει τη νοημοσύνη, η οποία αντικαθίσταται από αυτόματα, ρουτινιάρικα και υπνοβατικά αντανακλαστικά. Η ευφυία και η δημιουργική σκέψη φλέγονται όταν συναντούν το άγνωστο, το απρόσμενο, το τυχαίο, την αταξία, το παράλογο, το αδύνατο. Ευφυία σημαίνει: κάνω δυνατό το αδύνατο, κάνω γνωστό το άγνωστο.”

“Επειδή η κίνηση είναι απαραίτητη για ν’ αντιληφθούμε το χώρο, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι άν δεν υπάρχουν συμβάντα, δεν θα υπάρχει τίποτα για εμάς. Η δημιουργία συμβάντων είναι ο άμεσος στόχος των τεχνών, η ειδικότητα μας”.

“Το πρώτο χαρακτηριστικό κάθε μεγάλης τέχνης είναι η αγάπη, το δεύτερο είναι η αλήθεια”.

(Άσγκερ Γιόρν, Περί Μορφής, Εκδόσεις Νησίδες).

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s